Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 18-Μαρ-2020 14:56

    Ο κορονοϊός είναι η μεγάλη δοκιμασία της Δύσης

    Ο κορονοϊός είναι η μεγάλη δοκιμασία της Δύσης
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Judy Dempsey

    Δεν θα συμβεί εδώ, όχι στην Ευρώπη. Συμβαίνει πολύ μακριά, στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Κίνα. Αυτή ήταν η στάση μέχρι που ο κορονοϊός έπληξε τη Βόρεια Ιταλία με μια φοβερή μανία.

    Μέχρι τότε, η μεγαλύτερη προσοχή από την Ευρώπη δόθηκε στο πώς το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε επιβάλλει δρακόντιες μεθόδους για να περιορίσει τον ιό και αντίστοιχα δρακόντειες μεθόδους για να σιγήσει τις κριτικές. Αυτά τα μέτρα δεν ήταν για τη Δύση.

    Διάλεξαν τον πρώτο δρόμο τώρα αφότου οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είδαν τι συνέβη στην Ιταλία. Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης βρίσκεται τώρα σε αποκλεισμό. Ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron έχει βάλει τη Γαλλία σε -όπως το ονομάζει- πολεμικό κλίμα προκειμένου να αντιμετωπίσει τον ιό.

    Ανάλογα με το που μένει κανείς, ορισμένοι άνθρωποι πιστεύουν ότι τα μέτρα που υιοθετούνται από τις κυβερνήσεις τους είναι θεμιτά. Άλλοι -κάποιοι από τους γείτονες μου στο Βερολίνο για παράδειγμα (και παρεμπιπτόντως, δύο από αυτούς είναι γιατροί)- θεωρούν τις αντιδράσεις υπερβολικές. Ξεχάστε το γεγονός ότι χιλιάδες ανά την Ευρώπη έχουν ήδη πεθάνει. Και μην σκεφτείτε καν πώς θα αντιδράσουν οι φτωχές χώρες. Η οδηγία "πλύνετε τα χέρια σας με σαπούνι όσο πιο συχνά γίνεται” είναι μια πολυτέλεια για ορισμένους πληθυσμούς.

    Ο ιός, όπως πολύ καλά εξηγείται στον Economist, δεν γνωρίζει όρια. ΑΛλά όπως επισήμανε το περιοδικό, η Δύση θα έπρεπε να ήταν προετοιμασμένη ιδιαίτερα μετά από τον ιό SARS που σάρωσε μέρη της Ασίας το 2003.

    Η αντίδραση της Σιγκαπούρης και της Νότιας Κορέας στον κορονοϊό έδειξε ότι είχαν μάθει από τον SARS. Είχαν ενισχύσει τις υποδομές τους στην υγεία και στην ιατρική κατάρτιση για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενα μελλοντικά ξεσπάσματα του ιού. Και όταν συνέβη, ο αρχές ενημέρωσαν το κοινό και ξεκίνησε η ανθεκτικότητα.

    Η ανθεκτικότητα ήταν μια από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκε από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ μετά από την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και την εισβολή της στην Ανατολική Ουκρανία το 2014. Μετά από τη ρωσική επιθετικότητα, οι Ευρωπαίοι και οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, αποφάσισαν να υιοθετήσουν ανθεκτικά μέτρα.

    Πραγματικά δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία. Ο ενεργειακός τομέας έγινε λίγο πιο διαφοροποιημένος -αν και η Γερμανίδα Καγκελάριος έχει πεισματικά κολλήσει στο project Nord Stream 2, το οποίο θα καταστήσει την Γερμανία μονίμως εξαρτημένη από το ρωσικό αέριο- αλλά η Ευρώπη στο σύνολό της δεν έγινε πολύ πιο ανθεκτική.

    Τα μέλη του ΝΑΤΟ έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες και βελτίωσαν τον αργό εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων τους, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει επικάλυψη στον τομέα των εξοπλισμών και στο εσωτερικό της συμμαχίας υπάρχει έντονος ανταγωνισμός αντί της συνεργασίας για το ποιο στρατιωτικό υλικό να αγοράσουν. Η ανταλλαγή πληροφοριών απουσιάζει και οι δημοκρατίες συνεχίζουν να είναι ευάλωτες στις κυβερνοεπιθέσεις, στα fake news και στα λαϊκιστικά κινήματα που απαξιώνουν τη συνεργασία και την αλληλεγγύη.

    Παρόλη τη συζήτηση για την ανθεκτικότητα, δεν έχει δημιουργήσει πραγματικό momentum για συνεργασία ή ετοιμότητα μεταξύ των μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

    Αν μη τι άλλο, το παράδειγμα των προσφύγων που φεύγουν για να σωθούν από τον πόλεμο στη Σύρια ή των μεταναστών που θέλουν να φτάσουν στην Ευρώπη για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, έχει δείξει μια ανθεκτικότητα στην Ευρώπη, αλλά αρνητική.

