Δευτέρα, 16-Φεβ-2026 00:05
Ο Ρούμπιο έριξε τους τόνους στο Μόναχο άλλα τίποτα δεν έχει αλλάξει για τις ΗΠΑ
Του Marc Champion
Το ευρωπαϊκό ακροατήριο αναστέναξε με ανακούφιση όταν άκουσε το καθησυχαστικό μήνυμα που έστειλε ο Αμερικάνος υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια το Σάββατο - τουλάχιστον σύμφωνα με τον Γερμανό οικοδεσπότη και συντονιστή, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ. Αν αυτή ήταν πράγματι η αντίδρασή τους, είναι λάθος.
Ο πήχης ήταν ήδη χαμηλός, μετά την περιφρονητική ομιλία του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς από το ίδιο βήμα πριν από ένα χρόνο, και σίγουρα ο Ρούμπιο τον πέρασε. Ο Βανς είχε κατηγορήσει την Ευρώπη ότι εγκατέλειψε τις κοινές αξίες, συμπεριλαμβανομένης της δημοκρατίας και της ελευθερίας του λόγου, που ενώνουν τη διατλαντική συμμαχία, με σαφή υπαινιγμό ότι η ήπειρος είχε καταστεί ασήμαντη. Από εκείνη τη λεκτική επίθεση, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει δώσει σάρκα και οστά στη ρήξη που περιέγραψε ο Βανς: αποσύροντας την αμερικανική βοήθεια για την άμυνα της Ουκρανίας, εκδίδοντας μια νέα μια νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας που κάνει λόγο για "πολιτισμική εξάλειψη" της Ευρώπης και απειλώντας να καταλάβει τη Γροιλανδία από τη Δανία, σύμμαχο του ΝΑΤΟ.
Μπορεί, επιφανειακά, με την ομιλία του ο Ρούμπιο ήταν πολύ πιο ευγενικός από τον Βανς, αλλά η ουσία των όσων είχε να πει δεν διέφερε και πολύ. Η Ευρώπη εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ένας τόπος αδυναμίας και αποτυχίας. Αντί να απορρίψει τη σημασία της γηραιάς ηπείρου - "η Αμερική δεν μπορεί να κάνει τίποτα για εσάς", όπως το έθεσε ο Βανς - ο Ρούμπιο την κάλεσε να συμμετάσχει στην πολιτιστική επανάσταση του Τραμπ, αναδιαμορφώνοντας τη συμμαχία καθ' εικόνα του κινήματος MAGA. Στο μεταξύ, δεν παρευρέθηκε στη συνάντηση με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι και άλλους ηγέτες του λεγόμενου "Σχήματος του Βερολίνου" για να συζητήσουν τον τερματισμό του πολέμου. Φεύγοντας από το Μόναχο, επρόκειτο να επισκεφθεί τους φιλοπουτινικούς συμμάχους του Τραμπ στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία.
Οι καλοί τρόποι του Ρούμπιο δεν θα έπρεπε να καθησυχάζουν κανέναν. Δεν έχει αλλάξει κάτι στην προσέγγιση των ΗΠΑ από την αρχή της δεύτερης θητείας του Τραμπ. Την Παρασκευή, ο Αμερικανός πρόεδρος επέστρεψε στον ισχυρισμό ότι η Ρωσία θέλει ειρήνη με την Ουκρανία, ενώ πίεζε το Κίεβο να υποκύψει στους τιμωρητικούς όρους της Μόσχας. Η Ρωσία, όπως υπογράμμισε ο Ζελένσκι στην ομιλία του στο Μόναχο το Σάββατο, επιμένει στις μαξιμαλιστικές της απαιτήσεις και δεν δείχνει κανένα σημάδι διάθεσης για συμβιβασμό. Η Ευρώπη εξακολουθεί να μην έχει θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ούτε για την Ουκρανία ούτε για τη Γάζα. Και όλες οι θεμελιώδεις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν από καιρό οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Αμερικής όσον αφορά στον τερματισμό της εξάρτησής τους από έναν αβέβαιο, αν όχι "θηρευτικό", ηγεμόνα παραμένουν.
