Κυριακή, 04-Ιαν-2026 08:00
Tραμπ εναντίον Βενεζουέλας: Η "επιτάχυνση" και η ανομία
Του Κώστα Ράπτη
Όταν το 1823 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέιμς Μονρόε διατύπωσε το "δόγμα” που έκτοτε συνδέθηκε με το όνομά του, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής μόλις αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους από την ισπανική αποικιοκρατία και η αναδυόμενη βορειοαμερικανική δύναμη καθιστούσε σαφές ότι οι αποχωρούντες Ευρωπαίοι "παίκτες” δεν θα είχαν δυνατότητα επιστροφής στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Επί προεδρίας Τεντ Ρούσβελτ το 1904 (μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο του 1898, που στέρησε από τους Ισπανούς την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο, και μετά την απόσπαση, κατόπιν ενεργειών των ΗΠΑ, του Παναμά από την Κολομβία το 1903) το "δόγμα” επεκτάθηκε στην ρητή κατοχύρωση του "δικαιώματος” της Ουάσιγκτον να επεμβαίνει στους νότιους γείτονές της.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ιστορικού Άλαν ΜακΦέρσον, καθηγητή του πανεπιστημίου Temple, ο απολογισμός δύο αιώνων εφαρμογής του Δόγματος Μονρόε είναι 17 περιπτώσεις άμεσης επέμβασης των ΗΠΑ εναντίον κυρίαρχων κρατών της περιοχής (π.χ. Αϊτή 1915-1934, Δομινικανή Δημοκρατία 1916-1924, Νικαράγουα 1912-1933, Ονδούρα, Γρενάδα 1983 κτλ.) και άλλες 24 περιπτώσεις εμπλοκής των αμερικανικών δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών τους προς υποστήριξη λατινοαμερικανικών στρατιωτικών δικτατοριών ή την ανατροπή ανεπιθύμητων καθεστώτων (Γουατεμάλα 1954, Κόλπος των Χοίρων στην Κούβα 1961, Χιλή 1973, Κόντρας στη Νικαράγουα την δεκαετία του '80 κ.τλ.).
Προς στιγμήν, η "Πολιτική Καλής Γειτονίας” (1934) του Φ. Ντ. Ρούσβελτ αποτέλεσε ένα διάλειμμα στον αμερικανικό παρεμβατισμό, τον οποίο όμως αναβίωσε η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, με την ιδεολογική δικαιολόγηση της ανάγκης απόκρουσης (πραγματικών ή επινοημένων) απειλών εδραίωσης του κομμουνισμού, ενώ μετά την λήξη του αρκούσε απλώς η επίκληση του "πολέμου κατά των ναρκωτικών” ή της επαπειλούμενης αποσταθεροποίησης.
Τέτοια ήταν η περίπτωση της ανατροπής του Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά το 1989 μετά από εβδομάδες μαχών (και του Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ στην Αϊτή το 1994). Η απαγωγή τους αποτελεί προηγούμενο το οποίο καθιστά εκ νέου επίκαιρο από χθες η τύχη του Νικολάς Μαδούρο της Βενεζουέλας.
Περισσότερο αστυνομική επιχείρηση μεταμφιεσμένη σε στρατιωτική, η χθεσινή κίνηση του Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ταυτοχρόνως μια έμπρακτη επιβεβαίωση του "Δόγματος Μονρόε” σε νέα εκδοχή, ένα διεθνές μήνυμα με πολλούς αποδέκτες, μια καθαρά τραμπική "μόχλευση” μικρής δέσμευσης - μεγάλων αποτελεσμάτων, αλλά επίσης μια χειρονομία μάλλον ρηχή με ασαφή αποτελέσματα.
Όμοια με το αρχικό "Δόγμα Μονρόε”, η τωρινή του εκδοχή απευθύνεται στον Παλαιό Κόσμο, εν προκειμένω δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία που πολλαπλασίαζαν τα σημάδια οικονομικο-πολιτικής διείσδυσης σε ό,τι η Ουάσιγκτον θεωρεί ως "πίσω αυλή” της. Έχει συνεπώς η επιθετικότητα της κυβέρνησης Τραμπ έναντι της Βενεζουέλας κίνητρα (και αποτελέσματα) που πάνε πολύ πέρα από την δεδομένη αμερικανική απαρέσκεια προς ένα σοσιαλίζον καθεστώς, αλλά και την επιθυμία ελέγχου των βενεζολάνικων κοιτασμάτων πετρελαίου, των μεγαλύτερο στον κόσμο. Αφορούν την διεθνή ισορροπία.
Όπως οι αμερικανικές κυρώσεις (κατά της Βενεζουέλας και άλλων) ισοδυναμούν με παγκόσμια προβολή της "εξωχώριας δικαιοδοσίας” του υπουργείου Οικονομικών της Ουάσιγκτον, έτσι και η επακολουθήσασα απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, με λογική προσαγωγής του ως ποινικού στην αμερικανική δικαιοσύνη, δίνει οικουμενική εμβέλεια στο δικαστικό σύστημα των ΗΠΑ. Αυτό έχει ως πίσω όψη του την προθυμία με την οποία ο Τραμπ καταλύει το αναγνωρισμένο, και νομικά κωδικοποιημένο, σύστημα διεθνών σχέσεων και το σχετικό πλαίσιο θεσμών. Ένα παράδειγμα αυτού είναι και το ότι η "προσαγωγή” του Μαδούρο στο δικαστήριο Νότιας Νέας Υόρκης, συμβαδίζει με την αμερικανική άρνηση εκτέλεσης του εντάλματος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου, με επιβολή κυρώσεων μάλιστα στους δικαστές της Χάγης.
