00:01 19/01
Η φρίκη ως πολιτική πρόταση
Η πολιτική εκμετάλλευση της φρίκης και του ψυχολογικού τραύματος που υπέστη η ελληνική κοινωνία από την τραγωδία των Τεμπών πιάνει τόπο.
Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εκλογές με 41% το καλοκαίρι του 2023, πάνω σε ένα απλό κοινωνικό συμβόλαιο: "σταθερότητα, δουλειά, κράτος που να λειτουργεί".
Όταν μέσα σε τόσο μικρό διάστημα χάνει πάνω από το ένα τέταρτο αυτής της εκλογικής δύναμης, η αιτία δεν βρίσκεται σε μία αστοχία. Βρίσκεται στη συσσώρευση εμπειριών που οδηγούν τον ψηφοφόρο σε ένα ψυχρό συμπέρασμα: η κυβέρνηση μπορεί να παράγει δείκτες, αλλά δυσκολεύεται να παράγει αίσθηση δικαιοσύνης και λογοδοσίας. Στην Ελλάδα, οι δείκτες χτίζουν την επικοινωνία, αλλά η δικαιοσύνη χτίζει την πολιτική αντοχή.
Αν το δούμε ψυχρά, η απώλεια τουλάχιστον του 1/4 της εκλογικής δύναμης της κυβέρνησης δεν είναι κανένα μυστήριο. Είναι το άθροισμα της μεγάλης οικονομικής πίεσης στα νοικοκυριά που ακόμη δεν υποχώρησε παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια από την έξοδο από την χρεοκοπία.
Ούτε τα παρακάτω τα σκέφτηκα μόνος μου. Τα ακούω διάσπαρτα από ανθρώπους δεξιά και αριστερά που στήριξαν έντονα την σημερινή κυβέρνηση, αλλά μένουν άναυδοι με την αδυναμία της να λύσει ή έστω να δείξει ότι προσπαθεί να λύσει τα πρωταρχικά προβλήματα αντί να τα διαιωνίζει ή να τα επιδεινώνει.
Πόσους μνημονιακούς φόρους πληρώνουμε ακόμα, 16 χρόνια μετά την χρεοκοπία; Τον ΕΝΦΙΑ του Σαμαρά, το 70% φόρο στη βενζίνη του Ευάγγελου Βενιζέλου, την 100% προκαταβολή φόρων επιχειρήσεων του Τσίπρα, το αυξημένο σε 24% υψηλότερο ΦΠΑ στην ΕΕ του ΓΑΠ από 19% που ήταν προ χρεοκοπίας, και πόσους άλλους μνημονιακούς φόρους που ακόμα δεν έχουν καταργηθεί, λες και το κράτος ακόμα δεν μπορεί να μαζέψει λεφτά για να καλύψει τα έξοδά του, που παρεμπιπτόντως επεκτείνονται σταθερά αντί να συρρικνώνονται!
Το ανάποδο ισχύει φυσικά, καθώς κάθε χρόνο το κράτος μαζεύει ένα υπερ-πλεόνασμα εισπράξεων φόρων και τελών που λείπουν από την πραγματική οικονομία και μεταφράζονται σε στέγνωμα της πραγματικής αγοράς! Και ο κόσμος ξέρει, τί ακριβώς σημαίνει υπερ-πλεόνασμα.
Αυτό προκαλεί μια αίσθηση θεσμικής καχυποψίας που γιγαντώθηκε, και μιας αίσθησης "δεν μας ακούνε", που αποκρυσταλλώθηκε σε συγκεκριμένα γεγονότα από το καλοκαίρι του 2023 έως σήμερα.
Η αριθμητική της φθοράς (για να ξέρουμε τι μετράμε) είναι:
- Στις βουλευτικές 25/6/2023 η ΝΔ πήρε 40,56%.
- Στις ευρωεκλογές 9/6/2024 έπεσε στο 28,31% (με τους λιγότερους ψηφοφόρους σε απόλυτο αριθμό από το 1974, ~1.125.510 λόγω αποχής - επίσημα αποτελέσματα ΥΠΕΣ).
- Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, μετριέται σε αρκετές έρευνες χαμηλότερα από 30% με αναγωγή, και με ισχυρό δείκτη "λάθος κατεύθυνση της χώρας".
Με αυτό το υπόβαθρο λοιπόν, οι 7-8 βασικοί λόγοι δυσαρέσκειας που εξηγούν τη διαρροή ψήφων, παρά την παροιμιώδη ανικανότητα της σημερινής αντιπολίτευσης, είναι συγκεκριμένοι.
Πρώτος πυλώνας δυσαρέσκειας είναι η οικονομική πίεση. Η σχέση πολίτη-οικονομίας είναι προσωπική και καθημερινή. Σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, καύσιμα, υπηρεσίες. Όσο οι τιμές κινούνται γρηγορότερα από την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω καρτέλ στις βασικές αξίες, ο πολίτης αποτιμά το κυβερνητικό έργο με αρνητικό πρόσημο, ανεξάρτητα από το τι λένε τα μακροοικονομικά και οι οίκοι του εξωτερικού.
