Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 08-Νοε-2020 16:00

    Στις φλόγες της οικονομικής κρίσης η Τουρκία

    τουρκική λίρα-οικονομία
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Όταν ξεκινά η φωτιά, αρκεί να της ρίξεις ένα ποτήρι νερό. Όμως, αν την αφήσεις ανεξέλεγκτη, δεν θα φτάνουν κουβάδες ολόκληροι. Αυτή είναι η άποψη που διατύπωσε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα "Καράρ" ο άλλοτε "τσάρος" της τουρκικής οικονομίας, Αλί Μπαμπατζάν, απευθύνοντας απεγνωσμένη έκκληση για αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να χαλιναγωγηθεί η συναλλαγματική κρίση της γείτονος.

    Όμως ο Μπαμπατζάν δεν αποτελεί πια τον πανίσχυρο υπουργό που έχαιρε της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Είναι ο αρχηγός ενός νεότευκτου (και κατά τις δημοσκοπήσεις μικρού) αντιπολιτευόμενου κόμματος που προέκυψε μετά την αποχώρηση του ιδίου και άλλων στελεχών από το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Και οι εκκλήσεις του δεν υπάρχει περίπτωση να εισακουστούν όταν ακόμα και η κεντρική τράπεζα έχει υποταχθεί στον πολιτικό έλεγχο του Ταγίπ Ερντογάν προς εξυπηρέτηση των ιδιόμορφων οικονομικών πολιτικών του.

    Το ότι η λίρα σημειώνει αλλεπάλληλα ιστορικά χαμηλά έναντι του δολαρίου και του ευρώ αποτελεί μία εξέλιξη που σε λίγο δεν θα αξιολογείται καν ως είδηση, εφόσον επαναλαμβάνεται καθημερινά. Το ερώτημα μάλλον είναι πώς η γειτονική χώρα καταφέρνει παρ’ όλα αυτά να πορεύεται ανάμεσα στις "φλόγες" της οικονομικής κρίσης.

    Απώλειες 30%

    Το τουρκικό νόμισμα παραμένει μεταξύ των αρνητικών πρωταγωνιστών της χρονιάς στη συναλλαγματική αγορά, καταγράφοντας έναντι του αμερικανικού συνολικές απώλειες 30% από την αρχή του έτους (και 20% μόνο από τα μέσα Ιουλίου) έναντι του δολαρίου, φθάνοντας την εβδομάδα αυτή να ξεπεράσει ενδοσυνεδριακά το όριο των 8,5 λιρών ανά δολάριο.

    Σε ό,τι αφορά την τρέχουσα συγκυρία οι κλυδωνισμοί της Τουρκίας συντονίζονται ασφαλώς με αυτούς όλων των αναδυόμενων οικονομιών, στο φόντο της αβεβαιότητας που έχουν προκαλέσει οι αμερικανικές εκλογές και της συνακόλουθης ανατίμησης του δολαρίου. Υπάρχουν όμως και λόγοι ειδικά τουρκικοί.

    Ο τελευταίος γύρος αναταραχής τροφοδοτήθηκε εν πολλοίς από την απόφαση της κεντρικής τράπεζας στη συνεδρίαση Οκτωβρίου να αφήσει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιό της στο 10,25%, μολονότι αυτό υπολείπεται του πληθωρισμού, ο οποίος ανήλθε στο 11,9%, έναντι 11,8% τον Σεπτέμβριο. Μάλιστα οι πληροφορίες θέλουν την κεντρική τράπεζα να επιμένει στην ίδια πολιτική και κατά την επικείμενη συνεδρίαση Νοεμβρίου, προτιμώντας έμμεσες πολιτικές νομισματικής περιστολής, που δεν θα θίγουν το ονομαστικό επιτόκιο, ως προς το οποίο τόση ευαισθησία έχει η πολιτική εξουσία (προκειμένου να τονώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης και να περιορίζεται η εκκαθαριστική λειτουργία της υπερχρέωσης των επιχειρήσεων σε ξένο νόμισμα).

