Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 22-Δεκ-2019 09:09

    Αμερικανική οικονομία: Θα είναι το 2020 χρονιά ύφεσης;

    Αμερικανική οικονομία: Θα είναι το 2020 χρονιά ύφεσης;
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κώστα Ράπτη

    Το λέει το Bloomberg. Το λέει το CNBC. Το λένε τόσοι αναλυτές. Το 2020 απειλείται να αποδειχθεί η χρονιά της μεγάλης ύφεσης για την αμερικανική, και άρα την παγκόσμια, οικονομία. Μόνο που άλλοι τόσοι αναλυτές εκτιμούν το αντίθετο. Και οι περισσότεροι Αμερικανοί πολίτες εκφράζουν στις δημοσκοπήσεις τη βεβαιότητα ότι κατά τη χρονιά που έρχεται θα δουν τα οικονομικά τους να βελτιώνονται.

    Ποτέ άλλοτε τα μηνύματα δεν ήταν τόσο συγκεχυμένα – και η δυνατότητα των επενδυτών να προσανατολιστούν στο άμεσο μέλλον τόσο επιβαρυμένη με το ρίσκο της αστοχίας.

    Ο οικονομικός κύκλος εισέρχεται, χωρίς το παραμικρό ίχνος υπερθέρμανσης, στη δεύτερη δεκαετία του – συνεπώς θα όφειλε, με βάση τα εγχειρίδια, να έχει "διορθώσει" προ πολλού. Όμως δεν λείπουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι η ίδια η έννοια του οικονομικού κύκλου θα πρέπει να αναθεωρηθεί.

    Άλλοι θεωρούν απλώς ότι ένα επεισόδιο αναπληθωρισμού στο κλείσιμο του κύκλου δεν είναι κάτι το ασύνηθες. Σε κάθε περίπτωση, το σήμα που έδωσε η Fed, με τρεις μειώσεις επιτοκίων εντός του 2019, ότι ανακρούει πρύμναν ως προς την προγραμματισμένη νομισματική περιστολή, έπαιξε τον ρόλο της για την παράταση του κύκλου.

    Μία πηγή ανησυχίας λιγότερη

    Και η παράταση μπορεί να αποβεί μεγαλύτερη μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι επιτεύχθηκε καταρχήν συμφωνία με την Κίναγια την αποτροπή του εμπορικού πολέμου και, συνεπώς, φεύγει από το προσκήνιο η προγραμματισμένη ενεργοποίηση νέων δασμών επί κινεζικών προϊόντων. Με τον τρόπο αυτό αποσύρεται η κυριότερη πηγή ανησυχίας για τις άμεσες προοπτικές της διεθνούς και αμερικανικής οικονομίας.

    Όμως, παραμένουν άλλες: η μελλοντική ευρω-βρετανική σχέση, τα αρνητικά επιτόκια, η νευρικότητα των κεντρικών τραπεζών. Πάντως, οι επενδυτικοί σύμβουλοι και οι οίκοι αξιολόγησης εμφανίζονται μετριοπαθείς στις εκτιμήσεις τους.

    Λ.χ. η S&P στην τελευταία πρόβλεψή της εκτιμά ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα αυξηθεί το νέο έτος κατά 1,8%-1,9%, έναντι 2,8% το 2018 και προβολής για 2,3% το 2019. Είναι επιβράδυνση, αλλά όχι συρρίκνωση.

    Η BlackRock, πάλι, στην έκθεση Global Outlook 2020 στέκεται ιδιαίτερα στο γεγονός ότι οι αποταμιεύσεις κινούνται ανοδικά, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα χρόνια της υπερχρέωσης πριν από το 2008.

    Αν ισχύει ότι αυτός που πραγματικά τραβάει το "κάρο" στην αμερικανική οικονομία είναι η εγχώρια κατανάλωση, τότε τα πράγματα δεν εμπνέουν ανησυχία. Η καταναλωτική δαπάνη, αυξημένη κατά 2,6% φέτος, αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,4% το 2020.

    Απόκλιση ειδημόνων-κοινού

    Είναι πράγματι χαρακτηριστική η απόκλιση των πεποιθήσεων που εκφράζουν οι ειδήμονες σε σχέση με τον ευρύτερο πληθυσμό. Σε έρευνα της National Association for Business Economics τo 21% των ερωτηθέντων οικονομολόγων αναμένει την έλευση της ύφεσης εντός του πρώτου εξαμήνου του 2020, το 43% μέχρι τέλους του νέου έτους και το 34% όχι πριν από τα μέσα του 2021.

    Οι γενικοί οικονομικοί διευθυντές αμερικανικών επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα CFO Global Business Outlook του Πανεπιστημίου Duke αναμένουν κατά 52% ύφεση του χρόνου και κατά 24% μέχρι τα μέσα του 2012. (Οι Ασιάτες, Καναδοί και Λατινοαμερικανοί ομόλογοί τους είναι ακόμη πιο απαισιόδοξοι.)