Το θετικό, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Τραμπ, είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν αρνούνται πλέον τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται, σε έναν κόσμο, όπως το έθεσε στην έκθεσή του ο Ίσινγκερ, πολιτικής "κατεδάφισης", με τις ΗΠΑ να κτυπούν πιο σκληρά. Τουλάχιστον, συζητούν για το πώς να αναπτύξουν τη δική τους πυρηνική αποτρεπτική δύναμη, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ακόμα σαφής τρόπος για να το επιτύχουν. Η εξάρτηση της Βρετανίας από τους αμερικανικούς πυραύλους για το σχετικά μικρό οπλοστάσιό της και η απίθανη προοπτική να μοιραστεί η Γαλλία τον έλεγχο του ελαφρώς μεγαλύτερου οπλοστασίου της παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα.
Ομοίως, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ έκανε μια ισχυρή πρόταση για την μετά-Brexit ενσωμάτωση της Βρετανίας στην ασφάλεια της υπόλοιπης Ευρώπης. Ωστόσο, το έργο της υπέρβασης των βιομηχανικών ανταγωνισμών - για να αναφέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, η μείωση της σπατάλης που συνεπάγεται η παραγωγή τεσσάρων διαφορετικών τύπων αρμάτων μάχης, έναντι ενός στις ΗΠΑ - παραμένει εξίσου δύσκολο όσο εδώ και πάνω από μια δεκαετία.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όταν ήρθε η σειρά της να μιλήσει, έθεσε μια "κόκκινη γραμμή" ενάντια σε οποιαδήποτε αμερικανική παρέμβαση στην "ψηφιακή κυριαρχία" της Ευρώπης. Ωστόσο, αυτή η ανεξαρτησία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ισχυρές, κυρίαρχες ευρωπαϊκές ψηφιακές εταιρείες που θα ανταγωνίζονται εκείνες των ΗΠΑ και της Κίνας.
Αυτό παραμένει η ρίζα των προβλημάτων της Ευρώπης: ο έλεγχος και η κυριαρχία ακολουθούν τις δυνατότητες. Αυτό ίσχυε πάντα, αλλά έγινε οδυνηρά σαφές μόνο όταν ο πρώην προστάτης της Ευρώπης, οι ΗΠΑ, έγινε εχθρικός. Και ισχύει ιδιαίτερα στην άμυνα, όπου τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ δαπανούν σήμερα μεγαλύτερους πόρους σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια, προκειμένου να αποτρέψουν τη ρωσική απειλή. Παρόλα αυτά, οι ανεπάρκειες σημαίνουν ότι το σύνολο των αμυντικών δαπανών της Ευρώπης εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε πολύ μικρότερη μαχητική ισχύ από αυτή που θα υπέθετε κανείς.
Στο Μόναχο, οι ηγέτες καλωσόρισαν την πρόσφατη απόφαση για αναδιοργάνωση της διοικητικής δομής του ΝΑΤΟ ως σαφές σημάδι της ανάληψης ευθύνης από την Ευρώπη για την ασφάλειά της, κάτι που οι ΗΠΑ δηλώνουν ότι επιθυμούν. Η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι, σε λίγα χρόνια, οι διοικήσεις αέρος, ξηράς και θαλάσσης του ΝΑΤΟ, που τελούν υπό αμερικανική ηγεσία θα μεταφερθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αυτό μπορεί να ακούγεται ως πρόοδος, αλλά δεν έχει νόημα έως ότου οι δυνάμεις και ο εξοπλισμός γίνουν επίσης ευρωπαϊκοί. Η ιδέα ότι ο αμερικανικός στρατός θα υποτάξει τις δυνάμεις του στη διοίκηση χωρών που συνεισφέρουν λιγότερο στην αποστολή είναι τόσο απίθανη όσο ακούγεται.
Αυτό δημιουργεί έναν κίνδυνο για την Ευρώπη: ότι η αλλαγή αυτή θα μετατραπεί απλώς σε έναν μοχλό απεμπλοκής των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα δίλημμα για την Ουάσιγκτον, καθώς έρχεται αντιμέτωπη με την προοπτική να πρέπει όντως να παραχωρήσει τον έλεγχο επί των συμμάχων της.
Η ετήσια Διάσκεψη του Μονάχου λειτουργεί ως ανεμόμετρο, και από την φετινή έκδοση είναι σαφές ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη σοβαρότητα την άμυνά της, κάτι που μπορεί να είναι μόνο θετικό. Ωστόσο, η υγεία της διατλαντικής συμμαχίας θα καθοριστεί περισσότερο από την απόσταση μεταξύ του χρόνου που χρειάζεται η Ευρώπη για να οπλιστεί και της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων που θα δοκιμάσουν τη δέσμευση των ΗΠΑ, παρά από τις καλές προθέσεις ή τον τόνο των ομιλιών των Αμερικανικών αξιωματούχων.