Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Οκτ-2020 00:05

    Ο Μπάιντεν, ο κορονοϊός και η αύξηση των φορολογικών συντελεστών

    Ο Μπάιντεν, ο κορονοϊός και η αύξηση των φορολογικών συντελεστών
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Michael R. Strain

    Βασική προτεραιότητα για έναν Λευκό Οίκο υπό τον Τζο Μπάιντεν θα ήταν η αύξηση των φόρων στους Αμερικανούς υψηλού εισοδήματος και η αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή στο 28% από 21%.

    Κάτι τέτοιο θα ικανοποιούσε πολλούς εκ των προοδευτικών, οι οποίοι θέλουν να δουν υψηλότερους φόρους στην κορυφή της οικονομικής "πυραμίδας", θα ήταν ωστόσο λανθασμένο πολιτικό ξεκίνημα για μια νέα κυβέρνηση, δημιουργώντας αρνητικές συνθήκες σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία είναι έτσι κι αλλιώς αδύναμη. Η αύξηση, δε, του εταιρικού φορολογικού συντελεστή θα μείωνε μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα και τους μισθούς στις ΗΠΑ.

    Ο Μπάιντεν δεσμεύεται να μην αυξήσει τον φορολογικό συντελεστή για τα φυσικά πρόσωπα σε όσους κερδίζουν λιγότερα από 400.000 δολάρια τον χρόνο. Ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής για τα πλέον υψηλά εισοδήματα θα ανέλθει στο 39,6% από 37%, μεταξύ άλλων αλλαγών. Συνολικά, το σχέδιο Μπάιντεν θα απέφερε έσοδα περίπου 4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων την επόμενη δεκαετία, ένα αναμφισβήτητα σημαντικό ποσό.

    Η ανάγκη για μετά κορονοϊό ανάταξη της οικονομίας

    Η οικονομία, ωστόσο, θα βρίσκεται σε κακή κατάσταση καθ' όλη τη διάρκεια του 2021, με την ανεργία να είναι ακόμη ψηλά και την παραγωγή να παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από το επίπεδο της προ πανδημίας.

    Ο ψυχρότερος καιρός τον χειμώνα θα περιορίσει τη διάθεση των ανθρώπων να τρώνε έξω και μια αναζωπύρωση του ιού στην Ευρώπη πιθανότατα θα μειώσει τις εξαγωγές των ΗΠΑ. Με την Covid-19 να συνεχίζει να εξαπλώνεται, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους - και μια ισχυρή επανεμφάνιση του ιού θα απειλούσε να ανασχέσει την ανάκαμψη.

    Ακόμή δε και οι πλέον αισιόδοξοι αναλυτές αναμένουν ότι μεγάλο μέρος του επόμενου έτους θα περάσει χωρίς κάποιο εμβόλιο σε ευρεία διανομή.

    Σε αυτό το μακροοικονομικό περιβάλλον το 2021, ο Λευκός Οίκος θα έπρεπε να ηγηθεί μιας τιτάνιας προσπάθειας για πλήρη αποκατάσταση της οικονομίας υποστηρίζοντας νοικοκυριά, επιχειρήσεις, πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις, πριν από την άφιξη ενός εμβολίου.

    Εάν ο Δημοκρατικός υποψήφιος εκλεγεί πρόεδρος, ο Λευκός Οίκος του Μπάιντεν θα διαθέτει ένα αναμφισβήτητα ευρύ πολιτικό κεφάλαιο. Οι αυξήσεις φόρων θα επιβραδύνουν την ανάπτυξη ή θα την αφήσουν σχετικά αμετάβλητη. Γιατί να χρησιμοποιήσει κανείς οποιοδήποτε μέρος αυτού του κεφαλαίου σε πολιτικές που δεν θα επιταχύνουν την ανάκαμψη;

    Κι όμως, η ανάπτυξη θα είναι υψηλότερη με τον Μπάιντεν

    Φυσικά, το σχέδιο Μπάιντεν στην ολότητά του θα αύξανε τις δαπάνες παράλληλα με τους φόρους. Η συμβατική οικονομική πρόβλεψη δείχνει ότι ένα Δημοκρατικό "sweep" τον Νοέμβριο (σ.μ. εκλογή Μπάιντεν στην Προεδρία των ΗΠΑ και πλειοψηφία των Δημοκρατικών τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία) θα οδηγούσε σε ισχυρότερες οικονομικές επιδόσεις σε σχέση με μια νίκη Τραμπ και μια διατήρηση της πλειοψηφίας στη Γερουσία από τους Ρεπουμπλικανούς.

