Συνεχης ενημερωση

    Δευτέρα, 14-Ιουν-2021 00:05

    Η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης έχει αλλάξει για πάντα - Και ο Πούτιν το γνωρίζει καλά

    Η σχέση ΗΠΑ-Ευρώπης έχει αλλάξει για πάντα - Και ο Πούτιν το γνωρίζει καλά
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του  Max Hastings

    Η επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στην Ευρώπη προκάλεσε μια πλημμυρίδα ενθουσιώδους ρητορικής. Αυτό αντικατοπτρίζει την ανακούφιση την οποία μοιράζονται οι περισσότερες πρωτεύουσες της ηπείρου σχετικά με την αλλαγή ενοίκου στον Λευκό Οίκο.

    "Σήμερα είναι μια καλή ημέρα για τη Δανία και για τη διατλαντική συνεργασία", ανέφερε ενθουσιωδώς ο Δανός υπουργός Εξωτερικών, καλωσορίζοντας τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν στην Κοπεγχάγη, λίγο πριν από την άφιξη Μπάιντεν στη Βρετανία για τη συνάντηση της ομάδας G7, "γιατί σήμερα, η Αμερική έχει επιστρέψει".

    Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον προχώρησε περισσότερο, μιλώντας σε έντονους τόνους για την "άφθαρτη σχέση μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ". και προτείνοντας μια "Νέα Χάρτα του Ατλαντικού", θυμίζοντας εκείνη του 1941.

    Η ρητορική δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα

    Ωστόσο, η σύνοδος κορυφής δεν μεταβάλλει τα θεμελιώδη δεδομένα του ζητήματος, τα οποία παραμένουν "άθικτα". Η Κίνα, όχι η Ρωσία, είναι το επίκεντρο της προσοχής των ΗΠΑ. Μόνο η Βρετανία μεταξύ των οικονομικά εύρωστων ευρωπαϊκών κρατών έχει υπάρξει διαρκώς πρόθυμη να πληρώνει ένα αποδεκτό μερίδιο του προϋπολογισμού της για την άμυνα. Και κανείς δεν μπορεί να συμφωνήσει με τον διπλανό του ποιος συνδυασμός "καρότου και μαστιγίου" είναι ο κατάλληλος για την αντιμετώπιση του ισχυρού άνδρα της Ρωσίας Βλάντιμιρ Πούτιν.

    Η Δύση χρειάζεται μια μελετημένη κοινή στρατηγική και όχι απλώς μια αλληλουχία παρορμητικών αντιδράσεων στις πρωτοβουλίες του Κρεμλίνου. Σήμερα δεν βρίσκεται καθόλου πιο κοντά στο να αποκτήσει κάτι τέτοιο απ’ όσο ήταν πριν από μια εβδομάδα ή ακόμη και πριν από έναν χρόνο. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η επικείμενη συνάντηση του Μπάιντεν με τον Πούτιν μπορεί να αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να προσφέρει το μόνο πράγμα που θέλει πραγματικά ο Ρώσος ομόλογός του - την άδεια να συνεχίσει να συμπεριφέρεται όπως το πράττει μέχρι σήμερα.

    Η αντιπάθεια που προκαλεί η γκανγκστερική ηγεσία της Μόσχας ενισχύθηκε από την έγκρισή εκ μέρους της της αεροπειρατείας πολιτικού αεροσκάφους από τη Λευκορωσία, καθεστώτος εξαρτημένου από τη Ρωσία, τον προηγούμενο μήνα, προκειμένου να συλληφθεί ένας Λευκορώσος αντιφρονών μεταξύ των επιβατών. Την περασμένη εβδομάδα, ο επικεφαλής των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών ισχυρίστηκε ότι οι ρωσικές δραστηριότητες παραπληροφόρησης και οι επεμβάσεις της Μόσχας στη γερμανική πολιτική σκηνή έχουν φθάσει στα "επίπεδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου".

    Η αποφυγή της αντιπαράθεσης με τη Μόσχα

    Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ωστόσο, εξακολουθούν να αποφεύγουν μια αντιπαράθεση με τη Μόσχα και τη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την προετοιμασία μιας τέτοιας. Ορισμένες εξ αυτών δικαιολογούν την απροθυμία τους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες ή να επιβάλουν αυστηρότερες κυρώσεις, υποστηρίζοντας ότι οι φιλοδοξίες του Πούτιν και των συνδεόμενων με τον ίδιο ολιγαρχών περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της εξουσίας τους και στην αύξηση της προσωπικής τους περιουσίας.

    Το Κρεμλίνο είναι απίθανο, λένε, να ξεκινήσει έναν θερμό, αληθινό πόλεμο με τη Δύση. Οπότε, ποιο είναι το νόημα να εξοπλίζεται κανείς έναντι ενός τέτοιου ενδεχομένου;

    Ο Πούτιν, ωστόσο, έχει επανειλημμένα αποδείξει την προθυμία του να ενισχύσει την εξουσία του στην πατρίδα του με πράξεις επιθετικότητας στο εξωτερικό του. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον πρόθυμες να καλύπτουν τα τεράστια κενά στα συστήματα εθνικής άμυνας των ευρωπαϊκών χωρών. Πέρα από την έλλειψη αεροσκαφών ανεφοδιασμού και δυνατοτήτων βαρέας ανέλκυσης, οι Ευρωπαίοι έχουν σοβαρές ελλείψεις στη λεγόμενη υποδομή C4ISR για τη διεξαγωγή διαδικτυακού πολέμου χωρίς άμεση επαφή, του είδους το οποίο προτιμούν οι Ρώσοι.

    Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί, ιδιαίτερα, ενδιαφέρονται περισσότερο για τα στατιστικά στοιχεία στο πεδίο του εμπορίου: ο αγωγός φυσικού αερίου Nord Stream 2 από τη Ρωσία προς τη Γερμανία είναι ένα προφανές παράδειγμα. Η βρετανική κυβέρνηση εκφράζει έντονη ρητορική με την οποία καταγγέλλεται η ρωσική συμπεριφορά, ωστόσο το Λονδίνο δεν έχει το "στομάχι" να πλήξει το Κρεμλίνο και τους φίλους του εκεί όπου θα τους "πονέσει" περισσότερο, εκδιώκοντας τα δισεκατομμύρια, τις συζύγους και τις ερωμένες των ολιγαρχών από το έδαφός του.

    Ο Μπάιντεν δεν είναι ακριβώς ο αντι-Τραμπ

    Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Αμερικής χαρακτηρίζονται επίσης από έντονη νευρικότητα για το τι μπορεί να κάνουν ή να μην κάνουν οι νέοι ένοικοι του Λευκού Οίκου. Αυτές είναι διαφορετικές ανησυχίες από εκείνες της εποχής Ντόναλντ Τραμπ, όταν ο πρόεδρος επεφύλασσε σοκ και προσβολές στους ξένους ηγέτες. Ωστόσο, είναι πραγματικές. Ο Μπάιντεν και οι σύμβουλοί του έδειξαν ελάχιστη βιασύνη να ανταλλάξουν δείγματα εμπιστοσύνης με τους Ευρωπαίους, οι οποίοι εμφανίζονται σχεδόν αξιολύπητα πρόθυμοι να τα δεχτούν.

    Οι σύμμαχοι στον Οργανισμό Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ) αγνοούσαν πλήρως την απόφαση των ΗΠΑ να αποσυρθούν από το Αφγανιστάν αργότερα εντός του έτους, μια προσωπική απόφαση Μπάιντεν, ενάντια μάλιστα στις συμβουλές του Πενταγώνου. Αναγκάζονται έτσι, απρόθυμα, να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα ότι, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είναι φίλος του Πούτιν, οι ηπειρωτικοί γείτονες της Ρωσίας θα πρέπει να σηκώσουν το μεγαλύτερο μέρος του βάρους της διαχείρισης της σχέσης της Δύσης μαζί του.

    Εξέχων Φινλανδός είπε σε φιλικό μου πρόσωπο τον περασμένο μήνα: "Το μόνο πράγμα που καταλαβαίνει ο Πούτιν είναι η δύναμη". Αυτό είναι αναμφίβολα αλήθεια, αν και θα έπρεπε να είχε προσθέσει "και η δύναμη της θέλησης". Η Δύση είναι πολύ πιο πλούσια από τη Ρωσία, η οποία έχει ΑΕΠ του μεγέθους της Ισπανίας.

    Οι Ευρωπαίοι ξοδεύουν πολύ περισσότερα για την άμυνά τους - αθροιστικά 270 δισεκατομμύρια δολάρια έναντι 60 δισ. δολ. της Ρωσίας τον χρονο. Ωστόσο, η Μόσχα ένιωσε ελεύθερη να αναπτύξει στρατιωτική δύναμη για την επίτευξη ταχέων, περιορισμένων στόχων, όπως η κατάληψη της Κριμαίας και της ανατολικής Ουκρανίας το 2014 και η επίθεση του 2008 στη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία εις βάρος της Γεωργίας, ούσα αρκετά σίγουρη ότι η Δύση δεν θα έδινε καμία στρατιωτική απάντηση.

    Ο Πούτιν καθοδηγεί μια σχετικά αδύναμη χώρα, ωστόσο, όπως συχνά παρατηρείται, χρησιμοποιεί τις δυνατότητές του με επιδεξιότητα. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι ο μόνος θεσμός στη Ρωσία ο οποίος έχει ενισχυθεί επί διακυβέρνησής του. Εκπαιδεύονται μάλιστα περισσότερο για να επιτεθούν, παρά για να αμυνθούν, καθώς οι Ρώσοι μπορούν να είναι σίγουροι ότι κανένας εξωτερικός εχθρός δεν τρέφει φιλοδοξίες να εισβάλει στην επικράτειά τους.

    Θα υπερασπιστεί η Ευρώπη Βαλτικές και Πολωνία;

    Ο Barry Posen, γκουρού στρατηγικής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT), υποστήριξε σε πρόσφατη εργασία του ότι, ακόμα κι αν οι ΗΠΑ αποσύρονταν στρατιωτικά από την Ευρώπη, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ είναι ικανοί να αμυνθούν ενάντια στη ρωσική επιθετικότητα - για παράδειγμα, έναντι μιας επιδιωκόμενης κατάληψης εδάφους των Βαλτικών Κρατών ή στην ανατολική Πολωνία από τους Ρώσους, η οποία το μόνο που θα κατάφερναν θα ήταν "να εξοργίσει τους Ευρωπαίους".

    Ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Σπουδών στο Λονδίνο αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Posen, απαντώντας την άνοιξη: "Για εμάς φαντάζει πιο λογικό ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι θα εξοργίζονταν, κάποιοι άλλοι μπορεί να φοβούνταν και κάποιοι τρίτοι να πίστευαν ότι η μάχη δεν αξίζει τον κόπο και την ταλαιπωρία. Η συνοχή της Συμμαχίας δεν έχει υπάρξει το ισχυρό χαρτί του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια".

    Η δική μου άποψη είναι η εξής: ανεξάρτητα από το πόσο ευνοϊκή είναι η ισορροπία δυνάμεων στα χαρτιά για τη Δύση, η Μόσχα έχει το ψυχολογικό πλεονέκτημα.

    Ο Πούτιν δικαιολογεί την αυταρχική διακυβέρνησή του στον λαό του παρουσιάζοντας τη Δύση ως απειλή. Γνωρίζει, ωστόσο, ότι ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από τις "πολύχρωμες επαναστάσεις" - εγχώριες αναταραχές ή απόλυτη εξέγερση στη Ρωσία και τους βασικούς γείτονές της, όπως η Λευκορωσία. Κατηγορεί όλες τις διαμαρτυρίες αυτού του είδους ως απόπειρες ανατροπής από "δυτικούς ταραχοποιούς" και απαντά με αδίστακτα κύματα καταστολής και καταπίεσης.

    Είτε πιστεύει είτε όχι ότι η Δύση διεγείρει συστηματικά τις αντιστάσεις στην εξουσία του, ο πρωταρχικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής του είναι να προωθήσει την αστάθεια εντός των χωρών του ΝΑΤΟ, γιατί αυτή αποδυναμώνει την αυτοπεποίθηση των συμμάχων και την ηθική εξουσία τους στο να αμφισβητούν τον τυχοδιωκτισμό του.

    Συνυφασμένη με αυτό είναι η επιθυμία του να επεκταθεί η σφαίρα επιρροής της Μόσχας σε κράτη που ήταν κάποτε συστατικά μέρη της Σοβιετικής Ένωσης. Θεωρεί τη Μαύρη Θάλασσα ως ρωσική λίμνη, γεγονός το οποίο εξηγεί την οργή της Μόσχας όταν το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ πρότεινε αυτήν την άνοιξη να στείλει δύο πολεμικά πλοία σε μια αποστολή αναγνώρισης εκεί. Αυτή η αποστολή τελικώς ματαιώθηκε.

    Ο Πούτιν θα ανταποκριθεί ενεργητικά και πιθανώς βίαια σε μια κίνηση ένταξης της Ουκρανίας είτε στο ΝΑΤΟ είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υποκινεί προβλήματα στις Βαλτικές. Οι Σουηδοί, μετά από δεκαετίες εφησυχασμού και ουδετερότητας, ανησυχούν για την επιθετικότητα της Ρωσίας και παίρνουν τη δική τους άμυνα πολύ πιο σοβαρά, προγραμματίζοντας αύξηση 40% στις στρατιωτικές δαπάνες έως το 2025 (και πιθανώς ένταξη στο ΝΑΤΟ).

    Εθνικιστική "διεθνής"

    Ένα από τα πιο απογοητευτικά φαινόμενα του 21ου αιώνα είναι η άνοδος μιας "εθνικιστικής Διεθνούς" - μιας χαλαρής συμμαχίας αντιδημοκρατικών, αντιφιλελεύθερων δυνάμεων, μεταξύ των οποίων η Κίνα και η Ρωσία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Ξανά και ξανά, οι δύο "κολοσσοί" σπεύδουν να προσφέρουν υποστήριξη στους ομοϊδεάτες τους δικτάτορες σε κάθε ήπειρο, πεπεισμένοι ότι με αυτόν τον τρόπο μειώνουν την ισχύ της δημοκρατίας. Βοηθήθηκαν σε αυτό από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία έδειξε μια εκπληκτική προθυμία να αναπτύσσει σχέσεις με τυράννους.

    Τα ταξίδια του Μπάιντεν στην Ευρώπη θα πρέπει να του κάνουν ξεκάθαρο, αν δεν είναι ήδη, ότι οι γνώμες στην ήπειρο σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης της Ρωσίας είναι βαθιά αποκλίνουσες. Τα κράτη της Βαλτικής θέλουν ισχυρές και ανελαστικές εγγυήσεις ασφάλειας από το ΝΑΤΟ. Εκείνοι, όπως και οι Πολωνοί, αντιτίθενται στον αγωγό Nord Stream 2, καθώς ο τελευταίος αυξάνει το ειδικό βάρος της Μόσχας στη Δυτική Ευρώπη.

    Οι Γάλλοι και οι Ιταλοί, αντίθετα, επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν το εμπόριο τους με τη Ρωσία. Η γερμανική θέση είναι διφορούμενη. Η λεγόμενη ομάδα των Russlandverstleher ("εκείνοι που κατανοούν τη Ρωσία"), φράξια η οποία περιλαμβάνει την ακροδεξιά της χώρας, καθώς και ένα σημαντικό μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας, είναι αντι-αμερικανική και υποστηρίζει το αφήγημα ότι είναι η επέκταση του ΝΑΤΟ και η ΕΕ προς Ανατολάς που οδήγησε τη Ρωσία σε αντιπαραθετική προς τη Δύση στάση. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενοχλούνται καθόλου από την καταπάτηση, εκ μέρους του Πούτιν, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

    Την ίδια στιγμή, το στρατόπεδο των Γερμανών "ατλαντιστών", του οποίου η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ θεωρείται σταθερός υποστηρικτής, υποστηρίζει σχετικά δυναμικές αντιδράσεις στις ρωσικές υπερβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των κυρώσεων. Ωστόσο, η Μέρκελ αποχωρεί σύντομα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι αδύναμες - η υπεράσπισή της στον Nord Stream 2 διατηρήθηκε παρά τη δολοφονία Τσετσένου αντιφρονούντα το 2019 σε πάρκο του Βερολίνου, μια πράξη που θεωρείται βάσιμα ότι συνδέεται άμεσα με το Κρεμλίνο.

    Μια νέα δυσκολία είναι ότι οι Ρώσοι, όπως και οι Κινέζοι, οι Ιρανοί και ορισμένοι άλλοι, μη κρατικοί παράγοντες, στρέφονται σε κρυπτονομίσματα που είναι δύσκολο να εντοπιστούν προκειμένου να υποστηρίξουν και να αποκομίσουν κέρδη από τις πιο αποδομητικές και διαταρακτικές δραστηριότητές τους στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων των διαδικτυακών επιθέσεων με απαίτηση λύτρων σε δυτικούς οργανισμούς και οντότητες.

    Πέρα από τις αμφιβολίες σχετικά με την ευρωπαϊκή βούληση να αντιμετωπιστούν δυναμικά οι ενέργειες της Μόσχας, υπάρχει επίσης αβεβαιότητα σχετικά με τα μέσα - δηλαδή τον εντοπισμό των ενόχων και την επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων.

    Η σχέση ΗΠΑ - Ευρώπης έχει αλλάξει για πάντα

    Εν τω μεταξύ, ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν συμβιβαστεί ακόμη με τη σκληρή πραγματικότητα ότι, ανεξάρτητα από τα μέτρα που υιοθετούν, είναι απίθανο να λάβουν ξανά την ειλικρινή υποστήριξη από την Ουάσινγκτον που θεωρούσαν δεδομένη από το 1945 και που είχε ως σύμβολο την εμβληματική ομιλία του Αμερικανού προέδρου Τζον Φ. Κένεντι το 1963 "Ich bin ein Berliner" στο Δυτικό Βερολίνο.

    Οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν αφιερωθεί σε έναν μακρύ ψυχρό πόλεμο με την Κίνα, ο οποίος θα κυριαρχήσει στην εξωτερική πολιτική της τα επόμενα χρόνια. Παρά την επιθυμία του Μπάιντεν να δραπετεύσει από το χάος της Μέσης Ανατολής, αυτή η περιοχή θα απορροφήσει επίσης ένα ανεπιθύμητα μεγάλο μερίδιο της προσοχής της κυβέρνησής του.

    Ο Μπάιντεν και η ομάδα εξωτερικής πολιτικής του θεωρούν τη Ρωσία ως παράγοντα διεθνούς διαταραχής, όχι όμως και "υπαρξιακή απειλή" όπως την Κίνα. Εκτός εάν (ή έως ότου) οι Ευρωπαίοι αποδειχθούν πιο πρόθυμοι να υποστηρίξουν τους στόχους των ΗΠΑ στην Ασία, θα ήταν απερίσκεπτα αισιόδοξο να περιμένουν μεγάλη βοήθεια από την Ουάσινγκτον προκειμένου να αποκρούσουν τις εκφοβιστικές δραστηριότητες του Κρεμλίνου.

    Θα υπάρξουν πολύ περισσότερες αμερικανικές επισκέψεις σε υψηλό επίπεδο στην Ευρώπη και οικείες από το παρελθόν δηλώσεις διατλαντικής αλληλεγγύης. Οι Βρετανοί θα συνεχίσουν να λατρεύουν το κάπως κενό περιεχομένου "μάντρα" τους για την "ειδική σχέση" τους με τις ΗΠΑ.

    Πίσω από τα θερμά λόγια, ωστόσο, υπάρχει λίγη ουσία. Εάν ο Μπόρις Τζόνσον κατανοούσε την ιστορία λίγο καλύτερα, θα ήξερε ότι το ίδιο ίσχυε και για την Χάρτα του Ατλαντικού τον Αύγουστο του 1941, την οποία είχε συντάξει ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσόρτσιλ και την οποία είχε αποδεχθεί με μισή καρδιά ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούσβελτ.

    Ο Πούτιν τα γνωρίζει όλα αυτά πολύ καλά. Εφ' όσον δεν υπερεκτείνεται σε σχέση με τις δυνατότητές του, μπορεί να διατηρεί την αδυσώπητη εγχώρια "πολιτεία" του και να δημιουργεί προβλήματα στη Δύση όποτε του κάνει κέφι, με μικρό κόστος ή κίνδυνο. Ο ρωσικός λαός σπάνια δεν θα τον επιδοκιμάζει όταν διεκδικεί τα υποτιθέμενα "δικαιώματα" της χώρας του εις βάρος της "αλαζονικής Δύσης".

    Η ατροφία η οποία έχει ενσκήψει στη σχέση των δύο πλευρών του Ατλαντικού αποτελεί ζημία για όλα τα μέρη. Ωστόσο, είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορεί να αποκατασταθεί, λόγω της απόκλισης των αντιληπτών ως συμφερόντων τους μεταξύ της Ουάσιγκτον και των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, καθώς και της έλλειψης πραγματικών πολιτικών προσωπικοτήτων στις διπλωματικές υπηρεσίες των δύο πλευρών.

    Χρειαζόμαστε μερικούς μεγάλους άνδρες και γυναίκες στην παγκόσμια σκηνή προκειμένου να υπερασπιστούν τον σκοπό και την ουσία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Εν τη απουσία τους, οι τύραννοι θα συνεχίσουν να ευδοκιμούν.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