Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 08-Ιαν-2023 08:31

    Ένα νέο μέλος, αρκετοί νέοι πονοκέφαλοι για την Ευρωζώνη

    Ένα νέο μέλος, αρκετοί νέοι πονοκέφαλοι για την Ευρωζώνη
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Όχι απλώς δεν κλυδωνίζεται, αλλά επεκτείνεται, με την εισδοχή ενός νέου κράτους-μέλους. Αυτό είναι το μήνυμα για την Ευρωζώνη, το οποίο περιχαρείς εξέπεμψαν οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες, με πρώτη την πρόεδρο της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, καθώς η έλευση του νέου έτους έφερε την Κροατία στους κόλπους της νομισματικής ενοποίησης.

    Εν μέσω ενός χειμώνα ο οποίος σημαδεύεται από την πληθωριστική και ενεργειακή κρίση, που επιτάχυνε ο πόλεμος στην Ουκρανία, η προγραμματισμένη αυτή εξέλιξη αντιβαίνει προς την απαισιοδοξία που από πολλές μεριές διαχέεται σχετικά με τις αντοχές της Γηραιάς Ηπείρου. Όμως οι πληροφορίες περί του θανάτου της ήταν, για να θυμηθούμε τον μέγα είρωνα Μαρκ Τουέιν, κάπως πρόωρες.

    Εκτός από 20ό κράτος-μέλος της Ευρωζώνης, η Κροατία έγινε και το 26ο μέλος του Χώρου Σένγκεν, προτού καν συμπληρώσει δεκαετία από την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση – εξέλιξη ενδεικτική της θελκτικότητας που διατηρεί το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης στη λεγόμενη "Νέα Ευρώπη" ή τουλάχιστον τα δυτικά Βαλκάνια. Διότι, κατά τα λοιπά, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία μόνο βιασύνη δεν επιδεικνύουν για υιοθέτηση του ευρώ.

    Τα υπέρ και τα κατά

    Για μια χώρα η οποία διεξήγε το 95% των εξωτερικών συναλλαγών της σε ευρώ, η εγκατάλειψη του εθνικού νομίσματος κούνα έμοιαζε περίπου αναπόφευκτη. Ωστόσο, σε μια συγκυρία κατά την οποία ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε στο 13% σε ετήσια βάση, ο φόβος των ανατιμήσεων που θα επιφέρει η αλλαγή νομίσματος είναι απολύτως υπαρκτός, όσο και αν η κεντρική τράπεζα (που πλέον αποκτά τη δική της θέση στη διοίκηση του Ευρωσυστήματος) επιμένει ότι οι επιπτώσεις θα είναι "ελάχιστες" και ο εναρμονισμένος ετήσιος δείκτης τιμών καταναλωτή θα προσγειωθεί στο 7,5% το 2023.

    Σε κάθε περίπτωση, η Κροατία των μόλις τεσσάρων εκατομμυρίων κατοίκων, που απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1991 εν μέσω του χάους της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, επαίρεται ότι έχει ήδη προωθηθεί στον στενότερο κύκλο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ωστόσο, η χώρα, που στηρίζεται κυρίως στον τουρισμό, δοκιμάζεται από υψηλό χρέος (85,3% του ΑΕΠ), χαμηλά εισοδήματα κατά κεφαλήν (στο 65% το ευρωπαϊκού μέσου όρου), αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, διαφθορά (60ή θέση παγκοσμίως στο Corruption Perceprion Index) και κυρίως ραγδαία δημογραφική επιδείνωση, καθώς η υψηλή ανεργία (17,38% κατά μέσο όρο την περίοδο 1996-2018) έχει ωθήσει πολλούς Κροάτες στη μετανάστευση.

    Διαψεύδονται οι Κασσάνδρες

    Η διεύρυνση της Ευρωζώνης έδωσε μια συμβολική νότα αισιοδοξίας, όμως και στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας τα δεδομένα κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν μέχρι στιγμής τις Κασσάνδρες. Βοήθησε βέβαια σε αυτό και η... κλιματική μεταβολή, καθώς οι ενεργειακές ανάγκες υπήρξαν μικρότερες του αναμενομένου για τέτοια εποχή, με αποτέλεσμα τα όποια αποθέματα έχουν οικοδομηθεί να επαρκέσουν, παρά τους γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς. Η Γερμανία, ειδικότερα, επωφελείται της αίσθησης ότι αποδείχθηκε ανθεκτική.

    Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου διαμορφώνεται πλέον στα 65 ευρώ ανά μεγαβάτ την ώρα, επίπεδο που είναι το χαμηλότερο από το 2021, όσο και αν παραμένει αρκετά υψηλό με ιστορικούς όρους. Τα δε προθεσμιακά συμβόλαια κινούνται καθοδικά, καθώς ο καλός καιρός μειώνει την πίεση για την αναπλήρωση των αποθεμάτων. Στην Ιταλία οι καταναλωτές ήδη επωφελούνται της μείωσης των τιμών.

    Στην Ισπανία η ανεργία τον Δεκέμβριο μειώθηκε για άλλον έναν μήνα, αυτή τη φορά κατά 1,52%, υποχωρώντας στο 8,6%, ήτοι το χαμηλότερο ποσοστό από το 2007. Μάλιστα, τουλάχιστον 75% των εργαζομένων κάτω των 30 ετών έχουν συμβόλαια αορίστου χρόνου, όταν την περίοδο 2017-2021 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κατώτερο του 50%.

    Αισθητή η πίεση από την αύξηση των επιτοκίων

    Αυτά ως εδώ είναι τα καλά νέα. Που, όμως, δεν απομακρύνουν τη μεγάλη σκιά η οποία απλώνεται από την προοπτική συνέχισης της νομισματικής περιστολής. Με ό,τι αυτή συνεπάγεται για τον πλέον αδύναμο κρίκο της Ευρωζώνης, ήτοι την αναχρηματοδότηση του ιταλικού χρέους.

    Δεν είναι πλέον ζήτημα δημοσιονομικής χαλαρότητας. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στη Ρώμη έχει προϋπολογίσει μείωση του ελλείμματος από το 5,6% το ΑΕΠ το 2022 στο 4,5% φέτος και στο 3% το 2024. Όμως, με το σύνολο του χρέους να βρίσκεται στο 145% του ΑΕΠ, η χώρα παραμένει ευάλωτη. Το κόστος δανεισμού αυξήθηκε απότομα αφότου η ΕΚΤ άρχισε να αυξάνει τα επιτόκιά της το περασμένο καλοκαίρι. Η απόδοση των δεκαετών ιταλικών ομολόγων έφθασε στο 4,6% την περασμένη εβδομάδα, ποσοστό τετραπλάσιο του αντίστοιχου περσινού, με spread 2,1 ποσοστιαίων μονάδων έναντι των γερμανικών τίτλων.

    Βέβαια, οι προβλέψεις της διευθύντριας του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, ότι το ήμισυ των χωρών της Ευρωζώνης πρόκειται να περάσουν σε ύφεση προδιαθέτουν για χαλάρωση της πολιτικής της Φρανκφούρτης. Ήδη τα τέσσερα πέμπτα των 37 οικονομολόγων που συμμετείχαν σε έρευνα των "Financial Times" εκτιμούν ότι η αύξηση των επιτοκίων θα τερματισθεί εντός του πρώτου εξαμήνου του 2023.

    Αντιφατικές επιδιώξεις

    Από την άλλη, όμως, η στενότητα στην αγορά εργασίας της Γερμανίας, όπου δύο στις πέντε επιχειρήσεις αναφέρουν ελλείψεις προσωπικού, συντηρεί τις πληθωριστικές πιέσεις, καθιστώντας εξίσου πιθανή τη συνέχιση της νομισματικής περιστολής.

    Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική, και ο Λουντοβίκ Σουμπράν, κορυφαίος οικονομολόγος της Allianz, προειδοποιεί την Ευρωζώνη ότι κινδυνεύει να αναπαραγάγει την κρίση που έπληξε τις αγορές ομολόγων το 2012, καθώς "οι δημοσιονομικές δυνατότητες των χωρών διαφέρουν όταν δεν υπάρχει η παρέμβαση της ΕΚΤ".

    Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που η ιταλική κυβέρνηση εξαπολύει διαρκώς ρητορικές βολές κατά της ΕΚΤ, με τη Μελόνι να προειδοποιεί τη Φρανκφούρτη, κατά τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε για το τέλος του έτους, να "αποφύγει τις επιζήμιες επιλογές" και τον υπουργό Άμυνας, Γκουίντο Κροσέτο, την Τετάρτη να κρίνει θεμιτό το να αναρωτιόμαστε αν είναι σωστό να έχουμε παραχωρήσει σε ανεξάρτητους φορείς, υπόλογους μόνο στους εαυτούς τους, τη δυνατότητα να διαμορφώνουν τη ζωή των πολιτών και της οικονομίας.

     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