Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 29-Απρ-2021 11:19

    Τα hedge funds μαγεύονται από τη λάμψη των ελληνικών τραπεζών

    Τα hedge funds μαγεύονται από τη λάμψη των ελληνικών τραπεζών
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    της Elisa Martinuzzi

    Από πολλές πλευρές, η Ελλάδα έχει επιστρέψει στο παιχνίδι. Με τους επενδυτές να κοιτάζουν χωρίς να αγγίζουν εδώ και μια δεκαετία περίπου, η χώρα της Νότιας Ευρώπης επέστρεψε στην αγορά των 30ετών ομολόγων στο προηγούμενο έτος, και βρήκε ανταπόκριση σε αγοραστές με μετρητά και πεινασμένους για αποδόσεις. Η αισιοδοξία ότι η μετά την πανδημία ανάκαμψη στην Ελλάδα θα είναι πιο εντυπωσιακή από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, έχει επίσης οδηγήσει τους επενδυτές σε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας: τις μεγαλύτερες τράπεζες της.

    Η πρόσφατη προσέλκυση επενδυτών σε τραπεζικές μετοχές ήταν θεαματική, με την χρηματιστηριακή αξία των τριών εκ των τεσσάρων μεγαλύτερων τραπεζών, να υπερδιπλασιάζεται τους τελευταίους έξι μήνες. Διακεκριμένοι επενδυτές hedge fund, όπως ο John Paulson, επενδύουν στις ελληνικές τράπεζες, των οποίων η πορεία σε βιώσιμη κερδοφορία φαίνεται πιο καθαρή τώρα με τον δείκτη των επισφαλών δανείων σσε κάποιες επιχειρήσεις, να έχει μειωθεί κάτω του 10% χάρη στις τεράστιες πωλήσεις.

    Παρόλα αυτά, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να αναμένουν μια πορεία χωρίς σκαμπανεβάσματα. Από την αβεβαιότητα που περιβάλλει την πολύ-απαραίτητη επιστροφή του τουρισμού για τη χώρα -ο κλάδος αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο της ελληνικής οικονομίας- μέχρι την ικανότητα των τραπεζών να αυξήσουν ξανά τ έσοδα, ο κάποτε τοξικός τραπεζικός κλάδος μόλις βγαίνει από τη μονάδα εντατικής θεραπείας.

    Πάρτε για παράδειγμα την Εθνική Τράπεζα και την Eurobank Ergasias, τις δύο τράπεζες που έχουν προχωρήσει περισσότερο στο να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους μετά από την κρίση χρέους. Οι αποτιμήσεις τους, αυτή τη στιγμή περίπου 50% χαμηλότερα από τη λογιστική τους αξία, τις τοποθετούν σε premium θέση έναντι διαφόρων μεγάλων τραπεζών της Ευρώπης, όπως την ιταλική UniCredit SpA και την Deutsche Bank.

    Αν και οι αποτιμήσεις αντανακλούν εν μέρει την προσδοκία ότι οι δύο ελληνικές τράπεζες θα πετύχουν μεγαλύτερες αποδόσεις ίδιων κεφαλαίων μέχρι το 2022, ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης για το επόμενο έτος και μετά από αυτό, δεν είναι εγγυημένος. Και πάλι, οι δύο τράπεζες έχουν προβλέψει ετήσια αύξηση των προμηθειών για να αντισταθμίσουν την πτώση στα έσοδα από τόκους.

    Στο μεταξύ, η Τράπεζα Πειραιώς έχει μόλις αντλήσει 1,4 δισ. Ευρώ για να χρηματοδοτήσει την εκκαθάριση των επισφαλών δανείων. Η συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα τον μέτοχο της Paulson να αγοράζει περισσότερες μετοχές και προσέλκυσε επενδυτές όπως η BlackRock και η Fidelity. Η εύρεση αγοραστών για τα επισφαλή δάνεια της τράπεζας δεν θα έπρεπε να φορολογείται τόσο, αλλά είναι πολύ πίσω σε σχέση με τις υπόλοιπες ελληνικές τράπεζες τη βελτίωση της κερδοφορίας.