    Όλα αυτά συνιστούν μια απογοητευτική για τους επενδυτές εξέλιξη, όταν η αύξηση του επιτοκίου κατά δύο μονάδες στη συνεδρίαση Σεπτεμβρίου είχε ερμηνευτεί ως μία, έστω και καθυστερημένη, χειραφέτησή της από τον έλεγχο του Ερντογάν.

    Μετά τον Τραμπ τι;

    Πέραν αυτού, όμως, η προοπτική αποχώρησης του Ντόναλντ Τραμπ από την εξουσία προκαλεί πρόσθετους πονοκεφάλους στην Άγκυρα. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου θεωρούνταν (όχι αδίκως) ως ένα "ανάχωμα" στις τιμωρητικές διαθέσεις που επικρατούν στον Λόφο του Καπιτωλίου απέναντι στην Τουρκία για τη γεωπολιτική της συμπεριφορά. Ήδη η δοκιμαστική ενεργοποίηση από την Τουρκία του ρωσικού αντιβαλιστικού-αντιαεροπορικού συστήματος S-400 θέτει επί τάπητος τις επαπειλούμενες αμερικανικές κυρώσεις, οι οποίες παρέμεναν παγωμένες. Οι δε απόψεις του Τζο Μπάιντεν για την ανάγκη διευκολύνσεις μιας ειρηνικής "αλλαγής καθεστώτος" στην Άγκυρα έχουν κατατεθεί σε ανύποπτο χρόνο.

    Οι αμερικανο-τουρκικές σχέσεις άπτονται όμως και της υγείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της γείτονος με αμεσότερο τρόπο, καθώς εκκρεμεί στις Ηνωμένες Πολιτείες η δικαστική διαδικασία εναντίον της κρατικής τράπεζας HalkBank για τον ρόλο της στην παράκαμψη και παραβίαση των κυρώσεων κατά του Ιράν. 

    Πολιτική απραξία

    "Η αγορά εκτιμά ότι μια νίκη Τραμπ θα ήταν ήπια υποστηρικτική ή λιγότερο αρνητική σε σύγκριση με μια νίκη του Μπάιντεν" για την τουρκική οικονομία, αναφέρει στο Bloomberg ο αναλυτής της Medley Global Advisors του Λονδίνου, Νάιτζελ Ρέντελ, αλλά προσθέτει: "Η τρέχουσα δυναμική, ωστόσο, δεν καθοδηγείται από το πολιτικό αποτέλεσμα χιλιάδες μίλια μακριά, αλλά από την πολιτική απραξία της κεντρικής τράπεζας στην Άγκυρα".  

    Μιας τράπεζας η οποία δεν θα μπορεί για πολύ ακόμη να "παίζει κρυφτό" ανεβάζοντας το μέσο κόστος χρηματοδότησης κατά τουλάχιστον 600 μονάδες βάσης από τον Ιούλιο, μέσω πλάγιων χρηματοδοτικών εργαλείων, ενώ θα αφήνει άθικτα τα ονομαστικά επιτόκια. Ο "διάδρομος επιτοκίων" που αξιοποιεί η κεντρική τράπεζα στενεύει: αφήνοντας περιθώριο για περαιτέρω αύξηση του μέσου κόστους χρηματοδότησης κατά μόνο 130 μονάδες βάσης.

    Ο μέσος Τούρκος δυσφορεί και επιφυλάσσεται 

    Ο πληθυσμός της Τουρκίας, πάντως, δεν κρύβει την απαισιοδοξία του αλλά και τη δυσφορία του για την κυβέρνηση. Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της εταιρείας Metropoll, τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των Τούρκων αναμένουν αρνητικές οικονομικές εξελίξεις και το 60% των ερωτηθέντων κατονομάζει ως αιτία τις λανθασμένες οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης, ενώ το 46% φτάνει μέχρι του σημείου να ενοχοποιεί το συγκεντρωτικό προεδρικό πολίτευμα που δημιούργησε ο Ερντογάν. Λιγότεροι από το ένα τέταρτο των πολιτών της γείτονος εμφανίζονται πεπεισμένοι ότι όλα οφείλονται σε "ξενική συνωμοσία" σύμφωνα με το αφήγημα του ισχυρού άντρα της Άγκυρας.

    Επιπλέον. οι Τούρκοι πολίτες σε ποσοστό 75% ανησυχούν για την υποχώρηση της λίρας. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό σύστημα είναι συνολικά τραυματισμένη, αφού το 55% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι και τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν την εμπειρία να χειριστούν την οικονομική κρίση.

    Ισοζύγιο τρεχουσών: ένα παράδοξο ολότελα τουρκικό

    Η καρδιά των οικονομικών προβλημάτων της Τουρκίας εντοπίζεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Πρόκειται για ένα παράδοξο εξόχως τουρκικό, καθώς η χώρα αδυνατεί να απαλλαγεί από το έλλειμμα, μολονότι έχει αξιοσημείωτη παραγωγική βάση και εξαγωγικές επιδόσεις

    Αν και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε το 2019, έχει αρχίσει και πάλι να διευρύνεται, φτάνοντας τα 4,6 δισ. δολάρια τον Αύγουστο, έναντι πλεονάσματος 3,3 δισ. τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους.

    Είναι αυτός ο λόγος που ο οίκος Moody's υποβάθμισε τον Σεπτέμβριο το αξιόχρεο της Τουρκίας από το Β1 στο Β2 με την επίκληση κρίσης ισοζυγίου πληρωμών.

    Το πρόβλημα είναι διαρθρωτικό. Μετά τις οικονομικές επιτυχίες της πρώτης πενταετίας διακυβέρνησης της Τουρκίας από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (οι οποίες όμως οφείλονταν στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν υπό την επίβλεψη του Κεμάλ Ντερβίς το αμέσως προηγούμενο διάστημα, στο πλαίσιο της προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), η διόγκωση της κατανάλωσης έφερε εκτίναξη των εισαγωγών, ενώ η έλλειψη ενδιάμεσων αγαθών και η ενεργειακή εξάρτηση είχαν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του ελλείμματος σε βαθμό ανάλογο (και μεγαλύτερο) με την ανάπτυξη της τουρκικής παραγωγικής μηχανής.

    Παράλληλα, η προϊούσα αστικοποίηση και η απελευθέρωση του αγροτικού τομέα οδήγησε σε μεγάλη υποχώρηση του πρωτογενούς τομέα, με μεγάλες εκτάσεις γαιών να περνούν κάθε χρόνο σε αχρησία και την αλλοτινή αυτάρκεια της γείτονος να αντιστρέφεται σε εξάρτηση από τις εισαγωγές και στον διατροφικό τομέα.  

    "Κλειδί" και για τη διεθνή στάση

    Αυτά τα δεδομένα εξηγούν, βέβαια, πολλές από τις κινήσεις της Άγκυρας στη διεθνή σκηνή, είτε αφορούν τη διεκδίκηση δικαιοδοσίας στα υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων της Μεσογείου, είτε τη λεηλασία του μηχανολογικού εξοπλισμού του Χαλεπίου της Συρίας από φίλα προσκείμενους στην Τουρκία αντάρτες, είτε την περίπλοκη σχέση με τη Ρωσία, από την οποία η χώρα του Ταγίπ Ερντογάν εξαρτάται για την κάλυψη του 38% των ενεργειακών αναγκών της, αλλά και από την οποία προσδοκά έναν βαθμό ενεργειακής απεξάρτησης χάρη στην κατασκευή του ρωσικών συμφερόντων πυρηνικού σταθμού του Ακκουγιού. 

