Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 19-Σεπ-2019 13:00

    Η Ευρώπη και το καθεστώς εξοπλισμού

    Η Ευρώπη και το καθεστώς εξοπλισμού
    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Των Sophia Besch, Beth Oppenheim

    Η κακώς συντονισμένη πολιτική εξαγωγών όπλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπονομεύει την ασφάλεια της Ευρώπης, την εξωτερική της πολιτική και την αμυντική της βιομηχανία.

    Η πολιτική εξαγωγών όπλων της ΕΕ θα πρέπει να έχει τρεις στόχους. Πρώτον, έλεγχο των όπλων, προκειμένου να κρατήσει τα όπλα μακριά από τα λάθος χέρια. Δεύτερον, στοχευμένες εξαγωγές όπλων σε συμμάχους και χώρες που συμμερίζονται τις προκλήσεις ασφάλειας της ΕΕ. Τρίτον, την υποστήριξη της ανάπτυξης στρατιωτικής τεχνολογίας στην Ευρώπη.

    Το τωρινό καθεστώς εξαγωγών όπλων της Ένωσης, η "Κοινή Θέση", καθορίζει οκτώ κριτήρια στα οποία πρέπει να δοκιμαστούν τα κράτη-μέλη, όπως σεβασμός του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου στην χώρα προορισμού. Αλλά επειδή η άμυνα θεωρείται ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, η Κοινή Θέση δεν εφαρμόζεται ή επιβάλλεται σε επίπεδο ΕΕ.

    Η πρόσφατη κόντρα για τις εξαγωγές όπλων στη Σαουδική Αραβία –το Βερολίνο σταμάτησε τις εξαγωγές όπλων προς το βασίλειο, προς απογοήτευση του Παρισιού και του Λονδίνου- εξέθεσε πώς οι εθνικές αποφάσεις για εξαγωγές όπλων συχνά καθοδηγούνται από διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές και βιομηχανικές ανησυχίες. Μια τέτοια διαφωνία καθιστά πιο δύσκολο για την Ευρώπη να βοηθήσει στην επίλυση συγκρούσεων ή επιρροής των συμπεριφορών τρίτων.

    Οι πολιτικές εξαγωγών όπλων διαφέρουν ανά τις χώρες στην Ευρώπη διότι υπάρχει μικρή συναίνεση για τις απειλές προς την ΕΕ ή για τα συμφέροντα της Ένωσης. Αυτό ήταν εμφανές στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ έναντι της Συρίας και της Βενεζουέλας. Τον Μάιο του 2013, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ απέτυχαν να έρθουν σε συμφωνία για την ανανέωση του εμπάργκο πώλησης όπλων στη Συρία, με κάποια κράτη-μέλη να θέλουν να εξοπλίσουν αντάρτικες ομάδες. Και όταν ξέσπασαν οι αντι-κυβερνητικές διαδηλώσεις στη Βενεζουέλα στις αρχές του 2017, τα κράτη-μέλη της ΕΕ ξόδεψαν μήνες συζητώντας για το εάν πρέπει να παρέμβουν ή όχι, επιτρέποντας στην κατάσταση να επιδεινωθεί σημαντικά προτού τελικά συμφωνήσουν σε μία δέσμη κυρώσεων που περιλάμβανε εμπάργκο όπλων. Και στις δύο περιπτώσεις η ΕΕ δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να κατευνάσει την κατάσταση.

    Οι εξαγωγές σε τρίτες χώρες επιτρέπουν στις εταιρείες άμυνας να διευρύνουν την πελατειακή τους βάση και να δημιουργήσουν οικονομίες κλίμακος. Την ίδια τιμή, καθιστούν πιο δύσκολο για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να κατασκευάζουν πιο ανταγωνιστικά προϊόντα. Συνδυάζοντας τους πιο αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές με τις μεγαλύτερες δαπάνες στην έρευνα και στην ανάπτυξη, η ΕΕ θα δημιουργούσε κίνητρα για τις αμυντικές επιχειρήσεις να βελτιώσουν την τεχνολογία, μειώνοντας παράλληλα τους τραυματισμούς και τις καταστροφές εκτός της ΕΕ.

    Τα κράτη-μέλη θα αποφασίσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αναπτύξουν νέο στρατιωτικό εξοπλισμό ή οπλικά συστήματα, εάν εμπιστεύονται το ένα το άλλο για την παροχή των απαραίτητων στοιχείων σε περιόδους κρίσης –σε πελάτες εντός και εκτός της ΕΕ. Χωρίς μια αξιόπιστη και συνεπή πολιτική εξαγωγών όπλων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πρόσφατες υψηλού προφίλ πρωτοβουλίες της ΕΕ για τη βελτίωση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων, κινδυνεύουν να αποτύχουν.

    Μια πραγματικά ενιαία πολιτική εξαγωγών της ΕΕ θα απαιτούσε ένα εποπτικό σώμα που θα ελεγχόταν από την Κομισιόν για να αναφέρει παραβιάσεις της Κοινής Θέσης από κράτη-μέλη. Η Κομισιόν θα μπορούσε να οδηγεί τα κράτη-μέλη που αρνούνται να τηρήσουν τους όρους, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

    Ωστόσο, μια τέτοια ριζική αναθεώρηση θα απαιτούσε αλλαγές στις συνθήκες της ΕΕ –και δεν υπάρχει διάθεση μεταξύ των κρατών-μελών για την εγκατάλειψη μέρους της αυτονομίας τους.

    Ωστόσο, υπάρχουν μικρότερα βήματα που μπορεί να κάνει η ΕΕ χωρίς αλλαγές στη Συνθήκη, που θα ευθυγράμμιζαν ακόμη πιο πολύ το καθεστώς εξαγωγών όπλων των κρατών-μελών:

    -να διευκρινίσει τι συνιστά "ξεκάθαρο κίνδυνο" ή "σοβαρή παραβίαση" στην Κοινή Θέση, να καταστήσει σαφές ότι οι υφιστάμενες άδειες μπορεί να ανασταλούν ή να ανακληθούν και να καταστήσει πιο αυστηρή την αναφορά παραβιάσεων, να βοηθήσει κράτη-μέλη να εφαρμόσουν ισχυρότερους ελέγχους για να εξασφαλίσουν ότι τα όπλα δεν θα καταλήξουν σε λάθος χέρια

    -να διευκρινίσουν τους όρους της ρύθμισης της ΕΕ για τα αγαθά "διπλής χρήσης" (εκείνα που έχουν τόσο αστική όσο και στρατιωτική χρήση, όπως η τεχνολογία επιτήρησης του κυβερνοχώρου), και να ενθαρρύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών-μελών

    -να πετύχει διακυβερνητικές δεσμεύσεις για συμμόρφωση με τα νέα πιο αυστηρά κριτήρια εξαγωγών της ΕΕ από αρκετά κράτη-μέλη, ιδιαίτερα τη Γαλλία και τη Γερμανία, κάτι που θα ασκούσε μεγαλύτερη πίεση στα πιο "χαλαρά" κράτη-μέλη.

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.cer.eu/publications/archive/policy-brief/2019/arms-warring-over-europes-arms-export-regime#section-summary

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων