Τετάρτη, 11-Φεβ-2026 10:56
Συναγερμός στην ΕΕ για το ενεργειακό κόστος – Παρέμβαση Αυστρίας και πιέσεις για άμεσα μέτρα στήριξης της βιομηχανίας
Η συζήτηση για το υψηλό ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας επανέρχεται με ένταση στο προσκήνιο, ενόψει της άτυπης συνόδου κορυφής της ΕΕ στο Βέλγιο. Ο καγκελάριος της Αυστρίας, Christian Stocker, έστειλε σαφές μήνυμα ότι η μείωση των τιμών ενέργειας πρέπει να αποτελέσει την απόλυτη προτεραιότητα των ηγετών, προειδοποιώντας ότι "κανένας άλλος παράγοντας δεν στραγγαλίζει τόσο την ευρωπαϊκή βιομηχανία".
Η παρέμβασή του δεν είναι μεμονωμένη αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ανησυχίας που διατρέχει κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης – αλλά όχι μόνο – καθώς η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές ενέργειας παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Ασία.
Ο Stocker ήταν κατηγορηματικός ότι η αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους είναι "η πιο επείγουσα αποστολή" της ΕΕ. Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν αφορά ένα ή δύο κράτη, αλλά διαπερνά οριζόντια το σύνολο της Ένωσης, πλήττοντας ιδιαίτερα τη βαριά βιομηχανία, τη χημική παραγωγή και τον ενεργοβόρο μεταποιητικό τομέα.
Ο Αυστριακός καγκελάριος άσκησε κριτική στην εφαρμογή του European Green Deal, υποστηρίζοντας ότι η μείωση των εκπομπών CO₂ σε ορισμένες περιπτώσεις δεν οφείλεται σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, αλλά σε απλή μείωση παραγωγής. "Το να γινόμαστε πιο πράσινοι δεν μπορεί να σημαίνει ότι γινόμαστε φτωχότεροι", σημείωσε με νόημα.
Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε ότι θα εισηγηθεί την επέκταση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών για τη βιομηχανία στο πλαίσιο του EU Emissions Trading System (ETS), ώστε να αποφευχθεί η αποβιομηχάνιση και η μετεγκατάσταση παραγωγικών μονάδων εκτός Ευρώπης.
Η Αυστρία δεν είναι μόνη. Ο πρωθυπουργός της Τσεχίας, Andrej Babiš, και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Viktor Orbán, έχουν επίσης ζητήσει χαλάρωση περιβαλλοντικών κανόνων που – όπως υποστηρίζουν – επιβαρύνουν υπέρμετρα το ενεργειακό κόστος.
Παράλληλα, σε κοινά έγγραφα θέσεων, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Friedrich Merz, και η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Giorgia Meloni, έχουν ταχθεί υπέρ της επιτάχυνσης της απορρύθμισης και ακόμη και της δημιουργίας "φρένου έκτακτης ανάγκης" σε νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Από την άλλη πλευρά, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Emmanuel Macron, επιμένει σε πιο θεσμικές λύσεις, όπως η έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους και η υιοθέτηση πολιτικής "ευρωπαϊκής προτίμησης" για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής.
Το γεγονός ότι τόσο διαφορετικές πολιτικές σχολές συγκλίνουν στην ανάγκη στήριξης της βιομηχανίας αποτυπώνει το μέγεθος της πρόκλησης.
Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή βιομηχανία αντιμετωπίζει μια διπλή πίεση:
Αφενός τις υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές και αφετέρου το αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το κλίμα και το περιβάλλον.
Η απώλεια των ρωσικών ροών φυσικού αερίου, η στροφή στο LNG και η αυξημένη εξάρτηση από διεθνείς αγορές έχουν μεταβάλει τη δομή κόστους. Παρά την πρόσφατη αποκλιμάκωση σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά του 2022–2023, οι τιμές παραμένουν σε επίπεδα που δυσκολεύουν επενδυτικές αποφάσεις μεγάλης κλίμακας.
Η επέκταση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών, που προτείνει η αυστριακή πλευρά, λειτουργεί ως άμεσο "μαξιλάρι" κόστους για ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως χάλυβας, τσιμέντο και αλουμίνιο. Ωστόσο, εγείρει ερωτήματα ως προς τη συνοχή της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής και την πορεία προς την απανθρακοποίηση.
Ενδιαφέρον έχει ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αρχίσει να αναθεωρεί τμήματα της περιβαλλοντικής της ατζέντας, στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας απλοποίησης και μείωσης γραφειοκρατίας. Η τάση αυτή φαίνεται να ενισχύεται, καθώς η πολιτική πίεση αυξάνεται.
Το δίλημμα που αναδεικνύεται είναι σαφές και αφορά στο πώς μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει τους φιλόδοξους στόχους για το κλίμα χωρίς να διακινδυνεύσει τη βιομηχανική της βάση.
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Περιλαμβάνει:
Η άτυπη σύνοδος στο Βέλγιο αποκτά, υπό αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια συζήτηση περί τιμών, αλλά για μια στρατηγική επιλογή για το παραγωγικό μοντέλο της Ευρώπης.
Η ρητορική περί "αποβιομηχάνισης" και "φυγής επενδύσεων" δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένες φωνές. Διαμορφώνει ένα νέο ρεύμα σκέψης, που ζητά ισορροπία μεταξύ κλιματικής φιλοδοξίας και οικονομικού ρεαλισμού.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοικτά είναι αν η ΕΕ θα επιλέξει μια πιο ευέλικτη προσέγγιση στο ενεργειακό κόστος – ακόμη και αν αυτό σημαίνει προσωρινές παρεκκλίσεις από αυστηρούς κανόνες – ή αν θα επιμείνει σε ένα αυστηρό πλαίσιο, ρισκάροντας περαιτέρω πιέσεις στη βιομηχανική της βάση.
Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της ενέργειας επιστρέφει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής ατζέντας, αυτή τη φορά όχι μόνο ως θέμα ασφάλειας εφοδιασμού ή πράσινης μετάβασης, αλλά ως ζήτημα επιβίωσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.