Δευτέρα, 05-Ιαν-2026 00:05
Η χρονιά που χάθηκε το οικονομικό προβάδισμα της Αμερικής
Του Robert Burgess
Οι επενδυτές στρέφουν, αυτές τις μέρες, το βλέμμα στους λογαριασμούς τους, για να δουν εάν θα περάσουν τις γιορτές με σαμπάνια και χαβιάρι ή με μπύρα και πατατάκια. Τα κέρδη 16,3% του δείκτη MSCI USA θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι το μενού έχει σαμπάνια και χαβιάρι, εντούτοις η μπύρα και τα πατατάκια ίσως είναι πιο κατάλληλα.
Παρά την άνοδο των αμερικανικών μετοχών, η συνολική εικόνα δεν μπορεί να επικυρώσει εύκολα τον επανειλημμένο ισχυρισμό του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ είναι η "πιο καυτή" χώρα στον κόσμο. Σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, η χρηματιστηριακή αγορά της Αμερικής φαίνεται πως μένει πίσω: Τα κέρδη του MSCI USA ωχριούν μπροστά στην άνοδο 29,2% του δείκτη MSCI All Country World (που δεν περιλαμβάνει τις ΗΠΑ).
Για να γίνει κατανοητό πόσο κακές είναι αυτές οι επιδόσεις, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτά τα μεγέθη έχουν να σημειωθούν από το 2009, οπότε και η παγκόσμια οικονομία ξεκίνησε να ανακάμπτει από την οικονομική κρίση.
Η καλύτερη εξήγηση για τον λόγο που οι επενδυτές απέρριψαν τα αμερικανικά assets τόσο σύντομα αφ'ότου το περιοδικό "The Economist" έφραφε ότι όλος ο κόσμος "φθονεί" την αμερικανική οικονομία, μπορεί να βρίσκεται στις τελευταίες προβλέψεις του ΟΟΣΑ. Στο ξεκίνημα του 2025, ο Οργανισμός είχε προβλέψει ότι η οικονομία των ΗΠΑ θα αναπτυχθεί κατά 2,4% στο σύνολο του έτους, ξεπερνώντας το 1,9% του υπόλοιπου ανεπτυγμένου κόσμου. Τώρα, ο ΟΟΣΑ - λιγότερο αισιόδοξος - βλέπει ανάπτυξη 2%. Παράλληλα, αναμένει περαιτέρω πτωτική πορεία το 2026, εκτιμώντας ότι το αμερικανικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7%.
Η εικόνα είναι παρόμοια και σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό. Καθώς το 2024 ολοκληρώθηκε με τον Τζο Μπάιντεν στην εξουσία, ο ΟΟΣΑ εκτιμούσε ότι οι αυξήσεις των τιμών ήταν υπό έλεγχο, προβλέποντας ρυθμό αύξηση 2,1% το 2025. Πλέον, θεωρεί ότι οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν πιθανότατα κατά 2,7% το 2025 και το 2026 η άνοδος θα φθάσει το 3%.
Με άλλα λόγια, το οικονομικό προβάδισμα των ΗΠΑ έχει εξαφανιστεί. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Είτε πρόκειται για τους δασμούς, την εξωτερική πολιτική, την υγειονομική περίθαλψη, τη μετανάστευση, την εθνική ασφάλεια, την ενέργεια, την εκπαίδευση είτε, πράγματι, για οποιοδήποτε ζήτημα που επηρεάζει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά, η κυβέρνηση του Τραμπ έχει επιφέρει χάος. Ίσως δεν ήταν σοφή η εκλογή ενός "επιχειρηματία", του οποίου η εκστρατεία επικεντρώθηκε στην επιβολή αντιποίνων σε όσους ένιωθε ότι τον αδίκησαν, τόσο εγχώρια όσο και διεθνώς, και ο οποίος στο επίκεντρο της οικονομικής του ατζέντας έθεσε έναν φόρο στις εισαγωγές και στην κατανάλωση.
Τι γίνεται όμως με την έκθεση για το ΑΕΠ του γ' τριμήνου, η οποία έδειξε ότι η οικονομία αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 4,3%, ξεπερνώντας τη μέση εκτίμηση των οικονομολόγων; Ας σκεφτούμε τα ανησυχητικά εσωτερικά στοιχεία. Το κέρδος τροφοδοτήθηκε από μία αύξηση 3,5% στην προσωπική κατανάλωση, ενώ τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα παρέμειναν αμετάβλητα. Μία τέτοια απόκλιση υποδηλώνει ότι τα νοικοκυριά ξοδεύουν χρήματα από τις αποταμιεύσεις τους για να τα βγάλουν πέρα. Αυτό δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό προσωπικής αποταμίευσης έχει μειωθεί στο 4%, το χαμηλότερο από το 2022, όταν ο πληθωρισμός μαινόταν.
Για τις επιχειρήσεις είναι σχεδόν αδύνατο να κάνουν σχέδια ότι οι πολιτικές είναι τόσο απρόβλεπτες. Η τελευταία έρευνα των οικονομικών διευθυντών της χώρας από το Πανεπιστήμιο Duke και την Federal Reserve στο Ρίτσμοντ δείχνει ότι η αισιοδοξία για την οικονομία δεν διαφέρει από ό,τι στις αρχές του 2020, όταν η παγκόσμια πανδημία ήταν σε έξαρση και όλοι ανησυχούσαν για το ενδεχόμενο ύφεσης. Οι μικρές επιχειρήσεις οδηγούν στην αύξηση των θέσεων εργασίας. Το πρόβλημα είναι ότι οι εργοδότες, τόσο στους κλάδους παραγωγής αγαθών όσο και στις υπηρεσίες, μειώνουν το προσωπικό, σύμφωνα με τα στοιχεία του Νοεμβρίου. Οι επιχειρήσεις με λιγότερους από 50 υπαλλήλους "κόβουν" 120.000 θέσεις εργασίας, ήτοι η μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από τον Μάιο του 2020.
Παρ'όλο που τα κέρδη των εισηγμένων εταιρειών είναι ισχυρά και αυξάνονται, αυτό δεν ισχύει για τις περισσότερες άλλες επιχειρήσεις. Τα τελευταία επίσημα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν υποδηλώνουν συρρίκνωση 5,6% στα κέρδη στην περίοδο μέχρι τον Ιούνιο, σύμφωνα με την JPMorgan.
"Δεν συμβαίνουν πολλά αυτή τη στιγμή και πιστεύουμε ότι όλα συνδέονται με το χάος και την αβεβαιότητα που προέρχεται από την Ουάσινγκτον", ανέφερε ένας εκ των συμμετεχόντων στη μηνιαία έρευνα για τον τομέα της μεταποίησης της Fed στο Ντάλας. Πράγματι, σύμφωνα με την "Washington Post", τουλάχιστον 717 εταιρείες υπέβαλαν αίτηση πτώχευσης από το 2025 έως τον Νοέμβριο, βάσει στοιχείων από την S&P Global Market Intelligence, σηματοδοτώντας τον μεγαλύτερο αριθμό από το 2010.
Άλλωστε, δεν είναι περίεργο που τα νοικοκυριά ανησυχούν. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Conference Board έχει μειωθεί σε επίπεδα αντίστοιχα με τους πρώτους μήνες που η Covid-19 μάστιζε τον κόσμο. "Οι γραπτές απαντήσεις των καταναλωτών σχετικά με παράγοντες που επηρεάζουν την οικονομία συνέχισαν να καθοδηγούνται από αναφορές σε τιμές και πληθωρισμό, δασμούς και εμπόριο, και πολιτική, με αυξημένες αναφορές για το shutdown της ομοσπονδιακής κυβέρνησης", δήλωσε η Dana Peterson, επικεφαλής οικονομολόγος του Conference Board.
Στην αγορά ομολόγων, οι αποδόσεις από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία σταθερού εισοδήματος ήταν χαμηλότερες από ό,τι σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι η Κεντρική Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ μείωσε τα επιτόκια τρεις φορές από τα μέσα Σεπτεμβρίου, οι επενδυτές έκαναν το ασυνήθιστο βήμα να αυξήσουν τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις εν μέσω ανησυχίας για μια πιθανή επιτάχυνση του πληθωρισμού. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης Bloomberg US Aggregate (που παρακολουθεί τις αποδόσεις των παγκόσμιων ομολόγων) αυξήθηκε κατά 7,30% το 2025, υστερώντας σε σχέση με το κέρδος 8,17% του δείκτη Bloomberg Global Aggregate.
Μια ματιά στα ψιλά γράμματα αποκαλύπτει ορισμένες ανησυχητικές τάσεις. Καταρχάς, υπάρχουν άφθονα στοιχεία ότι οι δανειολήπτες απαιτούν περισσότερα από ό,τι είναι συνηθισμένο για να δανείσουν μακροπρόθεσμα στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Αυτό έρχεται εν μέσω ενδείξεων ότι οι επίσημοι φορείς του εξωτερικού, όπως οι κεντρικές τράπεζες και τα κρατικά επενδυτικά ταμεία, απομακρύνονται από το δημόσιο χρέος της Αμερικής. Οι "επίσημες" συμμετοχές σε αμερικανικά ομόλογα μειώθηκαν κατά 25 δισ. δολ. τον Οκτώβριο, μετά από μείωση κατά 27 δισ. δολ. σε ολόκληρο το 2024.
Το νόμισμα μία χώρας δεν διαφέρει πολύ από την τιμή της μετοχής μίας εταιρείας, καθώς είναι πιθανότατα ο καλύτερος δείκτης ψυχολογίας. Αν ναι, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν προβλήματα. Ο δείκτης Bloomberg Dollar Spot, ο οποίος μετρά το νόμισμα έναντι των κύριων ανταγωνιστών του, μειώθηκε κατά περίπου 8%, γνωρίζοντας τις χειρότερες επιδόσεις από το 2017 - το πρώτο έτος της πρώτης θητείας του Τραμπ. Το δολάριο υποτιμήθηκε έναντι και των 16 πιο διαπραγματεύσιμων νομισμάτων στον κόσμο, όπως καταγράφει το Bloomberg, σε μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι οι επενδυτές αντιδρούν στις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ.
Ένα ασθενέστερο νόμισμα καθιστά τις εξαγωγές πιο ανταγωνιστικές, αλλά αυξάνει τον πληθωρισμό, καθιστώντας τις εισαγωγές σχετικά ακριβότερες. Έτσι, ενώ οι εξαγωγές για την περίοδο έως τον Σεπτέμβριο αυξήθηκαν κατά 4,7% στα 1,62 τρισ. δολ., οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 7,4% στα 2,60 τρισ. δολ..
Το θλιβερό είναι ότι η κυβέρνηση του Τραμπ γνωρίζει τις αρνητικές επιπτώσεις των πολιτικών της, με κορυφαίους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και του υπουργού Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ, να έχουν μεταθέσει επανειλημμένα χρονικά την άνθηση της οικονομίας, περνώντας από το "σίγουρα το 2025" σε "κάποια στιγμή το 2026". Αντί για μια νέα "Χρυσή Εποχή", ολοένα και πιο πολύ φαίνεται πως πούλησαν στους Αμερικανούς "φύκια για μεταξωτές κορδέλες"