    Αντιθέτως, σε έρευνα της Fidelity στο γενικό κοινό το 39% των ερωτηθέντων (και μάλιστα το 46% των millenials) δηλώνουν ότι η παρούσα οικονομική τους κατάσταση είναι βελτιωμένη σε σχέση με πέρσι, ενώ τουλάχιστον τα δύο τρίτα του δείγματος (ποσοστό που για τους millenials εκτινάσσεται στο 85%) αναμένουν μεγαλύτερη βελτίωση κατά το νέο έτος.

    Η "στενή" αγορά εργασίας

    Τα αίτια αυτής της αισιοδοξίας δεν είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Την περασμένη Παρασκευή ανακοινώθηκε ότι τον Νοέμβριο προστέθηκαν 266.000 θέσεις εργασίας έναντι εκτιμήσεων των ειδικών για 187.000 θέσεις εργασίας, και το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε από το 3,6% στο 3,5%, ήτοι στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1969. Και αυτό μολονότι ο δείκτης της μεταποίησης υποχώρησε στο 48,1 τον Νοέμβριο από 48,3 τον Οκτώβριο – με το 50 να αποτελεί το συμβατικό όριο συρρίκνωσης. Όσο, λοιπόν, η αγορά εργασίας παραμένει "στενή", η καταναλωτική εμπιστοσύνη δεν υπάρχει λόγος να υποχωρεί.

    Το κλίμα αυτό δεν μπορεί παρά να ευνοεί τον Ντόναλντ Τραμπ – καθώς το 2020 είναι χρονιά προεδρικών εκλογών. Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν, βέβαια, να χρωματίσουν την πορεία προς τις κάλπες με την απαγγελία κατηγοριών εναντίον του προέδρου με το ερώτημα της καθαίρεσης, όμως κανένας ένοικος του Λευκού Οίκου μέχρι τώρα δεν έχασε το στοίχημα της επανεκλογής, αν η οικονομία ήταν ακμαία κατά την προεκλογική χρονιά.

    Ο Άμπε ξαναπήρε το όπλο του

    Δεν είναι "ένεση", είναι πραγματικό "μπαζούκας". Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός, Σίνζο Άμπε, ανακοίνωσε ότι εξαπολύει πακέτο 13 τρισ. γεν, ήτοι 210 δισ. δολαρίων, για την ανόρθωση της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη. Τα Abenomics επέστρεψαν σε όλη τους την επεκτατική "αίγλη".

    Μέχρι πρότινος, η ιαπωνική κυβέρνηση έδινε έμφαση στη δημοσιονομική σταθεροποίηση, καθώς το δημόσιο χρέος, δυόμισι φορές το μέγεθος του ΑΕΠ, είναι το μεγαλύτερο παγκοσμίως, αν και κατά το πλείστον εγχωρίως διακρατούμενο. Και μόνο η ταχεία γήρανση του πληθυσμού δικαιολογεί την περίσκεψη για τις μελλοντικές δυνατότητες χρηματοδότησης του ιαπωνικού κοινωνικού κράτους.

    Εξού και η λήψη μέτρων δημοσιονομικής περιστολής, όπως η αύξηση του φόρου κατανάλωσης από το 8% στο 10% τον Οκτώβριο (που παραδόξως οδήγησε σε αύξηση των επενδύσεων κατά 7,3% σε ετήσια βάση το τρίτο τρίμηνο, ώστε να προληφθούν τα αποτελέσματά του).

    Πού θα κατευθυνθεί

    Όμως η στασιμότητα παραμένει, η κεντρική τράπεζα δεν έχει περιθώρια κίνησης (με το βασικό επιτόκιο ήδη στο μείον 0,1%), ενώ ο τυφώνας Χαγκίμπις τον Οκτώβριο, ο χειρότερος που έχει πλήξει την Ιαπωνία εδώ και 50 χρόνια, ανέδειξε την ανάγκη βελτίωσης των υποδομών και οχύρωσης απέναντι στην κλιματική μεταβολή.

    Το πακέτο των 120 δισ. δολαρίων θα προέλθει από τους δημόσιους λογαριασμούς και την έκδοση ομολόγων, θα στραφεί δε σε έργα υποδομής, στήριξη των εξαγωγών, προσπάθειες αυτοματοποίησης κ.ο.κ. Στόχος είναι να έχουν φανεί τα αποτελέσματά του από τα μέσα του 2020, όταν θα επέλθει η κόπωση μετά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων.

    Σε κάθε περίπτωση, η Ιαπωνία ζει και αυτή τον μετεωρισμό ανάμεσα στις μειωμένες λόγω του εμπορικού πολέμου εξαγωγές και την ανθεκτική εγχώρια ζήτηση που τώρα αποτελεί το κύριο καταφύγιό της.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων