Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 15-Ιαν-2020 12:48

    Επιρροή της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια: Ισχυρή ή ασθενής;

    Επιρροή της ΕΕ στα Δυτικά Βαλκάνια: Ισχυρή ή ασθενής;
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    της Beata Huszka

    Από τη στιγμή που προσφέρθηκε στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων η ευκαιρία να ενταχθούν στην ΕΕ κατά τη Σύνοδο του 2001 της Θεσσαλονίκης, η ΕΕ έχει διαδραματίσει έναν ξεκάθαρο καταλυτικό ρόλο στην επίλυση εθνοτικών συγκρούσεων και διμερών προκλήσεων στην περιοχή. ορισμένες σύντομες έρευνες, φωτίζουν την κατάσταση.

    Η σχέση της ΕΕ με τη Βόρεια Μακεδονία είναι ιδιαίτερα διδακτική για το πώς η διαδικασία ενοποίησης μπορεί να βελτιώσει την σταθερότητα, και πόσο η ισχυρή ενοποίηση της ΕΕ μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια στην περιοχή. την άνοιξη του 2001, ξέσπασε ένας πόλεμος χαμηλής έντασης μεταξύ του Αλβανικού Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού, ο οποίος απολάμβανε ευρείας στήριξης μεταξύ του αλβανικού πληθυσμού, και των δυνάμεων ασφαλείας της ΠΓΔΜ. Η σύγκρουση έληξε με τη Συμφωνία-Πλαίσιο της Οχρίδας (OFA), που είχε τη στήριξη του ΝΑΤΟ και υπογράφηκε τον Αύγουστο του 2011 από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της ΠΓΔΜ και της Αλβανίας. Τον ίδιο χρόνο, η ΕΕ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ για μια συμφωνία σταθεροποίησης και σύνθεσης. Ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι η ΕΕ παρουσίασε πολλές απαιτήσεις για να εκπληρωθούν από την ΠΓΔΜ, ήταν σαφές πως η εφαρμογή της OFA ήταν ο πιο σημαντικός δείκτης προόδου από την οπτική της ΕΕ, όταν αξιολογούσε την γενικότερη πορεία της χώρας. Ως εκ τούτου, ο στόχος της επίτευξης του status υποψήφιας χώρας της ΕΕ, το οποίο έλαβε η χώρα το 2005, ήταν ένα σημαντικό κίνητρο για την εφαρμογή της OFA. Η OFA γενικώς χαιρετίστηκε ως επιτυχία, καθώς η ΠΓΔΜ διέφυγε από τις εθνοτικές συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας και επίσης απέφυγε τον θεσμικό κατακερματισμό της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κάτι που ήταν αποτέλεσμα της Ειρηνευτικής Συμφωνίας Dayton.

    Παρά την σχετικά καλή πορεία της ΠΓΔΜ αναφορικά με την εκτέλεση της OFA, η διαδικασία της ευρω-ατλαντικής ενοποίησης εκτροχιάστηκε για περισσότερο από 10 χρόνια εξαιτίας των διαφωνιών με την Ελλάδα για το όνομα της χώρας. Ξανά, ήταν τελικά η επιρροή της ΕΕ που επανέφερε την διαδικασία ξανά σε τροχιά. Εξαιτίας της Ελλάδας, η ΠΓΔΜ δεν έλαβε την πολυαναμενόμενη πρόταση για ένταξη στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, κάτι που ξεκίνησε ένα κύμα εθνικιστικών διαδηλώσεων στη χώρα. Αυτό αντιπροσώπευε ένα σημείο καμπής για τον εθνικιστή πρωθυπουργό Nikola Gruevski, ο οποίος ξεκίνησε να προωθεί πιο ανοιχτά και προκλητικά εθνικιστικές πολιτικές. Το ελληνικό βέτο σήμαινε ότι η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ και εισδοχής στο ΝΑΤΟ σταμάτησε μετά το 2009, γεγονός που συνέπεσε με τον αυξανόμενο εθνικισμό στην ΠΓΔΜ, την σταδιακή αποσταθεροποίηση της εσωτερικής πολιτικής, και την ραγδαία επιδείνωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αλλά αυτή η αρνητική πορεία ήρθε στο τέλος το 2016 όταν εξελέγη μια νέα κυβέρνηση που προώθησε μια φιλοευρωπαϊκή ατζέντα και πιο συμφιλιωτικές προς την Ελλάδα πολιτικές. Αυτό αναζωογόνησε την διαδικασία ένταξης στην ΕΕ και τις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα, με αποκορύφωμα την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ της Βόρειας Μακεδονίας και της Ελλάδας το 2018. Ως αποτέλεσμα, στη χώρα δόθηκε η ονομασία "Βόρεια Μακεδονία". Επίσης, η χώρα δεν συμβιβάστηκε μόνο στο όνομά της, αλλά ουσιαστικά παραχώρησε δικαίωμα άσκησης βέτο για την ταυτότητά της σε μια γειτονική χώρα –για χάρη της ένταξης στην ΕΕ.

