Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 14-Ιουν-2021 12:44

    Ο Ερντογάν δεν εμπιστεύεται τον Μπάιντεν - αλλά τον χρειάζεται

    Ο Ερντογάν δεν εμπιστεύεται τον Μπάιντεν - αλλά τον χρειάζεται
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Υπάρχουν και οι ολιγαρκείς. Όπως ο Μουζαφέρ Σενέλ του Πανεπιστημίου Medipol της Άγκυρας ο οποίος, μιλώντας στους Asia Times για τις προοπτικές του σημερινού ραντεβού Μπάιντεν-Ερντογάν στις Βρυξέλλες τονίζει χαρακτηριστικά: "Και μόνο να μην καταλήξει η συνάντηση σε χρηματοπιστωτικό σοκ, θα είναι μια επιτυχία”.

    Η Τουρκία πράγματι βίωσε δύο συναλλαγματικές κρίσεις μέσα στην τελευταία τριετία και το αρχικό έναυσμα δόθηκε από έναν Αμερικανό πρόεδρο: τον Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος επέβαλε κυρώσεις εναντίον Τούρκων αξιωματούχων για την υπόθεση της κράτησης του πάστορα Άντριου Μπράνσον.

    Και όμως: για τον Ταγίπ Ερντογάν η τετραετία Τραμπ αποτελούσε τους "καλούς καιρούς” σε ό,τι αφορά τις τουρκοαμερικανικές σχέσεις. Όμως η έλευση του Τζο Μπάιντεν στην εξουσία έχει κατά πολύ μειώσει τα περιθώρια ελιγμού του ισχυρού άνδρα της Άγκυρας. Όχι γιατί είναι κάποιος άγνωστος ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου – αλλά ακριβώς επειδή είναι παλαιός γνώριμος.

    Με τη μακρά εμπειρία του ήδη από τη Γερουσία σε θέματα χάραξης εξωτερικής πολιτικής, ο Τζο Μπάιντεν δεν στηρίζεται στην "προσωπική διπλωματία”, αλλά αφήνει τον πρώτο λόγο στους "επαγγελματίες” της Ουάσιγκτον, όπου πλέον η ανεκτικότητα προς τους διεκδικούντες "στρατηγική αυτονομία” α λα Ερντογάν δεν περισσεύει. Κυρίως όμως ο Αμερικανός πρόεδρος ξυπνά τους μεγαλύτερους φόβους του Τούρκου ηγέτη ως διατελέσας "υπ' αριθμόν δύο” της κυβέρνησης Ομπάμα. Η καχυποψία των ιθυνόντων της γείτονος ως προς τις προθέσεις της αμερικανικής υπερδύναμης ανάγονται σε εκείνη την οκταετία.

    Και οι λόγοι είναι αντικειμενικοί: Εγκαταλείποντας την πολιτική των "μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες” και τη στενή, ακόμη και οικογενειακή, σχέση του με τον Μπασάρ αλ Άσαντ, ο Ερντογάν ενέπλεξε βαθιά τη χώρα του, με δυτική ενθάρρυνση, στην περιπέτεια της "αλλαγής καθεστώτος” στη Δαμασκό, της οποίας τα κόστη για την Τουρκία αποδείχθηκαν μεγαλύτερα από τα προσδοκώμενα οφέλη.

    Βεβαίως, η προοπτική εγκατάστασης στη Συρία ενός σουνιτικού καθεστώτος που θα αποτελούσε μαριονέτα της Άγκυρας ήταν αρκούντως δελεαστική – πόσω μάλλον που θα επέλυε, με μια κυκλωτική κίνηση προς Νότον, το κουρδικό "υπαρξιακό πρόβλημα” της Τουρκίας.

    Αντ' αυτού, ωστόσο, ο Ερντογάν είδε από τη μια να ξεπηδά ένα δεύτερο (μετά από αυτό του βόρειου Ιράκ) κουρδικό αυτόνομο μόρφωμα νοτίως των συνόρων του, συνδεόμενο μάλιστα με το ΡΚΚ και οχυρωμένο με αμερικανική στρατιωτική παρουσία, και από την άλλη το προσφιλές στη Δύση νεότευκτο φιλοκουρδικό κόμμα HDP να αμφισβητεί την ηγεμονία του στο εσωτερικό, οδηγώντας τον σε διπλές βουλευτικές εκλογές το 2015 για να ανακτήσει την αυτοδυναμία.

    Το στρατηγικό πρόβλημα της χώρας συναντήθηκε έτσι με το προσωπικό πρόβλημα πολιτικής επιβίωσης του Ερντογάν.

    Το αίσθημα "εγκατάλειψης”, αν όχι "προδοσίας”, από τη "μεγάλη σύμμαχο” εντάθηκε μετά την είσοδο της Ρωσίας στη συριακή εξίσωση και την επιλογή (καθ' όλα λογική) του ΝΑΤΟ να μην κλιμακώσει την αντιπαράθεση με μία πυρηνική δύναμη, παρότι εκβιάστηκε από την Τουρκία με την προβοκάτσια της κατάρριψης ρωσικού μαχητικού. Οι "προφητικές” προβλέψεις του Ερντογάν για τρομοκρατικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, που υλοποιήθηκαν σύντομα στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες, και η κλιμάκωση της προσφυγικής κρίσης, αποτελούσαν μοχλούς πίεσης που αφορούσαν μόνο τη μία ακτή του Ατλαντικού. Ο Ερντογάν σύντομα χρειάστηκε να πιαστεί από το ρωσικό χέρι που αποδείχθηκε ότι "δεν μπορούσε να δαγκώσει”, ενώ η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 ενέτεινε την παράνοιά του έναντι των ΗΠΑ.

    Μεταφέροντας στο διεθνές πεδίο την κλασική τακτική της "φυγής προς τα εμπρός” και της διαρκούς εναλλαγής συμμαχιών, με την οποία κυριάρχησε στο εσωτερικό, ο Ερντογάν άπλωσε το αποτύπωμα της τουρκικής στρατιωτικής μηχανής (με την "οικονομική λύση” της μεταφοράς ανταρτών από τη Συρία) σε μιαν όλο και μεγαλύτερη ακτίνα, από τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο. Όμως η υπερεπέκταση αυτή δεν επέλυσε το κεντρικό του πρόβλημα, ενώ η χώρα του δεν μπορεί να την υποστηρίξει επί μακρόν. Οι μεγαλύτερες αδυναμίες του προέρχονται πλέον από το εσωτερικό: η οικονομική κρίση και η αυταρχική στροφή υπονομεύουν την βάση στήριξής του στον τουρκικό πληθυσμό – και ένας Τζο Μπάιντεν που κρατά τα "κλειδιά” της διεθνούς χρηματοδότησης και μιλά με μεγαλύτερη από τον προκάτοχό του προθυμία τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι σε θέση να τον πιέσει αποτελεσματικά, την ώρα που του προτείνει και ανταλλάγματα περισσότερο ενσωματωμένα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς, όπως η τουρκική εμπλοκή στο Αφγανιστάν. Η "φυγή” του δύστροπου συμμάχου δεν θα μπορεί να συνεχιστεί για καιρό. 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