Αυτή η αποτίμηση γίνεται ακόμα αυστηρότερη όταν ακούει για επιτυχίες αλλά δεν βλέπει περιθώριο στο τέλος του μήνα του. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: ψήφος διαμαρτυρίας, αποχή, ή μετακίνηση σε (γραφικά) κόμματα διαμαρτυρίας που υπόσχονται τιμωρία του συστήματος και λαγούς με πετραχήλια.
Δεύτερος πυλώνας είναι η φορολογική πίεση που προέκυψε από την αύξηση της εισπραξιμότητας. Η ψηφιοποίηση της οικονομίας και ο περιορισμός της φοροδιαφυγής θεωρήθηκαν από όλους ως απαραίτητη εξυγίανση. Η φθορά ξεκινά όταν το εργαλείο μετατρέπεται σε αίσθημα τιμωρίας. Τα τεκμήρια π.χ. όπως εφαρμόζονται, δημιουργούν ακριβώς αυτό το αίσθημα με ένα σχήμα που αντιμετωπίζει ανομοιογενείς περιπτώσεις ως ίδιες. Όταν ο γιατρός του Κολωνακίου έχει τεκμήριο €14.000 ευρώ και ο ελεύθερος επαγγελματίας ημι-άνεργος, ένα χρόνο πριν τη σύνταξη, έχει ακριβώς το ίδιο, τότε η πολιτεία στέλνει μήνυμα ότι δεν την ενδιαφέρει η πραγματική οικονομική κατάσταση των πολιτών, αλλά την ενδιαφέρει η βεβαιότητα της είσπραξης.
Αυτό διαρρηγνύει τον δεσμό εμπιστοσύνης με ένα κρίσιμο εκλογικό ακροατήριο. Τους μικρομεσαίους και επαγγελματίες που ψήφισαν ΝΔ ως δύναμη κανονικότητας και θεσμικής λογικής, και που συντηρούν το 83% των θέσεων εργασίας της οικονομίας στις επιχειρήσεις τους.
Τρίτος πυλώνας είναι η στέγαση. Εδώ η δυσαρέσκεια λειτουργεί σαν επιταχυντής, γιατί αφορά την προοπτική του μέλλοντος. Η στεγαστική επιβάρυνση δεν επιτρέπει στον νέο εργαζόμενο να σχεδιάσει, δεν επιτρέπει στην οικογένεια να σταθεροποιήσει, δεν επιτρέπει στον "μεσαίο" να νιώσει ότι προχωράει μπροστά η ζωή του. Όταν η κυβέρνηση δεν παράγει αίσθηση αποτελεσματικής παρέμβασης, ο πολίτης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη υπάρχει κάπου, αλλά δεν τον ακουμπάει εκείνον. Όταν η ανάπτυξη δεν ακουμπάει κάποιον, η πολιτική του στήριξη φθείρεται από μέσα.
Τέταρτος πυλώνας είναι η λογοδοσία (η απουσία της) στις μεγάλες κρίσεις, με τραγικό παράδειγμα τα Τέμπη. Η τραγωδία μετατράπηκε σε πολιτικό σημείο αναφοράς γιατί συνδύασε τρία στοιχεία: αίσθηση συστημικής αποτυχίας, ανεκπλήρωτη προσδοκία κάθαρσης και τελικά εμπειρία καθυστέρησης.
Το κρίσιμο στην πολιτική δεν είναι μόνο η ευθύνη, αλλά η αίσθηση ότι αποδίδεται. Όταν αυτή η αίσθηση δεν εμπεδώνεται, ο πολίτης γενικεύει αρνητικά. Αν ούτε εδώ προχωρά καθαρά η κυβέρνηση, τότε σε τι θα προχωρήσει; Με αυτόν τον σκεπτικό, ένα γεγονός γίνεται σημείο αναφοράς της αξιολόγησης της αναποτελεσματικότητας.
Πέμπτος πυλώνας είναι η ουσιώδης λειτουργία της Δικαιοσύνης. Η καθυστέρηση της απονομής δικαίου παράγει τριπλό πολιτικό κόστος. Πρώτον, κοινωνικό: ο πολίτης αισθάνεται ανίσχυρος απέναντι στον χρόνο. Δεύτερον, οικονομικό: ο επιχειρηματίας βλέπει αβεβαιότητα, ο επενδυτής βλέπει ρίσκο, ο εργαζόμενος βλέπει μια χώρα που αργεί δεκαετίες να λύσει τις διαφορές της. Τρίτον, θεσμικό: η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου υποχωρεί. Ο συνταγματικός διορισμός των ανωτάτων δικαστών από την εκάστοτε κυβέρνηση δεν επιτρέπει να αποστασιοποιηθεί καμιά κυβέρνηση από την δυσλειτουργία της δικαιοσύνης.
