Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 03-Ιαν-2021 09:32

    Διεθνής παρτίδα σκάκι με Τουρκία, Κίνα, Ιράν, Ε.Ε.

    γεωπολιτική σκακιέρα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Πού πρέπει να στραφούν τα βλέμματα σε ό,τι αφορά τη διεθνή σκηνή το 2021; Ποια είναι τα μεγάλα ανοιχτά ερωτήματα που προβάλλουν στο φόντο της πρωτοφανούς κρίσης, η οποία ως καταλύτη είχε την πανδημία του κορονοϊού; Πού αναμένεται να εκδηλωθούν οι σημαντικότερες τριβές και ποιες οι πιθανές συγκλίσεις των μεγάλων παικτών;

    Οι προκλήσεις του νέου έτους απλώνονται σε όλο το φάσμα: από την οικονομία και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής μέχρι την τεχνολογία, τα ζητήματα πολέμου και ειρήνης κ.ο.κ. Κεντρικό μοτίβο, ωστόσο, παραμένει η ανάδυση των "ευρασιατικών δυνάμεων" και ο ολοένα και στενότερος συντονισμός τους απέναντι στον "ατλαντικό κόσμο", ο οποίος μέχρι τώρα έγραφε τους κανόνες του διεθνούς παιχνιδιού – αυτούς ακριβώς που οι ανταγωνιστές του μπόρεσαν επιδέξια να αξιοποιήσουν προς ίδιον όφελος.

    Επί Ντόναλντ Τραμπ, η Ουάσινγκτον πειραματίστηκε με την ιδέα της κατάλυσης αυτών ακριβώς των κανόνων, της μεταφοράς της πίεσης προς τους συμμάχους, της προώθησης του εμπορικού και τεχνολογικού πολέμου με τις ΗΠΑ. Η εκλογή του Τζο Μπάιντεν αλλάζει τη μεθοδολογία, αλλά όχι απαραίτητα και τους στόχους. Η αβεβαιότητα θα είναι κυρίαρχη και κατά το νέο έτος.

    Οι πρόωρες ελπίδες μιας "Μεγάλης Επανεκκίνησης"

    Το Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός θέτει ως φετινό κεντρικό του θέμα τη "Μεγάλη Επανεκκίνηση", εστιάζοντας προφανώς στο θετικό περιεχόμενο που μπορούν να έχουν οι αλλαγές που επέφερε η μεγάλη δοκιμασία της πανδημίας του κορονοϊού.

    Όμως το να σχεδιάζει κανείς την "επόμενη μέρα" φαντάζει εξαιρετικά πρόωρο, τη στιγμή που η πανδημική κρίση, και πολύ περισσότερο η οικονομική κρίση που τη συνοδεύει, κάθε άλλο παρά μπορεί να προεξοφληθεί ότι οδεύουν προς άμεσο τερματισμό. Η κυκλοφορία των πρώτων εμβολίων δημιουργεί ασφαλώς αισιοδοξία, όμως την άλλη όψη δίνει η πεζή πραγματικότητα των αργών ρυθμών διάθεσής τους, οι πινελιές αβεβαιότητας που δημιουργούν επιδημιολογικά δεδομένα, όπως η εμφάνιση νέων στελεχών του κορονοϊού από μετάλλαξη, αλλά και η κάθε άλλο παρά συνεργατική στάση των κρατών απέναντι στην κοινή απειλή − με χαρακτηριστικό αποτέλεσμα ο γ.γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, να κάνει λόγο για "εμβολιαστικό εθνικισμό".

    Πόσω μάλλον στο οικονομικό πεδίο, όπου η σαρωτική συγκεντροποίηση προς όφελος των "μεγάλων" της ψηφιακής οικονομίας, εν μέσω μαζικής απαξίωσης λ.χ. της μικρομεσαίας λιανικής, δημιουργεί ένα πρωτόγνωρο τοπίο, χωρίς όμως να επιλύει (κάθε άλλο) το προϋπάρχον ερώτημα της υπερχρέωσης, την ώρα που οι "ήρωες της τελευταίας δεκαετίας", δηλ. οι κεντρικοί τραπεζίτες, επανειλημμένα υποδεικνύουν ότι ο ρόλος τους στην τόνωση του συστήματος με αφειδή ρευστότητα έχει εξαντληθεί και επείγει η ενεργοποίηση δημοσιονομικών "όπλων" από τις κυβερνήσεις.

