Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 13-Μαρ-2020 08:07

    Γιατί ο Πούτιν φλερτάρει με την ισόβια εξουσία

    Γιατί ο Πούτιν φλερτάρει με την ισόβια εξουσία
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Η μέθοδος υπήρξε άκρως ρωσική – τολμά να πει κανείς, τσαρική. Η πρωτοβουλία ήρθε "από τα κάτω”, μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι οι λύσεις δίνονται αποκλειστικά από τα πάνω.

    Η 83χρονη βουλευτίνα του κυβερνώντος κόμματος "Ενιαία Ρωσία" και άλλοτε κοσμοναύτισσα Βαλεντίνα Τερεσκόβα, πρώτη στην ιστορία γυναίκα που εξερεύνησε το διάστημα, παρουσίασε αιφνιδιαστικά πρόταση με την οποία αίρεται η υποχρέωση αποχώρησης του Βλαντίμιρ Πούτιν από την προεδρία της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2024.

    Πρωθυπουργός από το 1999 και πρόεδρος από το 2000, μετά την αιφνιδιαστική παραίτηση του Μπορίς Γέλτσιν, ο Πούτιν διήνυσε δύο τετραετείς θητείες στο ανώτατο αξίωμα, μέχρι το 2008, οπότε παρέδωσε στον Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αποσυρόμενος, τρόπον τινά, στην πρωθυπουργία. Ήταν αυτό ένα τέχνασμα προκειμένου ο αρκετά "λεγκαλιστής”, καθότι και απόφοιτος Νομικής, Πούτιν να παραμείνει στα πράγματα, χωρίς να χρειαστεί να αναθεωρηθεί η συνταγματική απαγόρευση των δύο συνεχών θητειών στην αρχηγία του κράτους.

    Η ανταλλαγή θέσεων, όμως, μεταξύ Πούτιν και Μεντβέντεφ το 2012 άφησε σε πολλούς Ρώσους την αίσθηση του εμπαιγμού και σημαδεύτηκε από διαδηλώσεις.

    Όπως και αν έχει, ο Πούτιν εξασφάλισε έτσι τη δυνατότητα για δύο ακόμη (εξαετείς πλέον σε διάρκεια) προεδρικές θητείες. Η επανεκλογή του το 2018 σήμανε ότι ο ισχυρός άνδρας της Μόσχας θα έπρεπε να αποχωρήσει το 2024, σε ηλικία 72 ετών.

    Η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης που δρομολόγησε ο Ρώσος πρόεδρος νωρίτερα φέτος και προβλέπει μεταξύ άλλων την ενδυνάμωση της κυβέρνησης έναντι της προεδρίας, θεωρήθηκε ως ένα πρώτο βήμα για την προετοιμασία της επόμενης μέρας.

    Ωστόσο, με την παρεμβολή της Τερεσκόβα, το κοντέρ "μηδενίζει”. Εάν οι Ρώσοι ψηφοφόροι εγκρίνουν την όλη συνταγματική αναθεώρηση στο δημοψήφισμα που έχει αναγγελθεί ότι θα πραγματοποιηθεί στις 22 Απριλίου (συμπτωματικά: 150ή επέτειο της γέννησης του Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν), ο Πούτιν αποκτά δικαίωμα για άλλες δύο προεδρικές θητείες, μέχρι το 2036, οπότε ο ίδιος θα είναι 84 ετών και θα έχει συμπληρώσει πάνω από ένα τρίτο του αιώνα στο πηδάλιο της Ρωσίας.

    Μέσα στην επόμενη τετραετία θα φανεί εάν ο ένοικος του Κρεμλίνου θα αποφασίσει όντως να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία. Το ότι όμως αισθάνεται, τόσο ο ίδιος όσο και το περί αυτόν σύστημα, ότι η εν λόγω δυνατότητα πρέπει να παραμείνει διαθέσιμη, σίγουρα δεν ενθαρρύνει την εμφάνιση κάποιου διαδόχου με αξιώσεις και πάντως αποτελεί μιαν ορισμένη ομολογία ήττας.

    "Το Κρεμλίνο έχει πολλούς πύργους” σύμφωνα με μια παλαιά ρωσική παροιμία. Όμως, το σημερινό σύστημα εξουσίας, όσο και αν αποτελεί όντως την εξισορρόπηση πολλών διαφορετικών συμφερόντων, δεν μοιάζει να διαθέτει αντίστοιχη πολλαπλότητα πιθανών εγγυητών. Η αδυναμία παραγωγής διάδοχων καταστάσεων στην κορυφή υποδεικνύει ότι οι υφιστάμενοι συμβιβασμοί παραμένουν εύθραυστοι.

    Προερχόμενος από τα έγκατα του βαθέως κράτους, τις μυστικές υπηρεσίες, και αναρριχώμενος κατά την χαοτική δεκαετία του '90, ο Πούτιν αιφνιδίασε τους πρώην ευεργέτες του στο εσωτερικό και τους συνομιλητές του στο εξωτερικό, εξαπολύοντας το 2003 την επίθεσή του στον εμβληματικό (και πολιτικά φιλόδοξο) ολιγάρχη Μιχαήλ Χοντορκόφσκι.

    Εξασφάλισε έτσι ότι η πολιτική εξουσία ξαναπήρε την πρωτοκαθεδρία απέναντι στους ισχυρούς του πλούτου (όσοι εκ των οποίων αποδέχθηκαν τους νέους κανόνες του παιχνιδιού έμειναν ανενόχλητοι), αλλά και ότι τόσο ο έλεγχος του ενεργειακού μονοπωλίου όσο και το κέντρο βάρους της χάραξης πολιτικών θα μείνει στο εσωτερικό της χώρας.

    Η δε ομιλία που εκφώνησε το 2007 ο Πούτιν στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου σήμανε το τέλος της αυταπάτης ότι η Ρωσία μπορεί να γίνει δεκτή ως ισότιμος εταίρος της Δύσης στη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων και έθεσε τα θεμέλια της νεο-ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης που ζούμε σήμερα.

    Ο διμέτωπος αυτός αγώνας, προς τα μέσα για να διατηρηθεί η ενότητα της αχανούς Ρωσίας και προς τα έξω για την προβολή της ισχύος της σε ένα περιβάλλον που θεωρείται όλο και πιο εχθρικό, αποτελεί το κύριο επιχείρημα των υποστηρικτών της παραμονής του Πούτιν στην εξουσία. Άλλωστε, από πολλές απόψεις το σύστημα όλα αυτά τα χρόνια κινούνταν από την κορυφή, με την πολιτική ηγεσία να παίρνει περισσότερες πρωτοβουλίες από όσες ο δυσκίνητος κρατικός μηχανισμός μπορούσε να υπηρετήσει.

    Κατά μία έννοια, ο Πούτιν είναι θύμα των επιτυχιών του. Διότι η ανόρθωση του κράτους και της οικονομίας γέννησε κοινωνικά στρώματα με απαιτήσεις διαφάνειας, δικαιοσύνης και περιβαλλοντικής προστασίας που δεν μπορούν να βρουν ανταπόκριση στις παρούσες συνθήκες, αλλά ούτε και να καταπνιγούν με την επίκληση των "εθνικών κινδύνων".

    Ήδη η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος στην σκιά της διοργάνωσης του Μουντιάλ από τη Ρωσία λειτούργησε ως ο καταλύτης για να ξεσπάσει, αν μη τι άλλο δημοσκοπικά, ένα πρωτοφανές κύμα δυσαρέσκειας.

    Έκτοτε, υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος χάνουν αναπάντεχα τις εκλογές σε περιφερειακές αναμετρήσεις, προβλήματα όπως αυτό των χωματερών πυροδοτούν πρωτόγνωρες περιβαλλοντικές κινητοποιήσεις, ενώ κάποτε οι διαδηλωτές δεν διστάζουν να τα βάλουν και με την ισχυρή Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις κατασκευαστικές της φιλοδοξίες.

    Και τα πράγματα μόλις άρχισαν να δυσκολεύουν πολύ περισσότερο, με τον πόλεμο των πετρελαϊκών τιμών, ο οποίος απειλείται να επαναφέρει τη Ρωσία στην οικονομική κρίση του 2014-2015.

    Ήδη πάντως η επιδημία του νέου κοροναϊού δίνει στις ρωσικές αρχές το πρόσχημα για να απαγορεύσουν τις μαζικές συγκεντρώσεις, καθώς η συνταγματική αναθεώρηση είναι πιθανό να φέρει τους πολίτες, ιδίως τους Μοσχοβίτες, στους δρόμους.

    Όμως το κυριότερο πρόβλημα δεν είναι αυτό, όσο η πλήρης αναντιστοιχία των λαϊκών διαθέσεων με το πολιτικό σκηνικό. Η ζωηρή εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση στιγματίζεται ως ενεργούμενο ξένων πρεσβειών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, ενώ η "θεσμική” αντιπολίτευση συχνά ξεπερνά σε "πουτινισμό” την ίδια την "Ενιαία Ρωσία".

    Είναι χαρακτηριστικό ότι για την τροπολογία της Τερεσκόβα υπήρξε μόνο μία αρνητική ψήφος και στα δύο σώματα του Κοινοβουλίου. Για τους γνωρίζοντες, η απειλή και μόνο διενέργειας πρόωρων βουλευτικών εκλογών ήταν αρκετή, ώστε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσικής Ομοσπονδίας του Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, το δεύτερο μεγαλύτερο της χώρας, να άρει τις αντιρρήσεις του.

    Η "πατριωτική αντιπολίτευση” δεν ασκεί αντιπολίτευση – και δεν υπάρχει κάποια πραγματική αντιπολίτευση που να πείθει ότι είναι όντως πατριωτική, δηλ. ικανή να παίξει με την αποτελεσματικότητα του Πούτιν το παιχνίδι προς τα μέσα και προς τα έξω.

    Σε μία φάση κατά την οποία το πολιτικό σύστημα θα όφειλε να ωριμάσει προς έναν υγιή πολυκομματισμό, αυτό οδηγείται προς μεγαλύτερο κλείσιμο. Αλλά το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ρωσικό. Απαντάται σε χώρες με τόσο διαφορετικά μοντέλα, όπως η Κίνα (όπου ο Σι Τζινπινγκ ήρε την κυριότερη ασφαλιστική δικλείδα του συστήματος, τον περιορισμό των προεδρικών θητειών) ή και οι ΗΠΑ, όπου η μάχη για την προεδρία δίνεται αποκλειστικά μεταξύ λευκών, κατά προτίμηση πάμπλουτων ανδρών στην όγδοη δεκαετία της ζωής τους.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