    Ο ρόλος της ΕΕ στην καθιέρωση του διαλόγου Βελιγραδίου-Πρίστινας επίσης καταδεικνύει πώς η υπόσχεση της ένταξης στην ΕΕ μπορεί να οδηγήσει σε διευθέτηση των συγκρούσεων. Μόλις οι σχέσεις της Σερβίας με το Κοσσυφοπέδιο έγιναν το πιο καθοριστικό θέμα για την ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ, αυτό κινητοποίησε το Βελιγράδι να ξεκινήσει έναν επίσημο διάλογο το 2011. Τότε, η Κομισιόν πρότεινε να δοθεί το καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας στη Σερβία, τον Οκτώβριο του 2011. Αλλά το Συμβούλιο, υπό την επιρροή της Γερμανίας, ανέβαλε την απόφαση μέχρι την άνοιξη του 2012, εξαιτίας των βίαιων συγκρούσεων στα σύνορα του Κοσσυφοπεδίου με τη Σερβία. Η ΕΕ θεώρησε υπεύθυνη τη Σερβία για τα επεισόδια και την κάλεσε να απομακρύνει τα οδοφράγματα από τα σύνορα και να επιτρέψει στο Κοσσυφοπέδιο να συμμετέχει στην περιφερειακή συνεργασία –και αυτά έγιναν και όροι για να δεχθεί η Σερβία το καθεστώς υποψηφίας προς ένταξη χώρας. Το κίνητρο της ΕΕ είχε αποτέλεσμα: η πίεση που οδήγησε στην υπογραφή σειράς τεχνικών συμφωνιών, όπως τη συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Δεκέμβριο του 2011, μεταξύ των κυβερνήσεων της Σερβίας και του Κοσσυφοπεδίου για την Ενιαία Διαχείριση Συνόρων. Με βάση αυτή, οι δύο κυβερνήσεις ανέλαβαν να δημιουργήσουν κοινούς συνοριακούς σταθμούς που θα διαχειρίζονται και από τις δύο πλευρές με τη βοήθεια της EULEX. Επιπλέον, τον Φεβρουάριο του 2012, το Βελιγράδι και η Πρίστινα συμφώνησαν στην εκπροσώπηση του Κοσσυφοπεδίου σε περιφερειακά φόρουμ και θεσμικά όργανα. Ανταμείβοντας την συμμόρφωσή της, Η ΕΕ έδωσε το καθεστώς υποψήφιας χώρας στη Σερβία τον Μάρτιο του 2012.

    Τέλος, η θετική επίδραση της ΕΕ ήταν ορατή για άλλη μία φορά όταν το Μαυροβούνιο και το Κοσσυφοπέδιο υπέγραψαν μια συμφωνία οριοθέτησης συνόρων το 2018, επιλύοντας τα εκκρεμή διμερή ζητήματα των δύο χωρών. Αυτή η διευθέτηση θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς την πίεση από την ΕΕ, η οποία πίεσε ενάντια στην ισχυρή αντίσταση των κομμάτων αντιπολίτευσης του Κοσσυφοπεδίου, ισχυριζόμενα ότι η συμφωνία θα παρέδιδε περίπου 8.000 εκτάρια γης στο Μαυροβούνιο. Σε τέτοιες καταστάσεις, η ΕΕ μπορεί να έχει ήπια επίδραση στα εθνικιστικά αισθήματα που έχουν στόχο τους γείτονες και βοηθά στην επίλυση των διαφωνιών.