    Παρήλθαν οι επενδύσεις

    Το μοντέλο Ερντογάν στηρίχτηκε στην παντί τρόπω διόγκωση του ρυθμού ανάπτυξης με οδηγό την εγχώρια κατανάλωση και τις κατασκευές. Πρόκειται όμως για ένα εύθραυστο οικοδόμημα, στον βαθμό πού στηρίζεται στην εισροή (συχνά βραχυπρόθεσμη) ξένων κεφαλαίων με τη μορφή είτε του δανεισμού είτε των ξένων επενδύσεων.  

    Ωστόσο οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Τουρκία έφτασαν στην κορύφωση τους γύρω στο 2007, όταν η χώρα έμοιαζε ιδεώδες regional hub, ενώ έκτοτε κινούνται καθοδικά, καθώς η επενδυτική εμπιστοσύνη διαρκώς υποχωρεί για μία σειρά από λόγους, που ξεκινούν από την αναίρεση της ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και φτάνουν, βέβαια, μέχρι την περιρρέουσα γεωπολιτική αστάθεια.

    Ο εφιάλτης του στασιμοπληθωρισμού

    Η συναλλαγματική κρίση μπορεί να τερματιστεί και χωρίς επιθετική αύξηση των επιτοκίων, με την ισοτιμία της λίρας να ισορροπεί εντέλει σε κάποιο χαμηλό επίπεδο, όμως αυτό θα επιφέρει αυτομάτως έκρηξη του πληθωρισμού υποστηρίζει ο Αλί Μπαμπατζάν.

    Ήδη οι τιμές των τροφίμων λειτουργούν ως οδηγός για την εκτίναξη του πληθωρισμού, ο οποίος τον Οκτώβριο διαμορφώθηκε ως προς αυτή την κατηγορία προϊόντων στο 16,5% σε ετήσια βάση έναντι 14,90 5% τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα ο γενικός δείκτης τιμών παραγωγού έφτασε στο 18,2%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη αύξησή του από τον Ιούλιο του 2019.  

    Χαρακτηριστικά, το τελευταίο διάστημα οι Τούρκοι καταναλωτές σπεύδουν να προμηθευτούν είδη ρουχισμού και οικιακές συσκευές εν αναμονή επικείμενης απαγορευτικής ανατίμησής τους.

    Πολλοί αναλυτές υποψιάζονται μάλιστα ότι τα στατιστικά στοιχεία είναι χειραγωγημένα, καθώς η υποχώρηση της λίρας και η εκτίναξη του δείκτη τιμών παραγωγού δεν εναρμονίζονται με τη διατήρηση του δείκτη τιμών καταναλωτή λίγο κάτω από το 12%, σε επίπεδα δηλαδή χαμηλότερα και της προ-πανδημικής περιόδου. 

    Ο αγέρωχος Ερντογάν και οι αισιόδοξοι υπουργοί

    Οι κυβερνώντες, πάντως, επιμένουν να εκπέμπουν μηνύματα αισιοδοξίας.

    Ο υπουργός Οικονομικών και προεδρικός γαμπρός Μπεράτ Αλμπαϊράκ, ανακοίνωσε περιχαρής τη Δευτέρα ότι οι εξαγωγές του μεταποιητικού τομέα αυξήθηκαν τον Οκτώβριο κατά 5,6% σε ετήσια βάση, ενώ επανέλαβε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι να ρίξει τον πληθωρισμό σε μονοψήφιο ποσοστό εντός του 2021.

    Μάλιστα ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ δεν διστάζει να περιγράφει ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον για την τουρκική οικονομία, με έμφαση στις εξαγωγές και τη στροφή σε κλάδους προστιθέμενης αξίας. Χαρακτηριστικά, επικαλείται τη σχέση της χώρας του με την Κίνα, περιγράφοντας έναν πρωταγωνιστικό ρόλο της Τουρκίας στις διεθνείς αλυσίδες τροφοδοσίας, όπως αυτές θα διαμορφωθούν την επαύριο της πανδημίας, ενώ και η συνάδελφός του Ρουχσάρ Πεκτζάν, υπουργός Εμπορίου, χαιρετίζοντας το Τουρκο-Αφρικανικό Εμπορικό Φόρουμ μνημόνευσε την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ που θέλει τη γείτονα να αποτελεί τη λιγότερο εκτεθειμένη οικονομία, μαζί με την Κίνα και την Νότιο Κορέα, από την ύφεση λόγω κορονοϊού.

