Σάββατο, 03-Ιαν-2026 08:00
Barbarossa: Το ουζερί της Πάρου που κέρδισε τον σεΐχη του Άμπου Ντάμπι
Της Ξανθής Γούναρη
Όταν, πριν από σχεδόν 40 χρόνια, ο Γιώργος Χαμηλοθώρης, επιστρέφοντας από τα καράβια, επένδυσε όλο του το βιός σε δύο μικρά μαγαζιά στο λιμανάκι της Νάουσας στην Πάρο, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι το ουζερί που βάφτισε Barbarossa θα κατέληγε, δεκαετίες αργότερα, στο επενδυτικό σύμπαν του σεΐχη Tahnoon bin Zayed Al Nahyan, από τις ισχυρότερες προσωπικότητες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η επιλογή του ονόματος δεν ήταν τυχαία. Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, που ο θρύλος τον θέλει εξωμότη Έλληνα από τη Λέσβο, στο τέλος του 15ου αιώνα όργωσε τις θάλασσες ως πειρατής κατακτώντας την Μπαρμπαριά, ενώ στις αρχές του 16ου αιώνα πέρασε στην υπηρεσία του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς ως αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου. Το 1537 το ενετικό κάστρο του άρχοντα της Πάρου, Σωμαρίπα, έπεσε στα χέρια του, ο οποίος αφού το κατέστρεψε, δημιούργησε το ορμητήριό του στο παλιό λιμανάκι της Νάουσας με το κυκλαδίτικο νησί να μετράει εκατοντάδες νεκρούς και αιχμαλώτους.
Για τον ιδρυτή του Barbarossa, το όνομα δεν εξιδανίκευε την πειρατεία, λειτουργούσε ως υπενθύμιση της αντοχής ενός τόπου που έμαθε να επιβιώνει μέσα από επιδρομές, απώλειες και διαδοχικούς μετασχηματισμούς.
Τον Οκτώβριο του 2024, το Barbarossa μπήκε σε μια νέα φάση. Η Monterock International με την Alpha Dhabi Holding, μία από τις θυγατρικές της International Holding Company του σεΐχη, εξαγόρασε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου, σηματοδοτώντας την είσοδο του brand σε διεθνές επενδυτικό επίπεδο.
Διαθέτοντας ήδη τέσσερα εστιατόρια σε Πάρο, Bodrum στο Caresse, a Luxury Collection Resort & Spa, Κάιρο και Αθήνα στο 91 Athens Riviera Private Members Club στη Βούλα, το Barbarossay υπό τον έλεγχο της ADMO Lifestyle Holding –το κοινό όχημα Monterock και Alpha Dhabi Holding– ετοιμάζεται να εισέλθει σε μια φάση παγκόσμιας ανάπτυξης, με στόχο τέσσερα νέα σημεία σε premium διεθνείς προορισμούς μέσα στην επόμενη τετραετία.
Η οικονομική εικόνα της Barbarossa Μονοπρόσωπη ΙΚΕ επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον των επενδυτών. Το 2024 έκλεισε με κύκλο εργασιών 5,1 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 8,3% σε σχέση με το 2023, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 808 χιλ. ευρώ, αυξημένα κατά 19%. Το καθαρό περιθώριο κέρδους διαμορφώθηκε στο εντυπωσιακό 15,9%, επίδοση σπάνια για τον ελληνικό εστιατορικό κλάδο, ακόμη και στην premium εκδοχή του. Παράλληλα, η εταιρεία διατηρεί μηδενικό τραπεζικό δανεισμό, σταθερά ταμειακά διαθέσιμα 583 χιλ. ευρώ και ενισχυμένη καθαρή θέση 874 χιλ. ευρώ, παρά τη διανομή μερίσματος 678 χιλ. ευρώ. Οι επενδύσεις σε νέο εξοπλισμό, υποδομές και αναβαθμίσεις χώρων ξεπέρασαν τις 166 χιλ. ευρώ, ενώ οι δεσμεύσεις μισθώσεων για την επόμενη πενταετία εκτοξεύθηκαν στα 1,98 εκατ. ευρώ, προδιαγράφοντας νέες αγορές και επέκταση των δραστηριοτήτων.
Η κερδοφορία στηρίζεται σε ισχυρά λειτουργικά μεγέθη. Οι πωλήσεις προϊόντων, κυρίως premium θαλασσινών και signature πιάτων, ανήλθαν σε 4,98 εκατ. ευρώ από 4,58 εκατ. ευρώ το 2023, ενώ τα έσοδα από υπηρεσίες διαμορφώθηκαν σε 108,8 χιλ. ευρώ. Το λειτουργικό αποτέλεσμα (EBITDA) έφτασε τα 1,18 εκατ. ευρώ, αυξημένο από 989 χιλ. ευρώ, με τα EBIT να διαμορφώνονται σε 1,12 εκατ. ευρώ. Παρά τον μηδενικό δανεισμό, οι χρεωστικοί τόκοι παρέμειναν στα 75,2 χιλ. ευρώ, πιθανότατα λόγω εμπορικών πιστώσεων και βραχυπρόθεσμων χρηματοδοτικών διευκολύνσεων. Η φορολογική επιβάρυνση έφτασε τις 234 χιλ. ευρώ, ενώ οι βραχυπρόθεσμες τραπεζικές υποχρεώσεις των 88,4 χιλ. ευρώ μηδενίστηκαν εντός της χρήσης.
Το ανθρώπινο δυναμικό επεκτάθηκε σε 23 εργαζομένους από 21, με το συνολικό κόστος μισθοδοσίας να εκτινάσσεται στα 1,53 εκατ. ευρώ (+22,7%). Παράλληλα, το κόστος αγορών υλικών και εμπορευμάτων μειώθηκε κατά 6,3%, στα 1,67 εκατ. ευρώ, γεγονός που παραπέμπει είτε σε καλύτερη διαχείριση προμηθειών είτε σε αναδιάρθρωση του μείγματος προϊόντων.
Ωστόσο, ο ορκωτός ελεγκτής διατύπωσε γνώμη με επιφύλαξη, σημειώνοντας ότι οι φορολογικές χρήσεις 2018–2023 παραμένουν ανέλεγκτες και δεν έχει σχηματιστεί σχετική πρόβλεψη. Η διοίκηση εκτιμά ότι δεν θα προκύψει ουσιώδης επίπτωση.