    Έπειτα από δεκαετίες στροφής στην "οικονομία των υπηρεσιών", η Δύση βλέπει τον κύριο Ασιάτη ανταγωνιστή της να είναι ο μόνος που μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα στην πρωτοφανή πρόκληση της παραγωγής και διάθεσης εκατομμυρίων δόσεων εμβολίου. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κίνα ανακοίνωσε πως σχεδιάζει να προχωρήσει στον εμβολιασμό 50 εκατομμυρίων ανθρώπων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού πριν από την περίοδο των μαζικών μετακινήσεων για την Κινεζική Πρωτοχρονιά τον Φεβρουάριο. Τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα δίνουν μάχη γοήτρου με τα εμβόλια που παράγουν, προχωρώντας σε σχετικές συμφωνίες με την Ινδία, την Κορέα και τη Βραζιλία, σε μια λογική "άλωσης" του πλανητικού Νότου.

    Από την άλλη, σε ένα τοπίο συνολικότερης επαναβεβαίωσης της διατλαντικής σχέσης, η Ευρώπη κρατά κλειστά τα σύνορά της στα εμβολιαστικά προϊόντα της Ρωσίας και της Κίνας, στηριζόμενη κυρίως στο εμβόλιο των Pfizer/BioNtech, το οποίο αποτελεί το ίδιο ευρω-αμερικανική σύμπραξη. Πρόκειται για την εικόνα ενός κατακερματισμένου κόσμου, όπου κυριαρχούν οι νεοψυχροπολεμικές υποψίες για "ιδιοτέλεια".

    Η ακροβασία της Τουρκίας

    Απαραίτητη σε όλους και δεδομένη για κανέναν. Αυτή είναι η Τουρκία που οραματίζεται ο Ταγίπ Ερντογάν στη φάση της ρευστοποίησης των προηγούμενων διεθνών ή περιφερειακών συσχετισμών, αλλά και της κλιμάκωσης του "Μεγάλου Παιχνιδιού" (όπως ονομαζόταν το αντίστοιχο του τέλους του 19ου αιώνα) για τον έλεγχο της Ευρασίας.

    Το τέλος του 2020 βρήκε τον ισχυρό άνδρα της Άγκυρας εν μέρει αποδυναμωμένο, καθώς η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης στη γείτονα ροκανίζει την πολιτική υποστήριξη κοινωνικών στρωμάτων που του ήταν κατά παράδοση αφοσιωμένα, ενώ το κλίμα περιστολής των ελευθεριών προκαλεί ασφυξία σε μια νεολαία που δεν έχει γνωρίσει άλλη εξουσία από τη δική του.

    Το αποτέλεσμα είναι να βαθαίνει η εξάρτηση του Ερντογάν από τους εθνικιστές συμμάχους του, οι οποίοι, μην έχοντας τη συνείδηση κόμματος εξουσίας, εμφανίζονται επιρρεπείς σε όλο και πιο ριψοκίνδυνες περιπέτειες εκτός συνόρων.

    Ωστόσο, η απώλεια του ενός τρίτου της αξίας της λίρας, η δολαριοποίηση των καταθέσεων και η εξάντληση των συναλλαγματικών αποθεμάτων υποχρέωσαν τον Τούρκο πρόεδρο να αλλάξει ρότα, μπροστά στο πολιτικά καταστροφικό ενδεχόμενο μιας προσφυγής του ΔΝΤ. Η απομάκρυνση του υπουργού Οικονομικών και προεδρικού γαμπρού Μπεράτ Αλμπαϊράκ, η αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη και η στροφή στη νομισματική περιστολή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

    Την ίδια στιγμή, ο "μέγας άγνωστος" που αντιπροσωπεύει η επερχόμενη κυβέρνηση Μπάιντεν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού υποχρεώνει την Άγκυρα σε χαμήλωμα των τόνων και κλείσιμο περιττών μετώπων, όπως καταδεικνύει το "φλερτ" προς το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Η Τουρκία ανακαλύπτει εκ νέου την ατλαντική της δέσμευση και την ευρωπαϊκή της προοπτική (διανθισμένη με την υπόσχεση θεσμικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως στη Δικαιοσύνη), προσπαθώντας να φανεί χρήσιμη στη Δύση, ως ανάχωμα στις "ευρασιατικές δυνάμεις", δηλαδή το Ιράν, την Κίνα και τη Ρωσία. Για την ακρίβεια, ενθαρρυμένη και από την επιτυχία της στη σύγκρουση του Ναγκόρνο Καραμπάχ, η Τουρκία ονειρεύεται και πάλι τη διείσδυσή της στις εθνολογικά συγγενείς περιοχές της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας.

    Πρόκειται ωστόσο για πραγματική ακροβασία, αφού προϋποθέτει τη διατήρηση αυτονόμου ρόλου αλλά και ανοιχτού διαύλου τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τη Ρωσία, όπως καταδεικνύει χαρακτηριστικά η ριψοκίνδυνη απόφασή της να μην υποχωρήσει από την προμήθεια των ρωσικών συστημάτων S-300.