    Το ελληνικό δημόσιο παραμένει επενδυτές και στις τέσσερις μεγάλες τράπεζες, και είναι απίθανο να τις εγκαταλείψει φτάνοντας μέχρι εδώ. Οι τέσσερις τράπεζες -Εθνική, Eurobank, Πειραιώς και Alpha Bank- ελέγχουν το 90% της αγοράς περίπου.

    Ωστόσο, για να αναπτυχθεί η οικονομία με το υγιές ποσοστό του 3,6% φέτος και 5,7% το 2022, και να υποστηρίξει τα τραπεζικά κέρδη πέραν των πωλήσεων των επισφαλών δανείων, η εγχώρια ζήτηση και η κατανάλωση πρέπει ναα ανακάμψουν για να αντισταθμίσουν την πιθανότητα μέτρια ανάκαμψης του τουρισμού, σύμφωνα με τη Moody’s. Βοηθάει ότι η Ελλάδα εξαρτάται κυρίως από επισκέπτες γειτονικών ευρωπαϊκών χωρών, αλλά με τον ρυθμό των εμβολιασμών να είναι ακόμη αβέβαιος σε όλη την ΕΕ, παραμένει αδιευκρίνιστο το πόσο ισχυρή θα είναι η σεζόν σε αυτό το έτος.

    Μεγάλο μέρος της μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης της χώρας, θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη από πλευράς κυβέρνησης Κυριάκος Μητσοτάκη, των κεφαλαίων από το Ταμείο ανάκαμψης από την πανδημία και από τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς. Η ανάπτυξη στην Ελλάδα θα μπορούσε να φτάσει μέχρι και το 18,3% μέχρι το 2026, ως ποσοστό της οικονομικής παραγωγής του 2020, ή μόλις στο 8,3%, αναφέρει η S&P. Ο οίκος αξιολόγησης αναβάθμισε την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του χρέους της Ελλάδας στο ΒΒ, δύο βαθμίδες χαμηλότερα από την επενδυτική βαθμίδα, νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

    Παραμένει επίσης ασαφής ο βαθμός στον οποίο μπορεί να δημιουργηθούν επισφαλή δάνεια εάν η οικονομία αποτύχει να ανακάμψει. Η κεντρική τράπεζα της χώρας εκτιμά ότι τα νέα επισφαλή δάνεια μπορεί να φτάσουν τα 10 δισ. Ευρώ στους επόμενους 18 μήνες, αντισταθμίζοντας εν μέρει τα 17 δισ. Ευρώ χεριού των υφιστάμενων επισφαλών δανείων που αναμένουν οι τράπεζες ότι θα ξεφορτωθούν στους επόμενους 12 μήνες, σύμφωνα με την Moody’s. Ενώ ο οίκος αξιολόγησης έχει αλλάξει το outlook του γιαα τις τράπεζες της χώρας σε θετικό από σταθερό, δηλώνει ότι η αδυναμία στα κεφάλαια, παραμένει ανησυχία.

    Ελλείψει της οικονομικής αναζωογόνησης και της επακόλουθης αύξησης των εσόδων των τραπεζών, οι τελευταίες ίσως να μην είναι σε θέση να βασίζονται σε περικοπές του κόστους πέρασαν του κλεισίματος υποκαταστημάτων και της μείωσης του αριθμού των εργαζόμενων. Σε έναν συγκεντρωτικό κλάδο, η ενοποίηση δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάνει πολύ δρόμο από τη διάσωση τους στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάσωσης της χώρας, και τα χρόνια πιστωτικής συρρίκνωσης ίσως τελικά μετατραπούν σε ανάπτυξη. Αλλά πρέπει να γίνουν πολλά σωστά.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