    Ως εκ τούτου, η προοπτική ολοκλήρωσης της ΕΕ είχε σαφή οφέλη για την ασφάλεια στα Δυτικά Βαλκάνια. Ωστόσο, τα όρια της επιρροής της έχουν επίσης γίνει ορατά. Για παράδειγμα, πολλά σημεία των συμφωνιών μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας παραμένει εκκρεμή ή έχουν μερικώς μόνο εφαρμοστεί, ενώ η ίδια η διαδικασία κατέρρευσε πριν από ένα και πλέον έτη.

    Σε γενικές γραμμές, η θετική επιρροή της ΕΕ μπορεί να έχει αποτέλεσμα μόνο εάν οι κυβερνήσεις των χωρών ενδιαφέρονται πραγματικά για την ένταξη στην ΕΕ. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, αλλά οι συνέπειές του μπορεί να είναι βαθιές: μέρος του λόγου για τον οποίο η ΕΕ δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει το χρόνιο θεσμικό αδιέξοδο με τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ήταν το μικρό ενδιαφέρον των πολιτικών ελίτ της Βοσνίας για ένταξη στην ΕΕ. Αυτό τους έκανε μόνο σπάνια πρόθυμους να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της ΕΕ.

    Η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία είναι υποψήφιες για ένταξη προς την ΕΕ που δεν βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, υπάρχει επίσης μια διαφορά μεταξύ των χωρών αυτών, ότι η Αλβανία έχει μικρότερη στήριξη εντός της ΕΕ από ό,τι η Βόρεια Μακεδονία. Ενώ η Βόρεια Μακεδονία θα λάμβανε την στήριξη όλων των χωρών της ΕΕ εκτός της Γαλλίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου, αρκετά κράτη θα είχαν μπλοκάρει το άνοιγμα των συνομιλιών ένταξης με την Αλβανία. Εξαιτίας αυτού του γενικότερου σκεπτικισμού προς την Αλβανία, η αλβανική κυβέρνηση είναι λιγότερο πρόθυμη να λύσει τα εκκρεμή της ζητήματα με την Ελλάδα από ό,τι ήταν η Βόρεια Μακεδονία.

    Τέλος, το Μαυροβούνιο και η Σερβία είναι υποψήφιες χώρες που επί του παρόντος διαπραγματεύονται την ένταξή τους στην ΕΕ. Αντιστοίχως, αυτές οι δύο χώρες διατηρούν ισχυρά κίνητρα για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της διευθέτησης των συγκρούσεων με τους γείτονες.

    Έτσι, μια νέα εξέλιξη που ίσως έχει αποδυναμώσει την μόχλευση της ΕΕ στην περιοχή -ακόμη και μεταξύ χωρών που θα ήθελαν να ενταχθούν- είναι η χαλάρωση της δέσμευσης της ΕΕ για περαιτέρω διεύρυνση, όπως φάνηκε σαφώς από το βέτο της Γαλλίας τον Οκτώβριο του 2019. Η γαλλική κίνηση αύξησε τις αμφιβολίες μεταξύ των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων για τις μελλοντικές τους προοπτικές, και ουσιαστικά τράβηξαν φρένο στην πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ. Η Γαλλία ζητά τώρα μια ριζική αναθεώρηση της πολιτικής διεύρυνσης, που σημαίνει ότι η διαδικασία ενοποίησης των Βαλκανίων είναι πιθανό να επιβραδυνθεί. Οι λαϊκές προσδοκίες στην περιοχή είναι ήδη σχετικά χαμηλές: το 66% των πολιτών της Σερβίας εκτιμούν πως δεν θα ενταχθούν στην ΕΕ μέχρι το 2030, αν ενταχθούν ποτέ. Σε ό,τι αφορά στην επίλυση διμερών προβλημάτων στην περιοχή, η απομάκρυνση αυτού του πλαισίου και η εξασθένιση των προσδοκιών που κάποτε υπήρχαν, θα έχει αρνητική επίδραση.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.ecfr.eu/publications/summary/the_power_of_perspective_why_eu_membership_still_matters_in_western_balkans

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων