Κυριακή, 08-Φεβ-2026 08:00
Ινδία: Από αγορά υψηλών εμπορικών φραγμών, σε στρατηγικό στόχο για τα ελληνικά τρόφιμα
της Ξανθής Γούναρη
Η Ινδία μετατρέπεται σταδιακά, από μια αγορά με υψηλά εμπορικά εμπόδια και αυξημένο κόστος εισόδου, σε στρατηγικό στόχο για τον ελληνικό αγροδιατροφικό κλάδο. Η ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά της ινδικής οικονομίας, η ταχεία διεύρυνση της μεσαίας τάξης και, κυρίως, η επικείμενη εφαρμογή της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας διαμορφώνουν ένα νέο, πιο ευνοϊκό πλαίσιο για τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά.
Παρότι οι ελληνικές εξαγωγές παραμένουν χαμηλές σε απόλυτα μεγέθη και έντονα συγκεντρωμένες σε περιορισμένο αριθμό προϊόντων, το αναπτυξιακό περιθώριο είναι σημαντικό, ιδίως για κατηγορίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το ελαιόλαδο, τα φρούτα, το κρασί και επιλεγμένα μεταποιημένα τρόφιμα.
Οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών προς την Ινδία ανήλθαν την περίοδο 2024-2025 σε 21,05 εκατ. δολάρια (περίπου 17,9 εκατ. ευρώ), αυξημένες κατά 2,3% σε σχέση με τα 20,57 εκατ. δολάρια της περιόδου 2023-2024. Η άνοδος αυτή προήλθε κυρίως από συγκεκριμένες κατηγορίες και όχι από ουσιαστική διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης.
Καθοριστικό ρόλο εξακολουθούν να διαδραματίζουν τα παρασκευάσματα ζωοτροφών, με εξαγωγές 10,5 εκατ. δολαρίων, καλύπτοντας πάνω από το 50% του συνόλου. Ακολουθούν τα ακτινίδια με 4,7 εκατ. δολάρια, η κορινθιακή σταφίδα με 3,6 εκατ. δολάρια και τα μήλα με 0,83 εκατ. δολάρια. Αντίθετα, προϊόντα με ισχυρό brand value, όπως το ελαιόλαδο, η φέτα, οι επιτραπέζιες ελιές και τα μεταποιημένα τρόφιμα, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, αν και κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση, σχεδόν 39%, φθάνοντας τα 1,03 εκατ. δολάρια.
Σε μακροοικονομικούς όρους, η Ινδία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αγορές τροφίμων παγκοσμίως. Με πληθυσμό άνω των 1,43 δισ. και μεσαία τάξη που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 350 εκατ. άτομα, η συνολική αγορά τροφίμων και ποτών ξεπερνά τα 500 δισ. δολάρια. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές εξαγωγές αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 0,005% των ινδικών εισαγωγών, αναδεικνύοντας τόσο το δυναμικό όσο και τη μεγάλη απόσταση από την ουσιαστική διείσδυση.
Σήμερα οι σταθμισμένοι δασμοί στα αγροδιατροφικά προϊόντα υπερβαίνουν κατά μέσο όρο το 36%, με ακραία επίπεδα σε βασικές κατηγορίες. Με την εφαρμογή της συμφωνίας, οι δασμοί στο κρασί μειώνονται, από το 150%, αρχικά στο 75% και σταδιακά στο 20%, στο ελαιόλαδο από περίπου 45% μηδενίζονται εντός πενταετίας, ενώ σημαντικές μειώσεις προβλέπονται για μεταποιημένα τρόφιμα, αρτοσκευάσματα, ζαχαρώδη και χυμούς. Σε φρούτα όπως τα ακτινίδια εφαρμόζονται ποσοστώσεις, ενώ σε ορισμένες κατηγορίες προβλέπεται πλήρης κατάργηση των δασμών.
Σε όρους τελικής τιμής, οι αλλαγές αυτές μπορούν να συμπιέσουν το κόστος εισαγωγής ευρωπαϊκών προϊόντων κατά 20% έως 40%. Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η μείωση των δασμών δεν εξαλείφει τους επιχειρηματικούς κινδύνους. Το σύνθετο νομικό καθεστώς, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ Πολιτειών, η γραφειοκρατία και η ανάγκη ισχυρών τοπικών συνεργασιών καθιστούν την Ινδία αγορά υψηλού ρίσκου για αποσπασματικές κινήσεις. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού παραμένει σε χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, περιορίζοντας τη ζήτηση για premium προϊόντα σε ένα μικρό αλλά ταχέως αναπτυσσόμενο αστικό κοινό.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους κορυφαίους παραγωγούς ακτινιδίων παγκοσμίως, με εξαγωγές άνω των 300.000 τόνων. Η μείωση των δασμών από 33% σε 10% ενισχύει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού προϊόντος έναντι του ιρανικού ανταγωνισμού. Παράλληλα, η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά φρούτα δημιουργεί ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση αξιόπιστων logistics και συνεργασιών με τοπικούς διανομείς.