Αν αναλογισθούμε δε ότι το πλήγμα στην Βενεζουέλα συμπίπτει χρονικά με εξελίξεις, όπως η καταγγελλόμενη επίθεση με drones στην ιδιωτική κατοικία Πούτιν, η έγκριση της μεγαλύτερης στα χρονικά πώλησης αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν (αμφότερα σε χρονικά συμφραζόμενα εν εξελίξει διαλόγου με τις ΗΠΑ), η συνεχιζόμενη νομικο-πολιτική παρενόχληση της Νότιας Αφρικής από την κυβέρνηση Τραμπ ή η επαπειλούμενη αποσταθεροποίηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, θα συμπεράνουμε ότι οι ηγέτες των χωρών BRICS περισσότερο θα οδηγηθούν σε έναν υπαρξιακό "συναγερμό”, παρά θα προδιατεθούν για μια λίγο πολύ απρόσκοπτη "διανομή σφαιρών επιρροής” με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, και είναι κρίσιμη η εν λόγω αντίφαση, αυτοί ακριβώς οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ διέπονται μέχρι τώρα από αντικειμενική αδυναμία και ακόμη μεγαλύτερη υποκειμενική απροθυμία να επιλέξουν μορφές κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης (η δε Ρωσία ευελπιστεί ότι απέκτησε συνομιλητή για το "κλείσιμο” του ουκρανικού). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και η χώρα του Τραμπ κινείται σε μια λογική "επιτάχυνσης” των εξελίξεων, όσο την ευνοεί ο χρόνος.
Ας σημειωθεί και ότι οι εξελίξεις περί την Βενεζουέλα καθιστούν περισσότερο πιθανό σήμερα έναν "δεύτερο γύρο" του Πολέμου των Δώδεκα Ημερών με το Ιράν. Ο έλεγχος των βενεζολάνικων πετρελαίων αποτελεί προϋπόθεση για να πάρει κανείς το ρίσκο ενός κλεισίματος των Στενών του Χορμούζ.
Η Ομάδα BRICS έχει πρακτικά αυτοκαταργηθεί εάν δεν "σηκώσει το γάντι” της απαγωγής του (με οποιονδήποτε τρόπο) εκλεγμένου προέδρου, ενός κυρίαρχου κράτους. Ομοίως, οι τρεις σημαντικότερες, και λιγότερο ελεγχόμενες από την Ουάσιγκτον χώρες της Λατινικής Αμερικής, δηλ. η Βραζιλία, το Μεξικό και η Κολομβία τίθενται αντικειμενικά σε πολιτική "κατάσταση επιφυλακής”. Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ κάνει λόγο για "επικίνδυνο προηγούμενο” και παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ακόμη και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες (περισσότερο οι εθνικές, παρά οι κοινοτικές), που κάθε άλλο παρά θλίβονται από την πτώση του Μαδούρο, απηχούν εντεινόμενη ανησυχία για το ανομικό περιβάλλον που δημιουργεί η στάση του Τραμπ απέναντι στο διεθνές δίκαιο.
(Υφίστανται, βέβαια, την αντίφαση να επικαλούνται το διεθνές δίκαιο, την ίδια ώρα που χαρακτηρίζουν, όπως η Κάγια Κάλλας "μη νομιμοποιημένο” τον Μαδούρο – μη διευκρινίζοντας πόθεν προκύπτει και πού στηρίζεται νομικά αυτή η ανισότιμη σχέση απονομής νομιμοποίησης).
Όμως το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν αποσαφηνίζεται τι πέτυχε επί του εδάφους ο "ταύρος εν υαλοπωλείω” Τραμπ. Αρεσκόμενος (όπως λ.χ. στον Πόλεμο των Δώδεκα Ημερών με το Ιράν) να διεκδικεί νωρίς μια "θεματική επιτυχία” και να αποχωρεί εγκαίρως, ο ένοικος του Λευκού Οίκου περιγράφει ήδη σχέδια για το μέλλον της Βενεζούλας (τα οποία, παρεμπιπτόντως, δεν δείχνουν να έχουν απαραιτήτως σε προβεβλημένη θέση την νομπελίστρια Κορίνα Ματσάδο), ενώ η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης Μαδούρο, ιδίως του τριπροσώπου που σχηματίζουν η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες ο υπουργός Άμυνας Βλαντίμιρ Παντρίνο Λόπες και ο υπουργός Εσωτερικών Ντιοσδάδο Καμπέγιο. Ο τελευταίος μάλιστα υπήρξε (εν γνώσει του Μαδούρο) ο "κρυφός συνομιλητής” των αμερικανικών υπηρεσιών όταν το 2019 διοργάνωσαν μια απόπειρα εισβολής ανταρτών στην Βενεζουέλα, η οποία κατέληξε σε φιάσκο επιπέδου "Κόλπου των Χοίρων”.
Οι ΗΠΑ κηρύσσουν την επιχείρησή τους λήξασα, η Βενεζουέλα των 8 εκατομμυρίων "μπολιβαριανών” πολιτοφυλάκων βρίσκεται σε κινητοποίηση, οι μόνες διαδηλώσεις στο Καράκας είναι προς υποστήριξη του Μαδούρο. Πώς μπορεί να εξελιχθεί μια τέτοια ανολοκλήρωτη "αλλαγή καθεστώτος”;