Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 16-Μαρ-2021 00:05

    Προσοχή, κίνδυνος: όχι από το χρέος, αλλά από τα εκτινασσόμενα ελλείμματα

    Προσοχή, κίνδυνος: όχι από το χρέος, αλλά από τα εκτινασσόμενα ελλείμματα
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Lena Komileva

    Οι κυβερνήσεις δανείζονται όπως ποτέ στο παρελθόν προκειμένου να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από την πανδημία.

    Δεδομένου του πόσο φθηνός είναι αυτή τη στιγμή ο δανεισμός, χάρη στις κεντρικές τράπεζες οι οποίες διατηρούν τα επιτόκια χαμηλά ή και σε αρνητικό έδαφος και αγοράζουν ομόλογα μαζικά, αυτό δεν έχει αποτελέσει πρόβλημα. Ωστόσο χρέος και ελλείμματα αναμένεται να παραμείνουν αυξημένα τα επόμενα χρόνια.

    Αυτό θα δυσκολέψει την ικανότητα των υπευθύνων χάραξης πολιτικής να εξισορροπήσουν ανάπτυξη και ελλείμματα στο μέλλον, αυξάνοντας τους κινδύνους ενός κύκλου έκρηξης που θα ακολουθηθεί από χρόνια λιτότητας από πλευράς κυβερνήσεων και άγχους στην αγορά. Ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί μια διαρκής ανάκαμψη από την πανδημία και να αποφευχθεί μια οικονομική κρίση είναι να υιοθετήσουμε ένα μακροπρόθεσμο όραμα για μια βιώσιμη ανάπτυξη.

    Μακροπρόθεσμες και διαρθρωτικές επιπτώσεις

    Το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε κατά περισσότερο από 4% πέρυσι, σε σύγκριση με τη μείωση του κατά 0,1% κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009. Μόνο η ζώνη του ευρώ υπέστη ένα άνευ προηγουμένου σοκ 7% το 2020, έναντι ύφεσης 4,5% το 2009. Εν τω μεταξύ, ο κρατικός δανεισμός στον ανεπτυγμένο κόσμο αυξήθηκε κατά 60% το προηγούμενο έτος - ρυθμός σχεδόν διπλάσιος εκείνου που προηγήθηκε των κρίσεων χρέους στην ευρωζώνη πριν από μια δεκαετία.

    Αυτή η χρηματοδοτούμενη από τις κεντρικές τράπεζες δημοσιονομική δράση επέτρεψε στις διάφορες χώρες να στηρίξουν τους ισολογισμούς ολόκληρων οικονομικών τομέων, από εκείνον των υπηρεσιών φιλοξενίας έως εκείνον των αερομεταφορών και από τα νοικοκυριά έως τις τοπικές - περιφερειακές διοικήσεις-κυβερνήσεις. Το αποτέλεσμα είναι το χρέος τόσο στη ζώνη του ευρώ όσο και στις ΗΠΑ να έχει πλέον ξεπεράσει το μέγεθος των οικονομιών τους.

    Αυτός δεν είναι επί του παρόντος λόγος ανησυχίας για την αγορά, χάρη στα έκτακτα μέτρα που ελήφθησαν από την ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την απορρόφηση νέων κρατικών εκδόσεων και τη διατήρηση των αποδόσεων των ομολόγων - και επομένως το κόστος του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ - σε ιστορικά χαμηλά. Ωστόσο το ερώτημα είναι: τι θα συμβεί με την εμπιστοσύνη της αγοράς και το κόστος δανεισμού στο μέλλον;

    Μολονότι οι επιπτώσεις του Covid στην ανάπτυξη τείνουν να θεωρούνται κυκλικές και παροδικές, οι επιπτώσεις στο χρέος και τις μελλοντικές δανειακές ανάγκες είναι διαρθρωτικές και μακροπρόθεσμες. Δεδομένων του πρωτοφανούς ιστορικά όγκου δανεισμού και του ιστορικού χαμηλού του κόστους αυτού του δανεισμού, συνάγεται ότι η γενική κατεύθυνση τόσο για τις κυκλικές όσο και για τις διαρθρωτικές δυνάμεις είναι προς υψηλότερα μελλοντικά κόστη δανεισμού, καθώς θα προχωρεί η διαμόρφωση των επιτοκίων ισορροπίας της αγοράς.

    Αυτό πράγματι συμβαίνει. Κοιτάξτε απλώς την απότομη αλλαγή στην καμπύλη των αποδόσεων αναφοράς και την πρόσφατη ταχεία αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, παρά τα αμετάβλητα επιτόκια και την ποσοτική χαλάρωση των κεντρικών τραπεζών που επεκτείνει τη διάρκεια των "βουνών" δημόσιου χρέους. Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Rishi Sunak έχει ήδη εκφράσει ανησυχία για την αύξηση του κόστους δανεισμού.