Όταν σε επτά χρόνια διακυβέρνησης δεν υπάρχει ορατή τομή επιτάχυνσης, η κοινωνία δεν το διαβάζει ως τεχνική αδυναμία. Το διαβάζει ως απουσία πολιτικής προτεραιότητας. Λέγει "δεν έτυχε, πέτυχε!" Και εδώ εμφανίζεται η πολιτική διάβρωση, όταν η ΝΔ προσπαθεί να χτίσει την εικόνα του ικανότερου διαχειριστή. Η αργή Δικαιοσύνη υπονομεύει αυτό το brand στην ουσία του.
Έκτος πυλώνας είναι το συνταγματικό και πολιτικό πλαίσιο. Το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, όπως το αντιλαμβάνεται ο πολίτης. Η ειδική διαδικασία, η θεσμική απόσταση ανάμεσα στον απλό πολίτη και τον πολιτικά ισχυρό, και η επαναλαμβανόμενη εντύπωση ότι οι κορυφές προστατεύονται, συγκροτούν μια αίσθηση ασυμμετρίας στον απλό πολίτη. Σε μια κοινωνία που πιέζεται οικονομικά, η ασυμμετρία γίνεται πολιτικά αβάσταχτη. Ο πολίτης δεν ζητά νομικά σεμινάρια. Ζητά ισονομία. Όταν δεν την βλέπει, μένει με την υποψία και την μετατρέπει σε ψήφο τιμωρίας ή αποχής.
Έβδομος πυλώνας είναι η διαφθορά ως σύστημα καθημερινότητας. Η διαφθορά δεν χρειάζεται να εμφανίζεται πάντα ως σκάνδαλο με τίτλους. Αρκεί να εμφανίζεται ως εμπειρία: "ο άλλος παίρνει όλες τις δουλειές γιατί έχει άκρες", "ο δείνα παίρνει επιδότηση γιατί ξέρει τους σωστούς γραφειοκράτες". Αυτές οι μικρές ιστορίες καθημερινής σήψης, όταν επαναλαμβάνονται, γίνονται κοινωνική βεβαιότητα. Και όταν γίνονται βεβαιότητα, ακυρώνουν το αφήγημα του επιτελικού κράτους. Το επιτελικό κράτος, για να σταθεί πολιτικά, χρειάζεται να επιβάλλει κανόνες που να ισχύουν για όλους. Χρειάζεται διαφάνεια και όχι "μασονείες", και οικονομική κυριαρχία λίγων ομίλων ολιγαρχών, με πολλαπλάσιο κόστος για όλους τους υπόλοιπους μέσα στην οικονομία.
Όταν όλοι οι κανόνες μοιάζουν διαπραγματεύσιμοι, η κυβέρνηση χάνει εκεί που πονάει περισσότερο: στο ηθικό της πλεονέκτημα.
Το συμπέρασμα προκύπτει αιτιολογικά: η ΝΔ χάνει ένα τεράστιο κομμάτι της εκλογικής δύναμής της, και όχι 3%-4% που θα ήταν η φυσιολογική φθορά διακυβέρνησης, επειδή οι βασικές της υποσχέσεις δεν τηρήθηκαν.
Η οικονομία πιέζει, η φορολογία μοιάζει οριζόντια, υπερβολική εκτός χρεοκοπίας και συχνά άδικη, το στεγαστικό αποσταθεροποιεί νοικοκυριά, η έλλειψη λογοδοσίας και η αδιαφάνεια των αναθέσεων παράγει αμφιβολία και στέλνει τους νέους στην οικονομική μετανάστευση, η Δικαιοσύνη αργεί, το πλαίσιο ευθύνης υπουργών δημιουργεί αίσθηση ασυμμετρίας και ανισότητας απέναντι στο νόμο, τα ολιγοπώλια λειτουργούν ανεξέλεγκτα εις βάρος των καταναλωτών, η διαφθορά εμφανίζεται ως καθημερινό μοτίβο.
Αυτά όλα συνδέονται μεταξύ τους με έναν κοινό παρονομαστή: ο πολίτης δεν βλέπει ένα κράτος που διορθώνει τα προβλήματα γρήγορα και δίκαια, αλλά ένα μηχανισμό διακυβέρνησης που συντηρεί τις παθογένειες που κλήθηκε να εξαλείψει.
Εδώ βρίσκεται λοιπόν το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα των επερχόμενων εκλογών:
- Όταν μια κυβέρνηση εξελέγη με υπόσχεση επιστροφής της κανονικότητας, αλλά η κοινωνία βιώνει πίεση με αδικία, πόσο θα αντέξει αυτό το μοντέλο πριν η αποχή και η τιμωρητική ψήφος γίνουν η κυρίαρχη ρητορική;
Υπάρχει ακόμα χρόνος να αντιστραφεί το κλίμα εκλογικής φυγής ψηφοφόρων, αν η κυβέρνηση πάρει σοβαρά υπόψιν της αυτά που συζητά ο κόσμος, όπως περιγράφονται παραπάνω. Εφόσον κάνει τις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες ως τις εκλογές. Ετσι κι αλλιώς δεν υπάρχει πραγματική αντιπρόταση από την αντιπολίτευση, και πιθανά μια στροφή προς την αντισυστημική ψήφο θα ήταν επιβαρυντική για τη χώρα.
Οψόμεθα.