    Η αυτοπεποίθηση αυτή οφείλεται οπωσδήποτε στις ανάγκες πολιτικής επικοινωνίας των κυβερνώντων, υποκρύπτει ωστόσο και κάτι περισσότερο πραγματικό: την αντίληψη ότι η ισχυρή παραγωγική βάση της χώρας και οι ευφάνταστες συμπράξεις της στη διεθνή σκηνή θα της εξασφαλίσουν ένα μέλλον πέρα από τους τρέχοντες κλυδωνισμούς.

    Πράγμα, όμως, που καθόλου δεν απαντά το ερώτημα των ενδογενών αδυναμιών, ούτε μειώνει την άμεση πίεση από εξελίξεις όπως η καλπάζουσα δολαριοποίηση των καταθέσεων, λόγω της υποχώρησης της λίρας, ή η μείωση της τουριστικής κίνησης λόγω πανδημίας κατά 70%. 

    "Πόλεμος ανεξαρτησίας"

    Ο Τούρκος πρόεδρος πάλι επιμένει στην πολεμική ρητορική του. Η χώρα διεξάγει πόλεμο απέναντι σε ένα "διαβολικό τρίγωνο" που σχηματίζουν η συναλλαγματική ισοτιμία, ο πληθωρισμός και τα επιτόκια, υποστηρίζει ο Ταγίπ Ερντογάν ο οποίος σε ομιλία του το Σάββατο έκανε λόγο για έναν νέο, οικονομικό αυτήν τη φορά, Πόλεμο της Ανεξαρτησίας απελευθέρωσης απέναντι σε όσους πολιορκούν οικονομικά τη χώρα.

    Βέβαια αυτό το "αγέρωχο" πνεύμα, γεννά και τους αντίστοιχους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς - με άμεσες επιπτώσεις και στον οικονομικό τομέα. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η επιτυχία του (διόλου αμελητέου σε κόστος) μποϊκοτάζ που κήρυξε η Σαουδική Αραβία και ακολουθούν χώρες όπως η Αίγυπτος, το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στα προϊόντα, τον τουρισμό και την επενδυτική αγορά της Τουρκίας. Πρόκειται για κίνηση με πολύ μεγαλύτερη απήχηση από το μποϊκοτάζ που από την πλευρά της λάνσαρε η Τουρκία (και ακολούθησε μόνο το Κατάρ) απέναντι στη Γαλλία στον απόηχο των δηλώσεων Μακρόν για το Ισλάμ, μετά τον αποκεφαλισμό καθηγητή των παρισινών προαστίων για τα περιώνυμα "Σκίτσα του Μωάμεθ". Άλλωστε το γεγονός ότι η χώρα του Ερντογάν θα αντιμετωπίζει εφεξής ένα κλίμα όλο και λιγότερο ανεκτικό τόσο από Ανατολών όσο και από Δυσμών εικονογραφεί η πρόσφατη απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να απαγορεύσει στην επικράτειά της τη λειτουργία των Τούρκων υπερεθνικιστών "Γκρίζων Λύκων", μετά τις ταραχές που αυτοί προκάλεσαν εναντίον της αρμενικής κοινότητας στην Ντιζόν και τη Λυών. 

    *Διαβάστε ακόμα:

    - Τουρκία: Ο Ερντογάν αντικατέστησε τα ξημερώματα τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας

    -Οι πιέσεις στην τουρκική λίρα θα συνεχιστούν, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών

    -Capital Economics: Η προκλητικότητα Ερντογάν οδηγεί την Τουρκία σε νέα νομισματική κρίση

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