Δευτέρα, 05-Ιαν-2026 07:30
Η Βενεζουέλα, το "Δόγμα Donroe" του Τραμπ και τα τρία ευρωπαϊκά διλήμματα
Των Aslı Aydıntaşbaş, Chris Herrmann
Η δραματική σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις έχει προκαλέσει ισχυρούς κραδασμούς στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Πέρα από τη Λατινική Αμερική, η επιχείρηση φέρει εκτεταμένες συνέπειες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, το μέλλον της Γροιλανδίας και της Αρκτικής, καθώς και τη σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν. Καθώς οι Ευρωπαίοι διαμορφωτές πολιτικής παρακολουθούν τις εικόνες της νυχτερινής επιδρομής στο συγκρότημα του Μαδούρο στο Καράκας, καλούνται να αντιμετωπίσουν και μια βαθύτερη ανησυχία: την επανεμφάνιση μιας έντονα παρεμβατικής και απρόβλεπτης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ολοένα και πιο άνετης με τη χρήση βίας και με τις σφαίρες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων.
Στις θριαμβευτικές δηλώσεις του μετά την επιχείρηση, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επικαλέστηκε ανοιχτά αυτό που αποκάλεσε "Δόγμα Donroe" — ένα όραμα αμερικανικής ημισφαιρικής κυριαρχίας, στηριγμένο στη στρατιωτική ισχύ. Για την Ευρώπη, η στιγμή αυτή σηματοδοτεί όχι μόνο μια ρήξη με τους κανόνες που διέπουν την κρατική κυριαρχία, αλλά και ένα προειδοποιητικό σημάδι για το πώς ενδέχεται να συμπεριφερθεί η Αμερική σε πολλαπλά γεωπολιτικά μέτωπα.
Η πιο άμεση ανησυχία της Ευρώπης εντοπίζεται στην Αρκτική. Ο αυτοθαυμαστικός τόνος του Τραμπ και η ετοιμότητά του να αναπτύξει στρατιωτική ισχύ για την εξυπηρέτηση εσωτερικών πολιτικών στόχων και στενά ορισμένων οικονομικών συμφερόντων εντείνουν τους φόβους για μια ανανεωμένη αμερικανική ώθηση στον Άνω Βορρά — με τη Γροιλανδία στο επίκεντρο.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με επικεφαλής τη Δανία, αντιμετωπίζουν πλέον αυξανόμενη πίεση να προετοιμαστούν για μια πιο επιθετική αμερικανική στάση στην Αρκτική. Η στρατηγική γεωγραφία της Γροιλανδίας, ο ορυκτός της πλούτος και οι αναδυόμενες ναυτιλιακές οδοί έχουν εδώ και καιρό προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ. Μια πιο στρατιωτικοποιημένη αμερικανική προσέγγιση, ελλείψει διπλωματικής αντίδρασης και με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της Ρωσίας και της Κίνας, θα μπορούσε να μεταφραστεί σε διευρυμένη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο νησί.
Οι Ευρωπαίοι βρίσκονται ενώπιον μιας επιλογής: να προσαρμοστούν ή να αντισταθούν στις φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον. Και οι δύο δρόμοι έχουν κόστος. Η προσαρμογή μπορεί να διατηρήσει τη βραχυπρόθεσμη διατλαντική αρμονία, αλλά θα επιβραβεύσει τον εξαναγκασμό και θα στείλει το μήνυμα ότι η πίεση αποδίδει απέναντι στην Ευρώπη. Η αντίσταση θα ήταν πολιτικά δαπανηρή και στρατηγικά απαιτητική. Θα απαιτούσε επίσης εσωτερική συνοχή. Η αποτυχία όμως να αντιδράσει θα άνοιγε τον δρόμο για περαιτέρω παρεμβάσεις και διχασμό στο εσωτερικό της Ευρώπης. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να αποφύγει τις τριβές με τις ΗΠΑ, αλλά αν είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί τα δικά της συμφέροντα όταν η πρόκληση προέρχεται από τον ισχυρότερό της σύμμαχο.
