Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 05-Σεπ-2021 09:25

    Τι σημαίνει το προβάδισμα των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών

    Τι σημαίνει το προβάδισμα των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Η Γερμανία είχε να το δει πάνω από δεκαπέντε χρόνια: Να εξασφαλίζει πρωτιά το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), έστω και δημοσκοπική. Κι όμως: συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα – με το προβάδισμα, μάλιστα, να παγιώνεται και να διευρύνεται την εβδομάδα που λήγει. Η άμεση αιτία είναι η κατά κοινή ομολογία καλή επίδοση του Σοσιαλδημοκράτη υποψήφιου καγκελαρίου Όλαφ Σολτς στην "τριγωνική" (για πρώτη φορά) τηλεοπτική αναμέτρηση με τον Άρμιν Λάσετ των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και την Αναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων. Όμως η ανατροπή οφείλεται στην πραγματικότητα σε βαθύτερες τάσεις – που έχουν μετατρέψει σε "κινούμενη άμμο" την πορεία προς τις ομοσπονδιακές βουλευτικές εκλογές της 26ης Σεπτεμβρίου. Και μόνο, πάντως, η πιθανότητα να διαδεχθεί ο Σολτς την Άνγκελα Μέρκελ στην καγκελαρία έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά για όλη την Ευρώπη. Πόσω μάλλον αν οι ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στον επόμενο κυβερνητικό συνασπισμό ωθήσουν τον μάλλον άχρωμο και δημοσιονομικά συντηρητικό νυν υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας σε περισσότερο τολμηρές επιλογές την επόμενη μέρα. Αλλά, για να διακριβωθεί αυτό, δεν θα αρκέσει η ετυμηγορία των Γερμανών ψηφοφόρων στην κάλπη: θα πρέπει να καρποφορήσουν και οι μετεκλογικές διαβουλεύσεις για τη συγκρότηση συγκυβέρνησης, οι οποίες αναμένονται δυσκολότερες από ποτέ και ενδεχομένως πολύμηνες.

    Όπως και αν έχει, το επικείμενο τέλος της "εποχής Μέρκελ" βρίσκει το γερμανικό πολιτικό σύστημα περισσότερο κατακερματισμένο (με τον άλλοτε κραταιό "δικομματισμό μετά μπαλαντέρ" να έχει δώσει τη θέση του σε μια επτακομματική Μπούντεσταγκ), την κυβερνώσα Χριστιανοδημοκρατία χωρίς πνοή και ένα τμήμα των μέχρι τώρα ψηφοφόρων της να πρωταγωνιστεί στις αλλεπάλληλες, κατά τις δημοσκοπήσεις, μετακινήσεις του εκλογικού σώματος, σε αναζήτηση πρωτότυπων επιλογών έξω από τις κομματικές ταυτίσεις, ως απάντηση σε ό,τι βιώνεται ως μακρά στασιμότητα της χώρας. Το αποτέλεσμα είναι οι διαρκείς εκπλήξεις αυτής της χρονιάς, όπως η ταχεία άνοδος των Πρασίνων στην πρώτη προτίμηση και η εξίσου ταχεία υποχώρησή τους, που άνοιξε, πέρα από κάθε προσδοκία, τον δρόμο για τη "νεκρανάσταση" της καταπονημένης Σοσιαλδημοκρατίας.

    Τα δημοσκοπικά δεδομένα

    Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Kantar, το SPD συγκεντρώνει 25%, έναντι 21% των Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και 19% των Πρασίνων. Οι Φιλελεύθεροι (FDP) και η ακροδεξιά "Εναλλακτική για τη Γερμανία" (ΑfD) βρίσκονται στο 11%, ενώ το κόμμα της Αριστεράς (Linke) στο 7%.

    Παραπλήσια τα αποτελέσματα του Ινστιτούτου Insa για λογαριασμό της εφημερίδας "Bild": Το SPD φέρεται να έχει προβάδισμα 5 μονάδων, με το ποσοστό του να ανέρχεται πλέον στο 25%, και των συντηρητικών (CDU/CSU) στο 20%, ενώ έπονται οι Πράσινοι με 16,5%.

    Όσο για την τηλεμαχία, η εταιρεία Forsa διενήργησε έρευνα-αστραπή για λογαριασμό του δικτύου RTL, βάσει της οποίας ο Όλαφ Σολτς αναδεικνύεται νικητής με ποσοστό 36% των ερωτηθέντων. Ακολουθούν η Μπέρμποκ με 30% και τρίτος ο Λάσετ με 25%.