    Τα ευρωπαϊκά διλήμματα μετά το Brexit

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει την... ατυχία να έχουν εκπληρωθεί εντός του 2020 μερικές από τις βασικές της επιθυμίες. Το βρετανικό σίριαλ έληξε με τη σύναψη μιας συμφωνίας για την "επόμενη μέρα" του Brexit, η οποία επιβεβαίωσε τη συνοχή και υπεροχή των "27", οι αμερικανικές εκλογές έθεσαν τέρμα στην παρένθεση Τραμπ, ενώ οι εσωτερικές αποκλίσεις βρήκαν ένα σημείο ισορροπίας με την συγκρότηση του Ταμείου Ανασυγκρότησης από την πανδημία, που για μεν τη Γαλλία αποτελεί ένα πρώτο βήμα στη δημοσιονομική εμβάθυνση, για δε τη Γερμανία απλώς μια αναγκαστική "κίνηση άπαξ".

    Ωστόσο, η οριστικοποίηση του διαζυγίου με τη Βρετανία επισημοποιεί, αναιρώντας τους προηγούμενους συσχετισμούς, την ανάδυση μιας γερμανικής Ευρώπης, η οποία πάσχει στα μάτια τόσο του "απρόθυμου ηγεμόνα" όσο και των ηγεμονευόμενων.

    Η σύσταση του Ταμείου Ανασυγκρότησης, ήδη κατά πολλούς αργή και ανεπαρκής, επιτεύχθηκε εντέλει, μετά το ουγγρικό και πολωνικό βέτο στον πολυετή κοινοτικό Προϋπολογισμό, με τίμημα προβληματικές "εκπτώσεις" στα ζητήματα των ευρωπαϊκών αξιών και του κράτους δικαίου, ενώ και η διαχείριση του ζητήματος των εμβολίων ανέδειξε όλες τις αδυναμίες του κοινοτικού οικοδομήματος, και μάλιστα σε ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς.

    Όμως τα δυσκολότερα διλήμματα προκύπτουν από την έλευση της "εποχής Μπάιντεν". Η Ουάσινγκτον θεωρείται βέβαιο ότι θα κλιμακώσει την πίεση προς τους "27" τόσο για την ανάληψη των ευθυνών τους στο πλαίσιο της κοινής άμυνας όσο, και κυρίως, για τη συγκρότηση αρραγούς μπλοκ απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία. Η αναμέτρηση με τις αναδυόμενες ευρασιατικές δυνάμεις είναι άνευ νοήματος εάν η διατλαντική σχέση δεν αποκτήσει νέες "πειθαρχίες".

    Ήδη η Βρετανία επιχειρεί να επιταχύνει τις εξελίξεις προτείνοντας, ως προεδρεύουσα της G7 για το νέο έτος, την πρόσκληση της Ιαπωνίας, της Ινδίας και της Νότιας Κορέας σε ένα εκ των πραγμάτων αντι-ευρασιατικό "μέτωπο των δημοκρατιών". Για μια Γερμανία, όμως, που έχει την Κίνα βασικό προορισμό των εξαγωγών της, τη Ρωσία κύριο ενεργειακό τροφοδότη και ταυτόχρονα τις ΗΠΑ εγγυητή της ασφάλειάς της, σε χαμηλό κόστος, το κλείσιμο διαύλων δεν μπορεί να αποτελέσει επιλογή.

    O "καυτός" ιρανικός φάκελος

    Πριν από ακριβώς έναν χρόνο η κυβέρνηση Τραμπ προχωρούσε στη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης Κάσεμ Σολεϊμανί στη Βαγδάτη, ρισκάροντας μια θερμή σύγκρουση που δεν θα μπορούσε παρά να αποκτήσει περιφερειακές διαστάσεις. Ωστόσο, το επεισόδιο εκείνο έκλεισε με τρόπο ακόμα πιο εντυπωσιακό: τον βομβαρδισμό από το Ιράν αμερικανικής βάσης στο Ιράκ, κατά τρόπο "χορογραφημένο" έτσι ώστε οι ΗΠΑ να αποδεχθούν τη λήξη του κύκλου των ανταπαντήσεων.

    Το ξέσπασμα της πανδημίας, σε συνδυασμό με τις αυστηρότατες αμερικανικές κυρώσεις, αποτέλεσε μεγάλη δοκιμασία για την ιρανική κοινωνία, ωστόσο η πολιτική εξουσία κάθε άλλο παρά αποδυναμώθηκε, όπως κατέδειξε και η νίκη των συντηρητικών δυνάμεων στις βουλευτικές εκλογές. Η επιλογή της ανυποχώρητης στάσης έναντι των ΗΠΑ "αυτοδικαιώθηκε".