Η σύλληψη του Μαδούρο αντηχεί επίσης ανησυχητικά στο πλαίσιο του πολέμου στην Ουκρανία. Παρότι η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε την επιχείρηση ως ενέργεια επιβολής του νόμου που συνδέεται με κατηγορίες ναρκοτρομοκρατίας, η προθυμία της να παραβιάσει την κυριαρχία ενός άλλου κράτους ενισχύει τους φόβους ότι η Ουάσιγκτον είναι ολοένα και πιο ανοικτή στην αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος βάσει λογικών μεγάλων δυνάμεων.
Για τους Ευρωπαίους παρατηρητές, αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με το είδος της ειρηνευτικής συμφωνίας που θα μπορούσε να επιδιώξει να διαμεσολαβήσει ο Τραμπ στην Ουκρανία — και κατά πόσον αυτή θα μπορούσε να γίνει εις βάρος του Κιέβου. Μια αμερικανική στροφή προς τον στρατιωτικό παρεμβατισμό στη Λατινική Αμερική θα μπορούσε επίσης να αποσπάσει πολιτική προσοχή και πόρους από την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα θα ενθάρρυνε τη Μόσχα να επιδιώξει συναλλακτικές συμφωνίες με την Ουάσιγκτον σχετικά με ουκρανικά εδάφη και πόρους.
Η επιχείρηση κατά του Μαδούρο ενδέχεται επίσης να λειτουργήσει ως βαρόμετρο για το πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν — ή όχι — οι ΗΠΑ στην υπεράσπιση της Ταϊβάν. Αν και η Κίνα είναι απίθανο να μιμηθεί μια παρόμοια στρατιωτική επιχείρηση, το Πεκίνο ενδέχεται να ερμηνεύσει τις ενέργειες της Ουάσιγκτον ως ένδειξη ενός πιο επιτρεπτικού παγκόσμιου περιβάλλοντος για εξαναγκαστικές τακτικές. Η κανονικοποίηση της μονομερούς χρήσης βίας θα μπορούσε να μειώσει τους φραγμούς απέναντι στην οικονομική πίεση, τις επιχειρήσεις "γκρίζας ζώνης" ή τη στρατιωτική εκφοβιστική στάση στο Στενό της Ταϊβάν, αποσταθεροποιώντας περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη ισορροπία ασφάλειας.
Για τους Ευρωπαίους, αυτό περιπλέκει τις παραδοχές γύρω από την αποτροπή και την κλιμάκωση στον Ινδο-Ειρηνικό. Οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν μόνοι τους να αποτρέψουν μια κινεζική εισβολή ή έναν αποκλεισμό της Ταϊβάν — μπορούν όμως να ενισχύσουν την οικονομική ανθεκτικότητα και τις αμυντικές τους δυνατότητες ώστε να προστατευθούν από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Μπορούν επίσης να ενδυναμώσουν τη δική τους αμυντική και βιομηχανική βάση, μειώνοντας την έκθεσή τους στους κινδύνους που απορρέουν από τις εντάσεις ΗΠΑ–Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό.
Η σύλληψη του Μαδούρο δεν αποτελεί μια περιφερειακή ανωμαλία· είναι ένα γεγονός-σήμα. Αναδεικνύει την αστάθεια της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, την άνεσή του με στρατιωτικές λύσεις και τη φαινομενική του αποδοχή ενός κόσμου που διέπεται από σφαίρες επιρροής αντί για κανόνες.
Για την Ευρώπη, οι επιπτώσεις είναι σοβαρές. Από τη Γροιλανδία έως την Ουκρανία και την Ταϊβάν, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να προετοιμαστούν για ένα στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο οι αμερικανικές ενέργειες θα είναι λιγότερο προβλέψιμες, πιο μονομερείς και ολοένα και περισσότερο διαμορφωμένες από εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Η στιγμή αυτή υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για μεγαλύτερο ευρωπαϊκό συντονισμό, στρατηγική αυτονομία και ετοιμότητα διαχείρισης κρίσεων — όχι μόνο για την αντιμετώπιση αντιπάλων, αλλά και για την πλοήγηση στους κινδύνους που προκύπτουν από έναν ολοένα και πιο απρόβλεπτο σύμμαχο.
Διαβάστε το άρθρο στην αρχική του δημοσίευση εδώ.
Επιμέλεια - Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου