Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 19-Ιαν-2021 08:47

    Η ατζέντα διεύρυνσης της ΕΕ δεν είναι πλέον κατάλληλη για τον σκοπό αυτό

    Η ατζέντα διεύρυνσης της ΕΕ δεν είναι πλέον κατάλληλη για τον σκοπό αυτό
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Erwan Fouere

    Το προηγούμενο έτος υποτίθεται ότι θα σηματοδοτούσε άλλο ένα ορόσημο στην πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ, με μια συμφωνία για το άνοιγμα των διαπραγματεύσεων ένταξης με τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Μετά από επανειλημμένες καθυστερήσεις, η ημερομηνία ένταξης αναμενόταν να είναι πριν από το τέλος του 2020. Αλλά μετά από την άρνηση της Γαλλίας το 2019 να προχωρήσουν σε περαιτέρω διεύρυνση μέχρι να συμφωνηθεί μια νέα μεθοδολογία διαπραγματεύσεων, η Βουλγαρία έβαλε το δικό της "λιθαράκι” και κατέστρεψε τις συνομιλίες, αφήνοντας κουρελιασμένη την ατζέντα της ΕΕ για τη διεύρυνση.

    Προχωρώντας προς τα εμπρός - ενίσχυση της αξιοπιστίας

    Η πολιτική ξεκίνησε με μια θετική πορεία, με το project της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, "Ενισχύοντας τη διαδικασία πρόσβασης - Μια αξιόπιστη προοπτική της ΕΕ για τα Δυτικά Βαλκάνια”, να στοχεύει στο να ανταποκριθείς στις γαλλικές απαιτήσεις και να "αναζωογονήσει τη διαδικασία ένταξης”. Αυτό εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο, κάτι που έδωσε το πράσινο φως να ξεκινήσουν οι διαδικασίες ένταξης, και με τη βόρεια Μακεδονία και με την Αλβανία, αν και υπό προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή.

    Τα φαντάσματα της ιστορίας

    Αλλά καθώς πλησίαζαν τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια το Φθινόπωρο και τον χειμώνα, οπότε και αναμενόταν ότι θα οριζόταν μια συμφωνία για την έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Βόρεια Μακεδονία, οι προοπτικές για τη λήψη μιας απόφασης περιορίστηκαν.

    Σε μια κίνηση που θα έπρεπε να είχε προκαλέσει συναγερμό τότε, η βουλγαρική κυβέρνηση εξέδωσε μια μονομερή ανακοίνωση που προσαρτήθηκε στα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Μαρτίου. Η ανακοίνωση, βασισμένη σε ένα ψήφισμα που εγκρίθηκε από όλα τα πολιτικά κόμματα στο βουλγαρικό κοινοβούλιο, έθετε τους όρους που επέμενε ότι θα πρέπει να τηρήσει η Βόρεια Μακεδονία προτού μπορέσουν να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις ένταξης. Αυτοί, περιλάμβαναν την αποδοχή από την Βόρεια Μακεδονία, ότι η γλώσσα της είχε βουλγαρικές ρίζες, και ότι "μακεδονική γλώσσα” ή "εθνότητα” δεν υπήρχε πριν από το 1944. Επίσης απαίτησε να δοθεί ένα τέλος σε αυτό που αποκαλούσε "επιδοτούμενη από το κράτος αντί-βουλγαρική ιδεολογία”, καθώς και να αποκηρύξει οποιονδήποτε ισχυρισμό για την "ύπαρξη μιας μακεδονικής μειονότητας” στη Βουλγαρία και να καθορίσει αυτό που θέα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μονόπλευρη ερμηνεία της ιστορίας της περιοχής. Το ζήτημα της μειονότητας ήταν ανήκουστο, καθώς τους πετούσε στο πρόσωπο τις επανειλημμένες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, που αναγνώριζαν την ύπαρξη μειονοτήτων της Βόρειας Μακεδονίας στην περιοχή της.

    Ατζέντα διεύρυνσης της ΕΕ -Μια πολιτική μόνο κατ’ όνομα

    Η πραγματικότητα είναι πως το βουλγαρικό βέτο τον Δεκέμβριο ενισχύει την υποκρισία που υπάρχει στη συνολική προσέγγιση της ΕΕ στα δυτικά Βαλκάνια και στην ευρωπαϊκή τους προοπτική. Η δέσμευση σε αυτή την προοπτική, αν και επαναλαμβάνεται συχνά στα επίσημα έγγραφα της ΕΕ, παραμένει χλιαρή στην καλύτερη περίπτωση, με τα περισσότερα κράτη-μέλη να είναι απρόθυμα να ασχοληθούν, αντανακλώντας τη διάθεση της κοινής γνώμης σε ορισμένες από αυτές τις χώρες, για οποιαδήποτε μελλοντική διεύρυνση της ΕΕ. Αυτό πιθανότατα έχει επιδεινωθεί από την εν εξελίξει πανδημία.

    Ακόμη για με τις δύο χώρες των οποίων οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη (Μαυροβούνιο από το 2012 και Σερβία από το 2014), οι ρυθμοί έχουν σχεδόν παγώσει. Στα οκτώ χρόνια που χρειάστηκαν ώστε η Κροατία να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις ένταξης και να γίνει πλήρες μέλος (το 2013), για το ίδιο χρονικό διάστημα μόνο τρία κεφάλαια από τα 35 έχουν κλείσει στην περίπτωση του Μαυροβούνιου.

    Οι πολυπλοκότητες της βαλκανικής πολιτικής

    Το ότι το βουλγαρικό βέτο επιτρεπόταν να μπλοκάρει μια απόφαση του Συμβουλίου για την έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης με τη Βόρεια Μακεδονία, δεν αποτελεί μόνο άλλη μία κατάχρηση του κανόνα της ομοφωνίας από ένα κράτος-μέλος, δείχνει επίσης την πλήρη έλλειψη κατανόησης εντός της ΕΕ, των πολυπλοκοτήτων των δυτικών Βαλκανίων και το μεγάλο βάρος τη2 ιστορίας. Οι πολλές ασυνέπειες και τα λάθη ρεαλισμού στην προσέγγιση της βουλγαρικής κυβέρνησης, όπως απεικονίζονται στο report του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Πολιτικής τον Μάιο του 2020 με τίτλο "Διαπραγματεύσεις Ένταξης μεταξύ ΕΕ-Βόρειας Μακεδονίας: Οι επιπτώσεις των βουλγαρικών όρων” -αναμφισβήτητα η πιο περιεκτική ανάλυση της βουλγαρικής θέσης- δεν έκανε καμία διαφορά. Στην πραγματικότητα, η απόπειρα να συμπεριληφθεί στο προσχέδιο των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου, η βουλγαρική συμβιβαστική διατύπωση "παρερμηνείας της ιστορίας” έδειξε την προφανή προθυμία της ΕΕ να δεχτεί την μονόπλευρη στάση της Βουλγαρίας έναντι μιας υποψηφίου χώρας. Ευτυχώς, τόσο η Τσεχία όσο και η Σλοβακία αντέδρασαν. Απέρριψαν αυτό που είδαν ως μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί η έννοια της "παραποίησης της ιστορίας” στη διαδικασία διεύρυνσης.

    Προσπαθώντας να εισάγει την ιστορία στη διαδικασία ένταξης, η βουλγαρική κυβέρνηση όχι μόνο υπονομεύει τα κριτήρια ένταξης, αλλά επίσης φαίνεται να αγνοεί την τεράστια εμπειρία της ΕΕ σε θέματα υπέρβασης της κληρονομιάς του παρελθόντος και στην προώθηση μιας διαδικασίας βασισμένης στην συμφιλίωση και στο κράτος δικαίου. Αντί να προάγει τις αξίες της ΕΕ που έχει δηλώσει ότι θα τηρεί με την ένταξη της στην ΕΕ το 2007, έχει παίξει το εθνικιστικό χαρτί που υπαγορεύτηκε από μια εγχώρια ατζέντα που θύμιζε την αυτοκρατορική πολιτική του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα είχαν γίνει ποτέ μέλη της Ευρωπαϊκής κοινότητας, όπως λεγόταν τότε, το 1973. Και οι δύο χώρες συζητούν ακόμη για την κοινή τους ιστορία, αλλά με έναν τρόπο χωρίς αντιπαράθεση και σε ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο.

    Η ΕΕ πρέπει να βοηθήσει στην επίλυση διμερών διαφορών στην περιοχή

    Αυτό που απαιτείται είναι μια προληπτική διπλωματική δέσμευση από την ΕΕ. Είτε είναι ο ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ ή ο ειδικός απεσταλμένος για τα Δυτικά Βαλκάνια ή κάποια άλλη προσωπικότητα υψηλού προφίλ, πρέπει να υπάρξει ένα ανεξάρτητο ουδέτερο σώμα για να παράσχει διαμεσολάβηση κάθε φορά που εμφανίζονται τέτοιες διαφωνίες. Αυτή η διαμεσολάβηση πρέπει να πραγματοποιηθεί παράλληλα και όχι ως προϋπόθεση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, η ΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιήσει πολλά από τα μέσα που έχει στη διάθεση της για την προώθηση του διαλόγου, τη συνεργασία μεταξύ ιστορικών και την δημιουργία δικτύων οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών για την προώθηση της συμφιλίωσης. Τίποτα λιγότερο από έναν οδικό χάρτη, προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Αυτά που διακυβεύονται, είναι η αξιοπιστία της ΕΕ και η ικανότητά της να δρα αποτελεσματικά στην κοντινή της γειτονιά.

    © Copyright CEPS. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από το Capital.gr. Η δημοσίευση της ελληνικής μετάφρασης δεν αποτελεί προϊόν επίσημης συνεργασίας

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.ceps.eu/the-eus-enlargement-agenda-is-no-longer-fit-for-purpose/

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