    Ο συνεχής βομβαρδισμός των αμάχων στην Ιντλίμπ από τις δυνάμεις των ρωσικών και των συριακών καθεστωτικών δυνάμεων και οι σοκαριστικές συνθήκες τις οποίες κάποιοι πρόσφυγες αναγκάζονται να υπομένουν σε κάποια από τα ελληνικά νησιά και κατά μήκος των ελλονο-τουρκικών συνόρων, έχει δείξει την επαίσχυντη πλευρά της ανθεκτικότητας. Η αντίδραση της Ευρώπης στο προσφυγικό πρόβλημα είναι lockdown, παρόμοιο με την αντίδρασή της στον κορονοϊό. Το τελευταίο έχει γίνει πολύ βολικά ένα μέσο για να κρατάμε τους πρόσφυγες εκτός.

    Αυτή η αρνητικού τύπου ανθεκτικότητα έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα της ανθεκτικότητας. Η ανθεκτικότητα αφορά στο να υπάρχει μια μακροχρόνια προσέγγιση στην κατοχύρωση των κρίσιμων υποδομών απαραίτητων για την σταθερότητα, την ασφάλεια και για τη διαβεβαίωση των πολιτών. Αυτό σημαίνει επενδύσεις στην έρευνα, στην ενέργεια, στην υγεία και στην εκπαίδευση.

    Πολύ συχνά, κάποιες δυτικές κυβερνήσεις έχουν κοιτάξει βραχυπρόθεσμα, αναφορικά με την ανησυχία τους να διατηρήσουν τους προϋπολογισμούς τους υπό αυστηρό έλεγχο, ανήσυχοι με την περικοπή των επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές, ανήσυχος για την αποταμίευση χρημάτων. Αλλά εάν οι δομές έρευνας και υγείας -οι οποίες στηρίζουν τις πτυχές της ανθεκτικότητας- παραμεληθούν, οι κυβερνήσεις δεν θα είναι προετοιμασμένες για μια κρίση.

    Απλώς αναλογιστείτε την έλλειψη ανεμιστήρων σε χώρες τόσο εύπορες όσο η Γαλλία και η Γερμανία. Ο κορονοϊός έχει εκθέσει τη βασική έλλειψη ανθεκτικότητας.

    Έχει δείξει επίσης μια ακόμη πτυχή της αδύναμης ανθεκτικότητας της Δύσης: την απουσία συνεργασίας και ενσυναίσθησης μεταξύ των Ευρωπαίων -ιδιαίτερα για την Ιταλία- και την επιπολαιότητα μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

    Σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ, με τα τεράστια αποθέματα ερευνητικών κέντρων και κορυφαίων ιατρικών κλινικών, θα έπρεπε να εργάζονται γάντι με χέρι με τους συμμάχους και να προσφέρουν την εμπνευσμένη ηγεσία, το τελευταίο απουσιάζει τελείως.

    Ο Αμερικανός πρόεδρος trump (και μέχρι πρόσφατα, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Boris Johnson), είναι σε άρνηση για τον κορονοϊό. Δείτε την πρόσφατη ανάλυση του δημοσιογράφου David Leonhardt στους New York Times για τον χειρισμό της πανδημίας (χωρίς αμφιβολία η κυβέρνηση Trump θα αρνηθεί το άρθρο και θα συνεχίσει να επιτίθεται στα ΜΜΕ).

    Και μετά υπάρχει και μια ακόμη απαίτηση για ανθεκτικές δημοκρατίες: ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να δημιουργούν εμπιστοσύνη επικοινωνώντας και λέγοντας την αλήθεια, παρά να αφήνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να θέτουν την ατζέντα.

    Η Merkel προσπάθησε να τοκάνει στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 11 Μαρτίου: "όταν ο ιός είναι εκεί έξω, και ο πληθυσμός δεν έχει ανοσία, και δεν υπάρχουν εμβόλια ή θεραπεία, τότε ένα υψηλό ποσοστό -οι ειδικοί λένε το 60%-70% του πληθυσμού- θα μολυνθεί”.

    Η ουσία των δηλώσεων της ήταν πως η πανδημία είχε πιάσει στον ύπνο τους Ευρωπαίους. Η ανθεκτικότητα και η συνεργασία δέχθηκαν ένα μεγάλο πλήγμα. 

    Ο κορονοϊός είναι η μεγάλη δοκιμασία της Δύσης.

     

    Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegieeurope.eu/strategiceurope/81295

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