Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 14-Ιουλ-2020 00:05

    Το φορολογικό σχέδιο Μπάιντεν δεν είναι απλά κακό - είναι τερατώδες

    Το φορολογικό σχέδιο Μπάιντεν δεν είναι απλά κακό - είναι τερατώδες
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Jared Dillian

    Οι περισσότερες εκ των βασικών δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι ο Τζο Μπάιντεν βρίσκεται μπροστά σε σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ στη μάχη για τον Λευκό Οίκο. Ως εκ τούτου, θα ήταν συνετό να αρχίσει κανείς να εξετάζει τι μπορεί να σημαίνει η πολιτική του για την οικονομία και τις χρηματοοικονομικές αγορές, ξεκινώντας από το σχέδιό του για τη φορολογία.

    Όταν εισέλθει κανείς στις λεπτομέρειες του, συνειδητοποιεί ότι, παρ΄ όλο που ο Μπάιντεν θεωρείται ευρέως ως ένας κεντρώος Δημοκρατικός, το σχέδιο το οποίο προτείνει είναι κάθε άλλο παρά κεντρώου προσανατολισμού.

    Κατ΄αρχήν, ο Μπάιντεν απειλεί πραγματικά να πάρει έναν φορολογικό κώδικα ο οποίος είναι ήδη έντονα "προοδευτικού" (σ.μ. βασιζόμενου σε κλιμάκια) προσανατολισμού και να το μετακινήσει ακόμη περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση, με σχεδόν το σύνολο της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης να αφορά το υψηλότερων εισοδημάτων 2% των φορολογουμένων. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε πρόβλημα για ορισμένους κομβικής σημασίας λόγους.

    Πρώτον, θα αποθάρρυνε σαφώς την αποταμίευση, τις επενδύσεις και τη δημιουργία επιχειρήσεων, προκαλώντας έτσι - ενδεχομένως - μακροπρόθεσμη οικονομική ζημία. Επιπλέον, δεν θα πετύχαινε και πολλά όσον αφορά τη μείωση του κοινωνικού χάσματος σε επίπεδο εισοδήματος και πλούτου.

    Στο επίκεντρο του σχεδίου του Μπάιντεν βρίσκονται οι φόροι επί των κερδών των εταιρειών οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης.

    Ο παραλογισμός του "κενού"

    Επί του παρόντος, οι φόροι επί της μισθοδοσίας αφορούν μόνον τα πρώτα 137.700 δολάρια ετήσιου εισοδήματος, με το ποσό να υπόκειται σε ετήσια αναπροσαρμογή με βάση το κόστος ζωής.

    Ο εργαζόμενος και ο εργοδότης πληρώνουν ο καθένας 6,2% ως εισφορά - φόρο υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης. Τα αυτοαπασχολούμενα πρόσωπα πληρώνουν και ως εργαζόμενοι και ως εργοδότες ή αλλιώς το 12,4% του εισοδήματός τους μέχρι του συγκεκριμένου ποσού.

    Ο Μπάιντεν προτείνει την εφαρμογή αυτού του φόρου σε ένα απεριόριστο ποσό εισοδήματος από τα 400.000 δολάρια και πάνω, αφήνοντας ένα χαώδες "κενό" μεταξύ 137.700 και 400.000 δολ.

    Ο ίδιος αναμένει ότι αυτό το χάσμα θα μειωθεί με την πάροδο του χρόνου λόγω πληθωρισμού. Ο Μπάιντεν θέλει επίσης να αυξήσει εκ νέου τον ανώτατο φορολογικό συντελεστή από 37% σε 39,6%.

    Στην πραγματικότητα, ο φόρος υπέρ της Κοινωνικής Ασφάλισης θα έπαυε υπό αυτό το καθεστώς να είναι φόρος επί της μισθοδοσίας και θα λειτουργούσε στην πράξη ως ένας νέος, υψηλότερος ανώτατος συντελεστής φορολογίας εισοδήματος.

    Οι επικριτές των φόρων επί της μισθοδοσίας δηλώνουν γενικά ότι το συγκεκριμένο είδος φόρου κάθε άλλο παρά προοδευτικό είναι, ωστόσο στην πραγματικότητα έτσι κι αλλιώς ο διακηρυγμένος σκοπός του δεν ήταν καθόλου να είναι "κλιμακωτός". Ο αρχικός στόχος του ήταν η χρηματοδότηση των παροχών Κοινωνικής Ασφάλισης κάθε ξεχωριστού ατόμου και όχι η χρηματοδότηση των εσόδων της γενικής κυβέρνησης.

