Δευτέρα, 23-Σεπ-2024 16:15
Η σημασία της μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα & ο ρόλος της φορολόγησης
Τη σημασία των οικονομικών εργαλείων όπως η διαφορική φορολόγηση για τη μείωση της βλάβης που σχετίζεται με το κάπνισμα, καθώς και την ανάγκη επενδύσεων στο επίπεδο της πρόληψης και της καλλιέργειας ιατρικής παιδείας αναφορικά με τους υποκείμενους κινδύνους, υπογράμμισαν κατά τις ομιλίες τους στο 7ο Διεθνές Συνέδριο για τη Μείωση της Βλάβης από το Κάπνισμα o Andrzej Fal, πρόεδρος της Πολωνικής Εταιρείας Δημόσιας Υγείας και οι Sharifa Ezat Wan Puteh και Piotr Karniej.
Μιλώντας στο πάνελ "Πώς να κοστολογήσουμε τον τρόπο ζωής μας", του συνεδρίου που διοργανώνεται από την SCOHRE, ο κ. Fal επικεντρώθηκε στην αξιοποίηση οικονομικών μέσων για την ενθάρρυνση πιο υγιεινών επιλογών τρόπου ζωής και την υποστήριξη των προσπαθειών μείωσης της βλάβης από το κάπνισμα. Η γενικότερη προσέγγιση του κ. Fal τάσσεται υπέρ της άποψης "λιγότερο επιβλαβές για την υγεία, λιγότεροι φόροι", υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επιβάλλουν υψηλότερους φόρους στα παραδοσιακά προϊόντα καπνού (τα τσιγάρα), προσφέροντας παράλληλα χαμηλότερους φόρους σε καλύτερες εναλλακτικές λύσεις, όπως οι συσκευές θέρμανσης καπνού (HnB) και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Αυτή η διαφοροποίηση των τιμών αποσκοπεί στο να ωθήσει τους καταναλωτές στην υιοθέτηση προϊόντων τα δεδομένα έως τώρα δείχνουν ότι είναι λιγότερο επιβλαβή, γεγονός που, με τη σειρά του, μπορεί να μειώσει την επιβάρυνση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης από ασθένειες που σχετίζονται με το κάπνισμα. Δεν παρέλειψε επίσης να επισημάνει και τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη της πρόληψης.
Κατά τον κ. Fal, αυτό το οικονομικό μοντέλο είναι ζωτικής σημασίας για την αλλαγή του τοπίου της δημόσιας υγείας και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της επιδημίας του καπνού, όπως φαίνεται στα success stories χωρών όπως η Σουηδία, όπου τα προϊόντα μειωμένης βλάβης υιοθετήθηκαν για τη μείωση των ποσοστών καπνίσματος και των ασθενειών που σχετίζονται με αυτό.
Μπορεί ο τρόπος ζωής μας να μεταφραστεί σε αριθμούς; Σε αυτό το ερώτημα επιχείρησε με έμμεσο τρόπο να δώσει απάντηση κατά την παρουσίαση του ο κ. Fal, εστιάζοντας στη σύνδεση μεταξύ των μη μεταδιδόμενων χρόνιων νοσημάτων και των "κακών συνηθειών” που συνιστούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, το αλκοόλ, η κακή διατροφή και η έλλειψη άσκησης. Ειδικότερα για το πρώτο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περισσότεροι από 8 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως οφείλονται στο κάπνισμα (συμπεριλαμβανομένων και των παθητικών καπνιστών), ενώ συνολικά οι απώλειες από τις κυριότερες χρόνιες παθήσεις ανέρχονται στις 41 εκατ. το χρόνο - αριθμός ο οποίος προβλέπεται να αυξηθεί στα 52 εκατ. έως το 2030.
Η πρόληψη και η γνώση αποτελούν παράγοντες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά τα δεδομένα, σύμφωνα με τον κ. Φαλ, ο οποίος πρόσθεσε πως ακόμη και η μετατόπιση του ενδιαφέροντος σε εναλλακτικές, λιγότερο επιβλαβείς επιλογές πρόσληψης νικοτίνης θα μπορούσε να μειώσει επίσης τον κίνδυνο.