Η Ινδία αποτελεί αγορά με ανεκμετάλλευτο δυναμικό για ποιοτικά κρασιά, αλλά παραμένει σε πρώιμο στάδιο. Όπως επισημαίνει ο Στέλλιος Μπουτάρης, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, η χώρα δεν αποτελούσε προτεραιότητα λόγω των απαγορευτικών δασμών, ωστόσο η νέα συμφωνία αλλάζει τα δεδομένα. Η αυξανόμενη παρουσία Ινδών επισκεπτών υψηλού εισοδήματος στην Ελλάδα και η απευθείας αεροπορική σύνδεση ενισχύουν τις προοπτικές για στοχευμένες εξαγωγές, κυρίως σε premium κανάλια. Για το ελληνικό κρασί, η Ινδία λειτουργεί περισσότερο ως συμπληρωματική, μεσοπρόθεσμη αγορά.
Το ελληνικό ελαιόλαδο, αν και με εξαγωγές μόλις 7,5 τόνων το 2024, αποκτά πλέον καλύτερους όρους πρόσβασης, καθώς οι δασμοί μηδενίζονται. Παρά ταύτα, η κατανάλωση ελαιολάδου στην Ινδία παραμένει περιορισμένη, με έντονο ανταγωνισμό από φθηνότερα φυτικά έλαια και χαμηλή εξοικείωση του καταναλωτή.
Η αγορά δεν επιτρέπει ταχεία κλιμάκωση. Η αξιοποίηση της νέας συγκυρίας απαιτεί επένδυση σε εκπαίδευση της αγοράς, συνεργασίες με τοπικούς παίκτες και σαφή στρατηγική τοποθέτησης, ώστε να αποφευχθεί η παγίδα της χαμηλής τιμής.
Την ίδια ώρα, ο Κώστας Ζούκας, πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, εκφράζει έντονη ανησυχία για τη συμφωνία Ε.Ε. - Ινδίας, καθώς δεν έχει αποσαφηνιστεί αν οι επιτραπέζιες ελιές θα ενταχθούν στη λίστα σταδιακής κατάργησης των δασμών, οι οποίοι σήμερα φτάνουν έως 36% και καθιστούν τις εξαγωγές μη ανταγωνιστικές. Η άρση των δασμών είναι κρίσιμη για την πρόσβαση στη δυναμική αγορά της Ινδίας και για την αντιστάθμιση απωλειών από την αμερικανική αγορά, όπου ήδη καταγράφεται μείωση εξαγωγών. Ο κλάδος πιέζεται επιπλέον από αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών και από δυσμενείς εμπορικές συμφωνίες, όπως της Ε.Ε. - Mercosur. Η ΠΕΜΕΤΕ καλεί την ελληνική κυβέρνηση να παρέμβει, ώστε να διασφαλιστεί μια δίκαιη και ισορροπημένη συμφωνία, που θα στηρίζει τον στρατηγικό εξαγωγικό κλάδο της επιτραπέζιας ελιάς.
Προς το παρόν οι ελληνικές εξαγωγές δεν ξεπερνούν τα 220.000 ευρώ, υποδεικνύοντας ότι η αγορά απαιτεί μακροχρόνια επένδυση σε εκπαίδευση καταναλωτή, γαστρονομική προσαρμογή και σταδιακή τοποθέτηση μέσω επιλεγμένων καναλιών, κυρίως HoReCa και οργανωμένου λιανεμπορίο
Συμπερασματικά, η Ινδία εξελίσσεται σε αγορά υψηλού δυνητικού οφέλους, αλλά και αυξημένου επιχειρηματικού ρίσκου. Η συμφωνία Ε.Ε. - Ινδίας λειτουργεί ως καταλύτης, όχι ως πανάκεια. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, η επιτυχία προϋποθέτει στρατηγικό σχεδιασμό, ισχυρούς τοπικούς εταίρους και ρεαλιστική αποτίμηση κινδύνου. Δεν πρόκειται για αγορά γρήγορων νικών, αλλά για όσους διαθέτουν υπομονή και κεφάλαια μπορεί να εξελιχθεί σε μακροπρόθεσμο πυλώνα εξωστρέφειας.