    Με άλλα λόγια, ο εκλεκτός του κομματικού μηχανισμού της CDU, Λάσετ, προσωποποιεί την εξανέμιση της άνετης πρωτιάς που εμφάνιζε η παράταξή του στις αρχές του χρόνου και χρεώνεται την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου είναι πρωθυπουργός, κατά τις καταστροφικές πλημμύρες του Ιουλίου. Ο Σολτς, αντίθετα, εκμεταλλευόμενος την παρουσία του στον τωρινό "μεγάλο συνασπισμό", προβάλλει ως έμπειρος και παραδόξως ως "η Μέρκελ μετά τη Μέρκελ". Όμως ποιου κυβερνητικού σχήματος θα μπορούσε αύριο να ηγηθεί;

    Δύο οι πιθανότεροι συνασπισμοί

    Τα υφιστάμενα αριθμητικά δεδομένα υποδεικνύουν λύση τρικομματική. Όχι μόνο διότι πολιτικά η επανάληψη του "μεγάλου συνασπισμού" CDU-SPD ελάχιστα θέλγει τους εμπλεκομένους, αλλά και γιατί το άθροισμα των δυνάμεών τους βρίσκεται πλέον κάτω από το 50% − εξέλιξη όντως ιστορική.

    Το κύριο ερώτημα, συνεπώς, είναι αν το πιθανότερο σενάριο της "επόμενης μέρας" αφορά μια συγκυβέρνηση SPD-Πρασίνων και Φιλελευθέρων ("συνασπισμός Τζαμάικα") ή SPD-Πρασίνων και Αριστεράς ("κοκκινο-κοκκινο-πράσινος συνασπισμός"). Υπό την πίεση και του Λάσετ, ο Σολτς έχει αποκλείσει συνεργασία με δυνάμεις που δεν είναι επαρκώς αφοσιωμένες στο ΝΑΤΟ, ήτοι την Αριστερά, και η δήλωση αυτή δείχνει να τον τονώνει δημοσκοπικά μεταξύ των ψηφοφόρων που δεν αρέσκονται σε "πειραματισμούς". Σε δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Civey για λογαριασμό του περιοδικού "Der Spiegel", το 53% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι "το SPD θα πρέπει να αποκλείσει επί της αρχής μια συνεργασία με την Αριστερά", ενώ το 54% ζητά να κάνουν το ίδιο και οι Πράσινοι.

    Το "σταυρόλεξο" της αυριανής οικονομικής πολιτικής

    Πίσω από τη συζήτηση για το όνομα του αυριανού καγκελαρίου το κρισιμότερο ερώτημα αφορά, λοιπόν, τους μικρότερους παίκτες – λ.χ. το αν οι Πράσινοι θα αναδειχθούν τόσο ισχυροί ώστε να διεκδικήσουν το υπουργείο Οικονομικών.

    Το μόνο βέβαιο, σύμφωνα με τις αναλύσεις της "Handelsblatt" και του Eurointelligence είναι ότι το συνταγματοποιημένο "φρένο χρέους" αναπόφευκτα θα παραβιαστεί. Η CDU επιδιώκει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, το SPD αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 12% και σύνταξη για τις μητέρες, οι Πράσινοι τολμηρά βήματα στην ενεργειακή μετάβαση και την ψηφιοποίηση (κατά προτίμηση μέσω ενός ειδικού ταμείου εκτός κρατικού Προϋπολογισμού), οι Φιλελεύθεροι μείωση των φόρων και η Αριστερά αύξησή τους. Την ίδια στιγμή, η απεργία στους σιδηροδρόμους υπενθυμίζει το πόσο διεκδικητικές αρχίζουν και γίνονται οι δυνάμεις της εργασίας.

    Το "σταυρόλεξο" δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς υποχωρήσεις στη δημοσιονομική πειθαρχία, στην οποία κατά τα λοιπά ομνύουν οι περισσότεροι πρωταγωνιστές. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η περιπέτεια της πανδημίας δεν έχει λήξει αντικειμενικά υπονομεύει τη γερμανική εμμονή στην προσωρινότητα και τον όλως εξαιρετικό χαρακτήρα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης.

    Τα μεγάλα ανοιχτά ερωτήματα για τη Γερμανία αφορούν επίσης τον βαθμό προσήλωσης στο υφιστάμενο αναπτυξιακό μοντέλο (και την ταχύτητα μετάβασης στην "πράσινη ανάπτυξη"), αλλά και στη νεοψυχροπολεμική στροφή του ατλαντικού στρατοπέδου. Από αυτή την άποψη, οι Σοσιαλδημοκράτες αποτελούν δύναμη συντήρησης, λόγω των δεσμών τους με τη βιομηχανία και την παραδοσιακή εργατική τάξη. Κατά ανάλογο τρόπο, αποτελούν δύναμη η οποία δεν ευνοεί τη ρήξη με τη Ρωσία αλλά και την Τουρκία.



     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