Του Μανόλη Καψή
Ήδη από την προηγούμενη χρονιά, η πρόβλεψη ήταν ότι η περίοδος των ήρεμων νερών στο Αιγαίο παίρνει τέλος. Λίγο οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου, λίγο η εμπρηστική ρητορική της Άγκυρας, λίγο τα τουρκικά ψαροκάικα που επανεμφανίστηκαν κοντά στα ελληνικά νησιά, τα σημάδια μιας επιδείνωσης της κατάστασης ήταν φανερά.
Γεγονός που δημιουργεί μια (μάλλον συγκρατημένη πάντως) ανησυχία για τη συνέχεια, όχι μόνο λόγω του απρόβλεπτου χαρακτήρα του Τούρκου προέδρου, αλλά και λόγω Τραμπ. Γιατί, σε αντίθεση με το manual του Έλληνα διπλωμάτη, που ξέρει ακόμα και από την εποχή που ήταν ένας απλός ακόλουθος πρεσβείας ότι, σε περίπτωση όξυνσης των ελληνοτουρκικών, ήταν δεδομένη η παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα για να πέσουν οι τόνοι και να επικρατήσει ψυχραιμία στο Αιγαίο, ποιος γνωρίζει σήμερα ποια θα είναι η αντίδραση του Αμερικανού προέδρου; Και τι να ευχόμαστε; Να παρέμβει και να αναλάβει πρωτοβουλία για την επίλυση των εκκρεμοτήτων με την Άγκυρα ή είναι καλύτερο να μην ασχοληθεί καθόλου, γιατί ποιος ξέρει τι είδους συμβιβασμό θα θελήσει να επιβάλει;
Μάλιστα άρχισαν ήδη οι απολογισμοί και τα μνημόσυνα για τα ήρεμα νερά. Πόσα κέρδισε η Τουρκία, που κατάφερε να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Ευρώπη –αν και δεν κατάφερε να συμπεριληφθεί στην πρώτη φάση των χρηματοδοτήσεων για τον επανεξοπλισμό της Ε.Ε.– πόσα κέρδισε η Ελλάδα, που μπόρεσε απερίσπαστη να ασχοληθεί με την ανασύνταξη της οικονομίας της. Ποιος κέρδισε τα περισσότερα;
Και φυσικά, μέρες που είναι, επιτρέπονται και οι προβλέψεις. Άλλος προβλέπει επιστροφή στα παλιά, άλλος βλέπει άλλο σενάριο. Προσωπικά εκτιμώ ότι η όξυνση θα είναι ελεγχόμενη, αφού και οι δύο πλευρές μάλλον κερδίζουν από τη λελογισμένη και εντός ορίων αντιπαράθεση.
Μαζί με τους απολογισμούς και τα μνημόσυνα, να και οι αναλύσεις, γιατί η περίοδος των ήρεμων νερών είχε από την πρώτη στιγμή "ημερομηνία λήξης". Με βασικό επιχείρημα ότι η στόχευση και των δύο πλευρών ήταν για πολύ συγκεκριμένα βραχυπρόθεσμα οφέλη. Αφού η μεν Άγκυρα επεδίωκε να βάλει πόδι, μέσω της εγχώριας βιομηχανίας όπλων, στα μεγάλα συμβόλαια του Rearm Europe, αλλά και να ξαναβάλει υποψηφιότητα για να αποκτήσει τα F-35 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η δε Ελλάδα να μπορέσει να ανασυγκροτήσει την οικονομία της, να επενδύσει στον τουρισμό και στην ενέργεια και να οικοδομήσει τις δικές της συμμαχίες, με έμφαση στην ειδική σχέση με το Ισραήλ.
Αυτή η τελευταία παράμετρος είναι ίσως και το βασικό επιχείρημα γιατί η Τουρκία θα αποφύγει να επιστρέψει στις παλιές της συνήθειες της διαρκούς και θορυβώδους αμφισβήτησης του status quo στο Αιγαίο, αφού θα βρεθεί στο στόχαστρο της κριτικής όχι μόνο του ελληνικού αλλά και του ισραηλινού λόμπι στην Ουάσιγκτον, ως ο ταραξίας της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Άλλωστε, για να μην ξεχνάμε πόσο διαφορετικά είναι και τα μεγέθη, να θυμίσουμε ότι αυτό που τώρα απασχολεί την Άγκυρα είναι η κατάσταση στη Συρία, η συμμετοχή της στο σχέδιο ειρήνευσης της Γάζας, μαζί και οι εξελίξεις στην περίφημη Σομαλιλάνδη… και όχι οι λεπτομέρειες των ελληνοτουρκικών.
Ξαναγυρίζουμε στα ήρεμα νερά. Είχαν από την πρώτη στιγμή ημερομηνία λήξεως; Η άποψη αυτή υπονοεί ότι τα ελληνοτουρκικά είναι περίπου άλυτα. Και είναι άλυτα, υποστηρίζουν ορισμένοι –και όχι αδίκως– γιατί ο τουρκικός αναθεωρητισμός δεν αφήνει περιθώρια για αναζήτηση λύσεων. Είναι όμως η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη είναι η διαχρονική αδυναμία και των δύο πλευρών να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μιας συμφωνίας –με τους απαραίτητους συμβιβασμούς που αυτή συνεπάγεται– αν και ορισμένες φορές οι διαπραγματεύσεις, έστω άτυπες, είχαν φθάσει τα πράγματα πολύ κοντά. Ειδικά η ελληνική πλευρά έμοιαζε πολλές φορές να ποντάρει στην ασφάλεια των ήρεμων νερών, για να αποφύγει ακόμα και να ακουμπήσει την ουσία των προβλημάτων, πιεζόμενη από μια εσωκομματική αντιπολίτευση που φαντασιώνεται καθημερινά εθνικές αποτυχίες και ταπεινώσεις.
Όσοι επένδυσαν στα ήρεμα νερά για να υπάρξει ένα breakthrough στα ελληνοτουρκικά έχουν κάθε λόγο να νιώθουν απογοητευμένοι.
Το 2025 ακούστηκαν όμως προτάσεις για διασκέψεις για τις θαλάσσιες ζώνες, με τη συμμετοχή και άλλων χωρών της Μεσογείου, που αν δεν ήταν πυροτεχνήματα για τη δημιουργία εντυπώσεων, πιθανώς να οδηγήσουν στην αναζήτηση λύσεων με όφελος για όλες τις πλευρές. Με επισπεύδοντα αυτή τη φορά τον αμερικανικό παράγοντα και τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων.
Το θέμα δεν προσφέρεται για εσωτερική κατανάλωση, όπως οι διάφοροι "θόλοι" και τα εξοπλιστικά, αλλά μοιάζει ελπιδοφόρο.