Ο γνωστός επιστήμονας δεν παρέλειψε επίσης να επιχειρήσει τη συσχέτιση και με τα οικονομικά δεδομένα, τόσο σε μακροοικονομικό επίπεδο (περίπου το 1,8% του παγκόσμιου ΑΕΠ "χάνεται” από τη χρήση παραδοσιακών προϊόντων καπνού) όσο και σε επίπεδο νοικοκυριών, τονίζοντας πως το να "επενδύσουμε στο να αλλάξουμε τις κακές μας συνήθειες μπορεί να μας εξοικονομήσει χρήματα”. "Δεν ξέρουμε πώς να ξοδεύουμε για να βελτιώσουμε τον τρόπο ζωής μας και να αποφεύγουμε τις χρόνιες ασθένειες”, σχολίασε, αναφερόμενος τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο κυβερνήσεων, για τις οποίες υπογράμμισε πως θα πρέπει να αυξήσουν τα επίπεδα δαπανών για τη δημόσια υγεία – ένα πεδίο στο οποίο εντοπίζονται μεγάλες ανισότητες. Παραθέτοντας μάλιστα ένα παράδειγμα σύγκρισης μεταξύ δύο χωρών – της Νορβηγίας και της Πολωνίας-, έδειξε πως η επένδυση στην πρόληψη μπορεί να επιφέρει άμεσα αποτελέσματα: ξοδεύοντας σχεδόν τα τετραπλάσια, η Νορβηγία κατάφερε να φτάσει το ποσοστό των καπνιστών στη χώρα στο 12% το 2023, την ώρα που το αντίστοιχο στην Πολωνία ανέρχεται στο 20% και ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνεται στο 17%.
Το ζήτημα των επενδύσεων στον τομέα της υγείας αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησης και στο πάνελ "Πλαίσια πολιτικής για την προαγωγή της δημόσιας υγείας”, με βασικούς ομιλητές τους καθηγητές Piotr Karniej και Sharifa Ezat Wan Puteh.
"Όσο περισσότερα ξοδεύουμε για την υγεία, τόσο περισσότερο ζούμε”, ανέφερε εισαγωγικά ο κ. Fal από το ρόλο του συντονιστή, για να πάρει τη σκυτάλη ο κ. Karniej που εμβάθυνε στο πλαίσιο της πολιτικής δημόσιας υγείας, διερευνώντας τα βασικά στοιχεία που πρέπει αυτή να περιλαμβάνει.
Όπως τόνισε, τα εκπαιδευτικά προγράμματα για τη διακοπή του καπνίσματος θα πρέπει να απευθύνονται τόσο στους νέους όσο και στους ενήλικες, ενώ έκανε ιδιαίτερη μνεία στα οικονομικά κίνητρα, τη συμβουλευτική και την ψυχολογική υποστήριξη. Στη συνέχεια, έθεσε και εκείνος το ερώτημα κατά πόσον οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επανεξετάσουν τις φορολογικές τους πολιτικές ώστε να δημιουργήσουν σημαντική διαφορά τιμής μεταξύ των τσιγάρων και των εναλλακτικών προϊόντων νικοτίνης, ενθαρρύνοντας έτσι τη μετάβαση σε όσους δεν διακόπτουν.
Η Sharifa Ezat Wan Puteh από τη μεριά της αναφέρθηκε στην ευκαιρία των στρατηγικών μείωσης της βλάβης, ως μέσο μείωσης της συνολικής επιβάρυνσης από το κάπνισμα, παρουσιάζοντας κυρίως δεδομένα από την Μαλαισία για να αναδείξει παρεμβάσεις πολιτικής δημόσιας υγείας. Ειδικότερα, το τρίπτυχο εκπαίδευση, εφαρμογή της νομοθεσίας και πρόταση για λύσεις εναλλακτικών προϊόντων καπνού απέφερε σημαντικά αποτελέσματα στην ασιατική χώρα, οδηγώντας σε μεγάλη μείωση των καπνιστών.
Επιστρέφοντας στο ζήτημα της φορολογικής πολιτικής, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι η διαφορική φορολόγηση θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για την επίλυση του προβλήματος. Αυτό όμως χρήζει περαιτέρω διερεύνησης καθώς πρέπει να αποφασιστεί αν θα επικεντρώσουμε την μάχη στο να εξαλείψουμε το παραδοσιακό τσιγάρο ή θα στοχεύουμε μόνο στις εναλλακτικές επιλογές όπως γίνεται σήμερα από πολλές Αρχές. Σε κάθε περίπτωση, όπως τόνισαν, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από πολιτικές του παρελθόντος και να υπάρξει συνεργασία μεταξύ των κυβερνήσεων και των ειδικών με την βιομηχανία, οι οποία, ακολουθώντας τις επιταγές της κοινωνίας, εκσυγχρονίζεται και αλλάζει.