    Πόσω μάλλον που η νέα χρονιά βρίσκει τους Ντόναλντ Τραμπ και Μάικλ Πομπέο, θιασώτες της πολιτικής της "μέγιστης πίεσης" προς την Ισλαμική Δημοκρατία, να παραδίδουν τη σκυτάλη της εξουσίας στην κυβέρνηση Μπάιντεν, για την οποία αποτελεί προτεραιότητα η επιστροφή στην πολυμερή διπλωματία και τη διατλαντική συνεννόηση, άρα και στην προσφιλή στους Ευρωπαίους διεθνή συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, κορυφαίο επίτευγμα εξωτερικής πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα.

    Πρόκειται για την πρώτη και μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η προεδρία Μπάιντεν – αλλά η επιτυχία της δεν είναι εγγυημένη. Οι ΗΠΑ δεν θα είναι δυνατόν να επιστρέψουν στη συμφωνία του 2015 χωρίς να θέσουν επιπλέον όρους που να αφορούν το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν ή την περιφερειακή του συμπεριφορά (βλ. υποστήριξη προς τη Δαμασκό, τη Χεζμπολάχ ή τους Χούθι της Υεμένης), όμως και η Τεχεράνη δεν έχει κανένα λόγο να μπει σε μια τέτοια διαπραγμάτευση.

    Προς το παρόν, τα αναπάντητα αυτά ερωτήματα οδηγούν τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ στην περιοχή να παραμερίζουν τις μεταξύ τους συγκρούσεις (αραβικές μοναρχίες έναντι Ισραήλ, Κατάρ έναντι των γειτόνων του, Τουρκία έναντι Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας), σε μιαν εμφανώς αντι-ιρανική προκαταβολική συσπείρωση.

    Σε "διάταξη μάχης" το Πεκίνο

    Στιγματίστηκε ως η "πηγή του κακού", που επέπεσε στην ανθρωπότητα υπό τη μορφή του κορονοϊού, των περιοριστικών μέτρων και της ραγδαίας ύφεσης. Όμως η Κίνα αποχαιρέτησε το 2020 ως η μόνη μεγάλη χώρα με θετικό ρυθμό ανάπτυξης και ζει σαν ο εφιάλτης της πανδημίας να αποτελεί παρελθόν, έχοντας λιγότερα επισήμως καταγεγραμμένα κρούσματα και από μία χώρα του μεγέθους της Ελλάδας. Ο συνδυασμός οικονομίας της αγοράς, πολιτικού αυταρχισμού, κοινωνικής συνεκτικότητας και τεχνολογικής προόδου (συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογιών επιτήρησης) μοιάζει σαν να καθιστά αυτοεκπληρούμενη προφητεία την υπεροχή του "σοσιαλισμού με κινεζικά χαρακτηριστικά", όπως τον θέλει η κρατική ιδεολογία του Πεκίνου επί των ημερών του Σι Τζινπίνγκ ή, σε μια προγενέστερη διατύπωση που αφορά ευρύτερα την περιοχή, του "καπιταλισμού με ασιατικές αξίες".

    Στην πραγματικότητα, το νέο έτος βρίσκει την Κίνα ενώπιον δύσκολων διλημμάτων που δημιουργεί η ίδια της η επιτυχία. Η στρατηγική της θέση είναι η αντίστροφη αυτής που αντιμετώπιζε, λ.χ., προ τεσσάρων δεκαετιών, όταν το άνοιγμά της στην ελεύθερη αγορά και την παγκοσμιοποίηση αποτελούσε επιλογή χαμηλού ρίσκου, δεδομένης της οικονομικής αδυναμίας της χώρας και της αδιάφορης έως ευμενούς στάσης των ΗΠΑ. Σήμερα η Κίνα (και ιδίως οι νεοφυείς ελίτ της) πρέπει να προσέχουν σε κάθε τους κίνηση, γιατί έχουν πλέον πολλά να ρισκάρουν και βρίσκουν απέναντί τους μία Ουάσινγκτον ευθέως ανταγωνιστική. Ο Ντόναλντ Τραμπ των γνωστών αντικινεζικών εμμονών σύντομα θα εγκαταλείψει τη σκηνή, ωστόσο η Αμερική του Τζο Μπάιντεν δεν πρόκειται να φανεί λιγότερο αποφασιστική, όσο και αν οι μέθοδοι της αντιπαράθεσης είναι περισσότερο εκλεπτυσμένες.

    Όμως το Πεκίνο έχει ήδη τεθεί σε διάταξη "μάχης": με τη συνυπογραφή της εμπορικής συμφωνίας RCEP με τους κύριους γείτονές της, με την εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας της με τη Ρωσία, με το δέλεαρ της συνυπογραφής επενδυτικής συμφωνίας με την Ε.Ε. θέτει στην Ουάσινγκτον την πρόκληση είτε να διαπραγματευτεί τη σχέση της με την Κίνα είτε να προχωρήσει σε μια σύγκρουση υψηλού κόστους και άγνωστης έκβασης.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