    Η Moody’s Analytics, για παράδειγμα, προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,2% το 2021 και 7,7% το 2022 εάν νικήσει ο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί κερδίσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία. H Moody’s προβλέπει ανάπτυξη 2,3% και 4,5% το 2021 και το 2022, αντίστοιχα, εάν η σημερινή πολιτική κατάσταση διατηρηθεί αμετάβλητη μετά τις εκλογές.

    Ποια είναι η πηγή αυτής της διαφοροποίησης στις προβλέψεις; Δεν είναι οι προτεινόμενες αυξήσεις φόρων από πλευράς Μπάιντεν. Αντ' αυτού, η Moody’s υποθέτει ότι ο Μπάιντεν θα υλοποιήσει πλήρως την οικονομική του ατζέντα - επιπλέον 7,3 τρισεκατομμύρια δολάρια σε δαπάνες για τις υποδομές, την εκπαίδευση, το "δίχτυ ασφαλείας", το κράτος πρόνοιας, τη στέγαση και την υγειονομική περίθαλψη, κατά σειρά ύψους.

    Επειδή όλες αυτές οι δαπάνες χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό μέσω ελλείμματος, ενδυναμώνουν την ανάπτυξη - σύμφωνα με τα συμβατικά οικονομικά μοντέλα - υπερβαίνοντας κάθε "φρενάρισμα" το οποίο θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι προτεινόμενες αυξήσεις φόρων. Η Moody’s εκτιμά ότι το σχέδιο του Μπάιντεν θα αύξανε το έλλειμμα κατά 2,6 τρισεκατομμύρια δολάρια κατά την πρώτη του θητεία, λαμβάνοντας υπ΄ όψη τόσο τις προτεινόμενες επιπλέον δαπάνες όσο και τις αυξήσεις φόρων.

    Η αντιπαραγωγικότητα της αύξησης των φόρων

    Ακόμα και αφότου η οικονομία θα έχει επανέλθει σε πλήρη υγεία, ο πρόεδρος Μπάιντεν δεν θα έπρεπε να αυξήσει τον εταιρικό φορολογικό συντελεστή. Αν το έπραττε, οι εταιρείες θα ανταποκρίνονταν επενδύοντας λιγότερο σε εργοστάσια και εξοπλισμό στις ΗΠΑ. Λιγότερες επενδύσεις σημαίνει λιγότερο παραγωγικοί εργαζόμενοι, γεγονός που μειώνει την αξία τους για τις εταιρείες, μειώνοντας τελικά τους μισθούς τους.

    Στη συζήτηση σχετικά με τη μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή το 2017, υποστηρικτές και αντίπαλοί της πήραν τη συζήτηση τελείως λάθος. Οι υποστηρικτές της περικοπής αύξαναν τις προσδοκίες ότι οι μισθοί των εργαζομένων θα αυξάνονταν αμέσως μετά τη φορολογική μεταρρύθμιση.

    Χρειάζεται όμως χρόνος χαμηλότερης φορολογίας προκειμένου να γίνει ορατή η βελτίωση σε επίπεδο επενδύσεων, παραγωγικότητας και μισθών. Οι αντίπαλοι, πάλι, επεσήμαιναν το γεγονός ότι πολλές εταιρείες επέστρεφαν κεφάλαια στους μετόχους τους μετά τις μειώσεις φόρων, αντί να χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους για την ενίσχυση των επενδύσεων. Η χρήση, ωστόσο, των όσων εξοικονομήθηκαν άμεσα από τη μείωση των φόρων ήταν εκτός του συζητούμενου θέματος. Αυτό που είχε σημασία ήταν πώς τα νέα φορολογικά κίνητρα θα επηρέαζαν τη μελλοντική συμπεριφορά.

