Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 11-Φεβ-2026 00:03

    Τετ-α-τετ στην Άγκυρα: Πόκερ για γερά νεύρα ή άλλη μια μέρα στη δουλειά;

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, πραγματοποιείται σε μια περίοδο όπου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ισορροπούν ανάμεσα στη διατήρηση της διπλωματικής ηρεμίας και στη βαθιά, διαχρονική επιφυλακτικότητα. Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, στο πλαίσιο του οποίου γίνεται η επίσκεψη, λειτουργεί ως ένας θεσμοθετημένος δίαυλος επικοινωνίας που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανό τον διάλογο ακόμη και σε περιόδους έντασης. Αυτή δε τη φορά, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του τεταμένου συστήματος ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.

    Παρά τις συχνές δημόσιες δηλώσεις περί "θετικού κλίματος", η πραγματικότητα παραμένει σαφώς πιο σύνθετη. Αθήνα και Άγκυρα εξακολουθούν να διαφωνούν για τα θεμελιώδη: η Ελλάδα επιμένει ότι η μόνη διαφορά προς επίλυση είναι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ενώ η Τουρκία προβάλλει ένα σύνολο διευρυμένων αξιώσεων που η ελληνική πλευρά απορρίπτει ως εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου και Συνθήκης της Λωζάνης. Σε αυτό το υπόβαθρο, προστίθεται και το Κυπριακό, όπου η Άγκυρα διατηρεί σταθερά τη γραμμή της διχοτόμησης και απορρίπτει κάθε λύση τύπου ομοσπονδίας, κρατώντας το χάσμα ανοιχτό παρά τις κατά καιρούς εκκλήσεις για συνομιλίες.

    Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι προσδοκίες είναι χαμηλές, αλλά όχι ανύπαρκτες. Οι δύο πλευρές έχουν περιθώριο να προχωρήσουν μπροστά στα πεδία χαμηλής πολιτικής: ανανέωση διευκολύνσεων στις θεωρήσεις βίζας για Τούρκους επισκέπτες στα ελληνικά νησιά, συνεργασίες στον τουρισμό, ενίσχυση οικονομικών ανταλλαγών και κοινές δράσεις στην πολιτική προστασία. Αυτές οι πρακτικές κινήσεις, αν και περιορισμένες, μπορούν να δημιουργήσουν σταδιακά ένα πιο σταθερό περιβάλλον. Η Τουρκία έχει και οικονομικά κίνητρα να κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο, καθώς επιδιώκει να ενισχύσει την εικόνα σταθερότητας για τις αγορές, ώστε να προσελκύσει επενδύσεις και να στηρίξει την τουριστική της βιομηχανία σε μια περίοδο όπου η οικονομία της βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση (π.χ. υπαναχώρηση BYD).

    Ωστόσο, ακόμη και την ώρα του διαλόγου, η Άγκυρα δεν αποσύρει τα εργαλεία πίεσης. Οι απειλές περί "παραβιάσεων", οι αναφορές σε "γκρίζες ζώνες" και οι δηλώσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα παραμένουν "στο τραπέζι", υπενθυμίζοντας ότι η αποκλιμάκωση που προβάλλεται επισήμως συνυπάρχει με στρατηγικές έντασης. Αυτή η διπλή τακτική είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο η Τουρκία διαχειρίζεται τις σχέσεις με τους γείτονές της, επιδιώκοντας να διατηρεί και το πλαίσιο συνεργασίας και τη δυνατότητα κλιμάκωσης.

    Σε επίπεδο προσωπικής δυναμικής, οι δύο ηγέτες προσέρχονται με διαφορετικές επιδιώξεις: ο Μητσοτάκης αποσκοπεί στη διατήρηση προβλεψιμότητας και στη σταθερή ευρωπαϊκή/δυτική πορεία της χώρας, ενώ ο Ερντογάν επιδιώκει, ενόψει Γάζας, να ενισχύσει το διεθνές του κύρος και να εμφανιστεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας στην περιοχή, ενισχύοντας ταυτόχρονα το εσωτερικό του αφήγημα. Η ψυχολογία της ηγεσίας παίζει ρόλο στη διαμόρφωση του κλίματος, ακόμη κι αν αυτό δεν γίνεται πάντα αντιληπτό στο προσκήνιο.

    Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί (μάλλον το αντίθετο) το ενδεχόμενο εμφάνισης ενός νέου, μικρού αλλά ρεαλιστικού σεναρίου επέκτασης των κοινών δράσεων: μια κοινή πρωτοβουλία για την πολιτική προστασία, ένα πρόγραμμα περιβαλλοντικής συνεργασίας ή ένα τεχνικό μνημόνιο για ζητήματα έρευνας και διάσωσης. Τέτοιου τύπου κινήσεις δεν λύνουν τα μεγάλα προβλήματα, αλλά δημιουργούν μια αίσθηση ότι κάτι κινείται πέρα από το σκληρό γεωπολιτικό πλαίσιο κι ενισχύουν τους δεσμούς.

    Γενικότερα θα πρέπει να γίνει αντιληπτό, πως υπάρχει ένα δομικό έλλειμμα το οποίο υποτιμάται: η κουλτούρα συνεργασίας ανάμεσα στις κοινωνίες των δύο χωρών είναι ελάχιστα ανεπτυγμένη. Παρότι υπάρχουν πανεπιστημιακές, πολιτιστικές και επιχειρηματικές επαφές, αυτές παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το εύρος και τη σημασία των ζητημάτων. Η απουσία σταθερών, βαθιών διαύλων επικοινωνίας σε κοινωνικό επίπεδο ενισχύει τη δυσπιστία και αφήνει το πεδίο ανοιχτό σε ρητορικές έντασης.

    Σε διεθνές επίπεδο, το ενδιαφέρον είναι τεράστιο όπως και η σημασία της συνάντησης για ΕΕ και ΗΠΑ, που επιθυμούν σταθερότητα ανάμεσα σε δύο κρίσιμους συμμάχους στο ΝΑΤΟ σε μια γεωπολιτική συγκυρία γεμάτη μεγάλες αλλαγές και κινδύνους. Η Ελλάδα επιδιώκει να διατηρήσει τον ρόλο του αξιόπιστου συνομιλητή της Δύσης, ενώ η Τουρκία αναζητά τη δική της ισορροπία μεταξύ Δύσης και αυτόνομης περιφερειακής ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια περιορισμένη πρόοδος θα πρέπει να θεωρείται σημαντική.

    Τελικά, η λεγόμενη διπλωματία των χαμηλών προσδοκιών ίσως να είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή με την γείτονα. Δεν επιλύει προβλήματα δεκαετιών, ούτε αλλάζει μονομιάς τις δομές της έντασης· προσφέρει όμως ασφάλεια, αποτρέπει κρίσεις, λειαίνει το έδαφος για περισσότερα και κρατάει ανοιχτούς τους διαύλους. Σε μια εποχή όπου οι παρεξηγήσεις, τα επεισόδια ρουτίνας και τα λάθη μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε κλιμάκωση, αυτό αποτελεί από μόνο του σημαντικό κέρδος.

    Για τον πολίτη, τέτοιες συναντήσεις μπορεί να μοιάζουν αδιάφορες, αλλά δεν είναι. Επηρεάζουν άμεσα το περιβάλλον ασφάλειας, την οικονομία και την ευρύτερη σταθερότητα. Η ύπαρξη διαλόγου μειώνει τον κίνδυνο εντάσεων, ενισχύει την προβλεψιμότητα και δημιουργεί μικρές αλλά ουσιαστικές δυνατότητες συνεργασίας που μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινότητα, τον τουρισμό, τις επιχειρήσεις και τις τοπικές σχέσεις μεταξύ των δύο λαών.

    Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση στην Άγκυρα δεν αναμένεται να προσφέρει θεαματικές ανατροπές, αλλά μπορεί να επιβεβαιώσει πως, παρά τις διαφορές και τις παράλληλες απειλές, ο διάλογος παραμένει η πιο ασφαλής και ωφέλιμη οδός για τη διαχείριση μιας από τις πιο σύνθετες και ευαίσθητες διμερείς σχέσεις της περιοχής.

    Πέτρος Λάζος
    petros.lazos@capital.gr 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