    Βιωσιμότητα χρέους

    Η πανδημία έχει επιδεινώσει τις χρόνιες δημοσιονομικές "ευαισθησίες". Στη ζώνη του ευρώ, οι χρηματοδοτικές ανάγκες των κρατών - το άθροισμα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του χρέους που λήγει - αναμένεται να παραμείνουν εξαιρετικά ογκώδεις τα επόμενα δύο χρόνια, περί το 20% του ΑΕΠ, και να παραμείνουν σταθερά υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την κρίση. Ακόμη και σε περίπτωση ταχείας ανάκαμψης και αμετάβλητων επιτοκίων αναφοράς, οι δείκτες χρέους αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται έως και μετά τα μέσα της τρέχουσας δεκαετίας και να παραμένουν πολύ πάνω από τα προ Covid επίπεδα έως τη δεκαετία του 2030.

    Για τις αγορές, ο φόβος της ανεξέλεγκτης αύξησης του χρέους είναι ο κόμβος για τη γέννηση των κρίσεων.

    Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών ως ρυθμιστών του χρηματοοικονομικού κύκλου κατά τη διάρκεια της πανδημίας παραμένει κρίσιμος και θα αποτρέψει τα κενά ρευστότητας στις αγορές χρέους βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις της ΕΚΤ την Πέμπτη ότι θα παρέμβει για να αποτρέψει μια βραχυπρόθεσμη σύσφιξη των χρηματοοικονομικών συνθηκών δεν είναι δέσμευση ούτε για στόχευση χαμηλότερων αποδόσεων ομολόγων στο διηνεκές, ούτε για αγορά άπειρου κρατικού χρέους για το υπόλοιπο της δεκαετίας.

    Το γεγονός αυτό αφήνει επίσης τις αγορές να αναλογίζονται τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά του Covid, μέσω των διασυνδεδεμένων παραμέτρων του χρέους, της ανάκαμψης, του πληθωρισμού και των δημοσιονομικών, αλλά και νομισματικών επιλογών σε επίπεδο αποφάσεων χάραξης πολιτικής.

    Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωζώνη όπου, μετά τον Covid, η δημοσιονομική πίεση δεν θα αποτελεί πλέον φαινόμενο αποκλειστικά της "περιφέρειας": το υψηλότερο χρέος έχει αφήσει τρεις από τους τέσσερις μεγαλύτερους δανειολήπτες - τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία - πολύ πιο ευάλωτους στην αύξηση του κόστους δανεισμού και σε ακόμη ένα "σοκ ανάπτυξης". Χωρίς μια πιο ολοκληρωμένη και συγχωνευμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτές οι πιέσεις δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΚΤ, ώστε η τελευταία να προλάβει καταστάσεις ή να αναλάβει βάρη επ' αόριστον.

    Ούτε η Fed θα είναι σε θέση να εγγυηθεί ένα φθηνό κόστος χρέους εάν οι αγορές αποφασίσουν ότι τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ, το πυραυλικό καύσιμο των 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αποταμιεύσεων των καταναλωτών και το πλαίσιο "μέσου πληθωρισμού" της Fed θα επιτύχουν να επανεκκινήσουν την ανάπτυξη στη χώρα. Οι αγορές δεν χρειάζεται καν να δουν διαρκή μεταβλητότητα στα επίπεδα του πληθωρισμού για να υποβαθμίσουν την αξία των ομολόγων  και να αυξήσουν το κόστος δανεισμού.

    Παρομοίως με το σημείο στο οποίο βρισκόμασταν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια νέα εποχή ανησυχητικής αύξησης του χρέους και ενός διαρθρωτικoύ ρήγματος στις οικονομίες τους. Οι κυβερνήσεις πρέπει να σχεδιάσουν τώρα τον τρόπο αντιμετώπισης των διπλών προκλήσεων του χρέους και της βιωσιμότητας της ανάπτυξης μετά την Covid-19.

    Μονοπάτι εξόδου

    Αυτό, πρώτα απ’ όλα, σημαίνει τη διατήρηση των μέτρων δημοσιονομικής τόνωσης για την αποφυγή βαθύτερων "ουλών" από την κρίση του Covid στις οικονομίες. Σημαίνει όμως ταυτόχρονα και τη μετάβαση από τα εφάπαξ προγράμματα, τα οποία επικεντρώνονται στην ενίσχυση της ζήτησης, σε στοχευμένα μέτρα από την πλευρά της προσφοράς που να επικεντρώνονται στην ανοικοδόμηση της ανάπτυξης.

    Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν κίνητρα υπέρ επενδύσεων μακράς πνοής, ενίσχυση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, ανοικοδόμηση εγχώριων αλυσίδων εφοδιασμού και διεθνών αγορών και ανάπτυξη πράσινων αγορών, βιομηχανιών και θέσεων εργασίας.

    Η αύξηση του αναπτυξιακού δυναμικού των οικονομιών μας είναι κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους, καθώς η δυνητικά υψηλότερη ανάπτυξη θα εξασφαλίζει ανάκαμψη χαμηλού πληθωρισμού, θα επεκτείνει τη στήριξη των κεντρικών τραπεζών στο χαμηλό κόστος δανεισμού και θα μειώσει τις μελλοντικές δανειακές ανάγκες. Και οι τρεις μοχλοί θα υποστήριζαν την εμπιστοσύνη της αγοράς στην υψηλή βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και μια μακροχρόνια ανάκαμψη μετά τον Covid.

    Η εναλλακτική λύση θα ήταν μια νέα οικονομική κρίση και μια χαμένη δεκαετία για την ανάπτυξη.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