    Στο σημερινό πολιτικό κλίμα, η θέση ότι ένας υψηλότερος εταιρικός φορολογικός συντελεστής θα μείωνε τους μισθούς πιθανόν να ακούγεται απλώς σαν ένα δεξιό πολιτικό επιχείρημα. Κι όμως, αποτελεί την τυπική άποψη μεταξύ των οικονομολόγων. Το μη κομματικό και ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι φέρουν το 25% του βάρους των εταιρικών φόρων. Το Κέντρο Φορολογικής Πολιτικής, κοινοπραξία του Urban Institute και του Brookings Institution, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι μισθοί και το εργατικό εισόδημα φέρουν το 20% της επιβάρυνσης του εταιρικού φόρου.

    Η ανάγκη επιπλέον εσόδων

    Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται επιπλέον φορολογικά έσοδα. Ακόμη και χωρίς τις πρόσθετες δαπάνες της ατζέντας Μπάιντεν, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρειάζεται υψηλότερα φορολογικά έσοδα προκειμένου να θέσει το δημόσιο χρέος της χώρας σε πτωτική πορεία.

    Η CBO εκτιμά ότι τον επόμενο χρόνο, για πρώτη φορά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το χρέος θα είναι μεγαλύτερο από την ετήσια οικονομική παραγωγή. Το 2023, το Γραφείο Προϋπολογισμού προβλέπει ότι το χρέος θα είναι μεγαλύτερο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλη χρονική στιγμή στην ιστορία των ΗΠΑ.

    Το αυξανόμενο κόστος των προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας και υγειονομικής περίθαλψης - συμπεριλαμβανομένου του Medicare - αποτελεί καθοριστικό παράγοντα σε αυτές τις προβολές. Ενώ οι περικοπές δαπανών θα πρέπει να αποτελέσουν τη μερίδα του λέοντος των προσπαθειών για την αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους, το να βασιστεί κανείς αποκλειστικά σε μειώσεις δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση και το Medicare δεν θα ήταν ούτε πολιτικά εφικτό ούτε επιθυμητό. Τα φορολογικά έσοδα θα πρέπει επίσης να αυξηθούν.

    Οικονομικά για αρχάριους

    Ο μαζικός δανεισμός που έχει λάβει χώρα προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα προγράμματα οικονομικής ανάκαμψης εν καιρώ πανδημίας ήταν απολύτως δικαιολογημένος. Σε μια υγιή οικονομία, ωστόσο, οι επιπλέον δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτούνται από κάπου αλλού. Ο Μπάιντεν έχει δίκιο στην προσπάθειά του να συνδυάσει τις προτεινόμενες αυξήσεις δαπανών του με μεγαλύτερα φορολογικά έσοδα.

    Ορισμένες από τις προτεινόμενες αυξήσεις φόρων από πλευράς Μπάιντεν θα ήταν ένας λογικός τρόπος αύξησης εσόδων - εάν θεσπιστούν μετά την ανάκαμψη της οικονομίας.

    Για παράδειγμα, ο Δημοκρατικός πολιτικός υπόσχεται να εξαλείψει το προνομιακό καθεστώς για ορισμένους ιδιαίτερα ευνοημένους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών ακινήτων και ενέργειας. Αν όμως μια κυβέρνηση Μπάιντεν θέλει να αντιμετωπίσει το διαρθρωτικό έλλειμμα του προϋπολογισμού ή να πληρώσει για νέα προγράμματα δαπανών, θα πρέπει να αναζητήσει νέες πηγές φορολογικών εσόδων εκτός της φορολογίας εισοδήματος.

    Οικονομικά για αρχάριους: εάν φορολογήσετε κάτι, λαμβάνετε λιγότερο από αυτό. Ας φορολογήσουμε λοιπόν κάτι που θέλουμε να δούμε να μειώνεται, όπως η ρύπανση. Οι φόροι εισοδήματος σημαίνουν λιγότερο εισόδημα, που σημαίνει λιγότερη εργασία, αποταμίευση και επενδύσεις. Ας φορολογήσουμε λοιπόν την κατανάλωση αντί του εισοδήματος.

    Σε μια αδύναμη οικονομία με μια υπερσπάνια (μία φορά κάθε αιώνα) παθογένεια όπως η πανδημία να έχει επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα, δεν χρειαζόμαστε λιγότερο εισόδημα. Επομένως το σχέδιο Μπάιντεν για αύξηση των φόρων επί εισοδήματος είναι λανθασμένο.

    Ακόμη δε και σε μια ισχυρή οικονομία, οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε να αυξήσουν τους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