    Η "κρυφή" αύξηση των ανώτατων συντελεστών φορολόγησης

    Η προοδευτική αύξηση του φόρου υπέρ της Κοινωνικής Ασφάλισης, αυξάνοντας έτσι τους ανώτατους συντελεστές φορολογίας σε ποσοστά στο εύρος του 50%+ για τους αυτοαπασχολούμενους, οι οποίοι θα πληρώνουν και τις δύο "πτυχές" του (εισφορές εργοδότη και εργαζομένου), θα αποτελούσε ένα τεράστιο αντικίνητρο για την επιχειρηματικότητα.

    Το κομμάτι το οποίο σχετίζεται με την ανισότητα και το οποίο πολλοί εξ ημών θεωρούμε "προκλητικό" (σημειώστε ότι η έννοια "δισεκατομμυριούχος" έχει καταστεί αρνητικής φόρτισης όρος) δεν αντιμετωπίζεται μέσω του φόρου επί της μισθοδοσίας του Μπάιντεν. Οι άνθρωποι που πληρώνουν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για πολυτελή διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη δεν θα βρουν ιδιαίτερα εμπόδια στον δρόμο τους μέσω του φόρου επί της μισθοδοσίας. Συνεχίζουν να κερδίζουν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους μέσω τοποθετήσεων και επενδύσεων.

    Η φορολόγηση του εισοδήματος άνω των 400.000 δολ. υπέρ της Κοινωνικής Ασφάλισης δεν θα αγγίξει το κορυφαίο 0,1% (τα άτομα που συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως "πλουτοκρατία"), ωστόσο  θα αγγίξει το 2%. Αυτό μπορεί να μην μοιάζει μεγάλη διαφορά, ωστόσο υπάρχουν μέλη του κορυφαίου 2% σε κάθε κοινότητα στην Αμερική.

    Πρόκειται για επιτυχημένους ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, μαζί με επαγγελματίες όπως δικηγόροι και γιατροί. Οι παραπάνω κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 360.000 δολ. ετησίως, σε σύγκριση με τα κατά μέσο όρο 2,8 εκατομμύρια δολ. για όσους βρίσκονται στο κορυφαίο 0,1%.

    "Νωθροί δισεκατομμυριούχοι" ή σκληρά εργαζόμενοι επαγγελματίες;

    Πρόκειται για μεγάλη διαφορά, ειδικά σε περιοχές με υψηλό κόστος ζωής. Επίσης, περίπου το 20% των Αμερικανών θα κερδίσει έστω και για μία φορά στη ζωή του τουλάχιστον 250.000 δολ. σε ετήσια βάση, κάτι που φέρνει εκατομμύρια ανθρώπους έστω και για λίγο κοντά στο υψηλότερο 2% του πληθυσμού από εισοδηματική άποψη.

    Υπάρχει μια επικρατούσα πεποίθηση ότι οι πολύ πλούσιοι είναι νωθροί ή άεργοι (θέση με την οποία διαφωνώ), ωστόσο το σύνολο του υψηλότερου (από εισοδηματική άποψη) 2% σίγουρα δεν είναι. Πρόκειται για ιδιαίτερα εργατικούς ανθρώπους, οι οποίοι μπορεί να μην διαθέτουν αρκετούς πόρους ώστε να μπορούν να προσλάβουν νομική ή λογιστική βοήθεια υψηλού επιπέδου, προκειμένου να προστατεύσουν το εισόδημά τους από τη σκληρή φορολόγηση.

    Δεν είμαι γενικά υπέρ της αύξησης φόρων, ωστόσο εάν ο Μπάιντεν ήθελε πραγματικά να στοχεύσει τις ακραίες ανισότητες, θα πρότεινε προοδευτικά υψηλότερα ανώτατα ποσοστά στα πλέον υψηλά επίπεδα εισοδήματος - συμπεριλαμβανομένων των εισοδημάτων από επενδύσεις - ξεκινώντας από τα επίπεδα των 5 ή και των 10 εκατ. δολ.

    Η συγκεκριμένη συζήτηση δεν αφορά καν ιδέες περί φόρων υπέρ του προγράμματος Medicare και φόρου εισοδήματος ανά πολιτεία των ΗΠΑ, οι οποίοι θα οδηγούσαν τους ανώτατους φορολογικούς συντελεστές πολύ άνω του 60% και θα μπορούσαν εύκολα να καταστούν οι υψηλότεροι στον κόσμο.

    Τερατώδες λάθος

    Το κύριο παράπονο σχετικά με τον τρέχοντα φορολογικό μας κώδικα - ότι οι πλέον καλοστεκούμενοι από οικονομική άποψη πληρώνουν χαμηλότερο πραγματικό ποσοστό επί των εισοδημάτων τους σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους - αποτελεί συνάρτηση της προνομιακής μεταχείρισης που λαμβάνει το εισόδημα το οποίο προέρχεται από επενδύσεις.

    Και το φορολογικό σχέδιο του Μπάιντεν το λαμβάνει αυτό υπ' όψη, αυξάνοντας τους φόρους στα μακροπρόθεσμα κεφαλαιακά κέρδη τα οποία υπερβαίνουν το 1 εκατ. δολάρια ετησίως. Ωστόσο με το σχέδιο του Μπάιντεν, οι δισεκατομμυριούχοι θα εξακολουθούσαν να πληρώνουν χαμηλότερο ποσοστό επί του εισοδήματός τους σε σχέση με τον ιδιοκτήτη μερικών εστιατορίων, ο οποίος κερδίζει περί τις 400.000 ετησίως.

    Κάντε το άθροισμα και θα δείτε ότι το σχέδιο του Μπάιντεν θα συγκεντρώσει μόνον περί τα 3,2 τρισ. δολ. σε ορίζοντα 10 ετών, ειδικά αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το dynamic scoring, δηλαδή την επίδραση της φορολογίας σε απασχόληση, μισθούς, επενδύσεις και κρατικά έσοδα. Το ποσό είναι ελάχιστο σε σχέση με το τρέχον κρατικό έλλειμμα των 3 τρισ. δολ. τον χρόνο.

    Το δυστύχημα εδώ είναι ότι εάν η κυβέρνηση ενδιαφερόταν πραγματικά να αυξήσει τα έσοδά της, θα έπρεπε να αυξήσει τους φόρους στη μεσαία τάξη, ωστόσο κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σχέδιο πολιτικού εκτροχιασμού για όποιον το αποτολμήσει και εν πάση περιπτώσει υπερβολικά αμφιλεγόμενη και επίπονη λύση.

    Εάν το φορολογικό σχέδιο Μπάιντεν γίνει πράξη, οι ανώτατοι συντελεστές φορολογίας εισοδήματος στις ΗΠΑ θα αποκτήσουν μια αλλόκοτη και εν πολλοίς γελοία μορφή, με ένα υποθετικό ζευγάρι να πληρώνει 24% σε φόρο εισοδήματος έως 320.000 δολ., ενώ το ποσοστό θα αυξάνεται στο 51% για εισόδημα 408.000 δολ. εάν αυτό το ζευγάρι αποτελείται από δύο αυτοαπασχολούμενους.

    Οι ΗΠΑ έχουν απολαύσει ισχυρά ποσοστά δημιουργίας επιχειρήσεων, ωστόσο αυτό δεν θα διαρκέσει πολύ εάν ο Μπάιντεν γίνει πρόεδρος και το φορολογικό του σχέδιο γίνει νόμος του ομοσπονδιακού κράτους.

    Καθ' όλη τη διάρκεια της καμπάνιας των Δημοκρατικών υποψήφιων στον δρόμο προς τις εκλογές του 2020, οι αριστερόστροφοι υποψήφιοι μιλούσαν με πάθος υπέρ της επιστροφής στις ημέρες των φορολογικών συντελεστών ύψους 90% της δεκαετίας του 1950.

    Κατά μία έννοια, ο συγκεκριμένοι φόροι ήταν πιο δίκαιοι, δεδομένου ότι εφαρμόζονταν μόνον σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα εισοδήματος. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έλεγα κάτι τέτοιο, ωστόσο θα προτιμούσα χίλιες φορές να επιστρέψουμε σε εκείνες τις ημέρες παρά να ζήσουμε υπό το βάρος ενός τέτοιου τερατώδους φορολογικού καθεστώτος.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