Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 05-Φεβ-2022 09:22

    Ασταθής ισορροπία στα δυτικά ρωσικά σύνορα και την Ουκρανία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νικήτα Σίμου

    Και ενώ οι δηλώσεις αρχηγών κρατών πληθαίνουν, με τους Δυτικούς να προειδοποιούν τη Ρωσία για βαριές κυρώσεις αν εισβάλει στην Ουκρανία, και τον Πρόεδρο Πούτιν να δηλώνει ότι η Δύση δεν έλαβε υπόψη τα ρωσικά αιτήματα για περιορισμό του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά, σε μία συμβολική κίνηση στήριξης προς το ΝΑΤΟ οι ΗΠΑ στέλνουν 2.000 στρατιώτες στην Πολωνία και 1.000 στρατιώτες στη Ρουμανία. Αυτά ενώ δυνάμεις της τάξης των 30.000 στρατιωτών έχουν αναπτυχθεί από τη Ρωσία στη Λευκορωσία, διεξάγοντας εκεί κοινές ασκήσεις με τους Λευκορώσους. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι έρχεται ένας νέος γύρος κλιμάκωσης ενεργειών από όλες τις πλευρές και τα σενάρια χτίζονται γύρω από τα εναλλακτικά ενδεχόμενα "Πολέμου" η "Διαρκούς Έντασης". Έτσι αποκτά ενδιαφέρον να δούμε ποιοι παράγοντες συνιστούν το ουσιαστικό υπόβαθρο, το οποίο συντείνει σ΄ αυτή την έντονα ασταθή δυναμική.

    Το Πεδίο Δυτικά της Ρωσίας

    Το δυτικό σύνορο της Ρωσίας γειτνιάζει με τα τρία Βαλτικά κράτη στα βορειότερα και με τις δημοκρατίες της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας. Όλες αυτές οι χώρες ήταν μέλη της Σοβιετικής Ένωσης και παλαιότερα της ρωσικής αυτοκρατορίας, λειτουργώντας σαν προστατευτική ζώνη για το κυρίως ρωσικό έδαφος. Η Ρωσία υπερασπίστηκε τον εαυτό της ενάντια στον Ναπολέοντα, στον Χίτλερ και παλαιότερα στον Κάρολο ΙΒ της Σουηδίας, χρησιμοποιώντας το γεωγραφικό βάθος, που της έδινε τη δυνατότητα υποχωρητικών ελιγμών και ανασύνταξης των δυνάμεών της. Όμως το γεγονός των εισβολών αυτών έχει αποτυπωθεί στον ρωσικό ψυχισμό σαν διαρκής φόβος για μια νέα επανάληψη. 

    Χωρίς τα Βαλτικά κράτη, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία δεν υπάρχει γεωγραφικό βάθος, δεν υπάρχει γη για να ανταλλαχθεί, σε πρώτο στάδιο, με τις απώλειες του εχθρού. Οπότε οι χώρες αυτές, στην καλύτερη περίπτωση υπό τον έλεγχο της Μόσχας ή σε καθεστώς ουδετερότητας διασφαλίζουν το γεωγραφικό Ρωσικό σύνορο λειτουργώντας σαν προστατευτική ζώνη.

    Τα Βαλτικά κράτη

    Οι χώρες αυτές είναι ήδη εντεταγμένες στο ΝΑΤΟ, από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός το οποίο τις καθιστά δυνάμει  εφαλτήριο για ενέργειες κατά της Ρωσίας. Το παραδοσιακό μονοπάτι για την εισβολή στο Ρωσικό έδαφος είναι το άνοιγμα 480 χιλιομέτρων ανάμεσα στα βόρεια Καρπάθια και τη Βαλτική θάλασσα, αφού ο εισβολέας κινηθεί στις παρυφές της βόρειας Πολωνίας, χώρας η οποία παραδοσιακά δεν είναι φιλορωσική, προκειμένου να κινηθεί προς τα Νατοϊκά Βαλτικά κράτη. Αυτή είναι μία εδαφική ζώνη χωρίς ουσιαστικά φυσικά εμπόδια, την οποία εύκολα μπορεί να διασχίσει ένας ενδεχόμενος νατοϊκός εισβολέας. Ενδεικτικά, ενώ κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η απόσταση της Αγίας Πετρούπολης από την πρώτη γραμμή του ΝΑΤΟ ήταν 1.600 χιλιόμετρα, τώρα είναι αντίστοιχα 112 χιλιόμετρα. Αυτό εξηγεί τον εφιάλτη τον οποίο αντιμετωπίζει η Μόσχα στη Βαλτική. Πολλοί εκτιμούν ότι αυτό μπορεί να είναι το σημείο ουσιαστικής ανάφλεξης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Τα κράτη της Βαλτικής μαζί με την Πολωνία στο ΝΑΤΟ, έχουν μετατοπίσει το Νατοϊκό σύνορο πολύ κοντά στη Ρωσία. Μία χώρα η οποία έχει δεχτεί τρείς εισβολές τα τελευταία τριακόσια χρόνια, δεν θα ριψοκινδύνευε το εύκολο συμπέρασμα ότι το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί δυνητική απειλή.   

    Λευκορωσία 

    Όσον αφορά τη Λευκορωσία έχουν υπάρξει πρόσφατες σχετικές συζητήσεις με το καθεστώς Λουκασένκο, το οποίο διάκειται φιλικά προς τη Μόσχα και είναι πιθανότατη μια συμφωνία  μεταξύ των δύο χωρών για ένα ενοποιημένο σύστημα άμυνας. Μία τέτοια συμφωνία θα φέρει τον Ρωσικό στρατό στα σύνορα με τα Βαλτικά κράτη και στο σύνορο με την Πολωνία, δίνοντας στη Μόσχα ένα μοχλό ισχυρής πίεσης. Το αποτέλεσμα θα είναι η αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ να βρεθεί σε πλήρη ισχύ.  

    Ουκρανία

    Η Ουκρανία προσαρτήθηκε στην τσαρική αυτοκρατορία στο τέλος του 18ου αιώνα, υπήρξε μέλος της Σοβιετικής Ένωσης και ανεξαρτητοποιήθηκε με την κατάρρευσή της τελευταίας. Στα μέσα της 10ετίας 1990 η αντίθεση της Ουκρανίας στις αντιλήψεις της Μόσχας για μία "ολοκλήρωση" των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών ήταν ιδιαίτερα έντονη. Η Μόσχα αμφισβητούσε τα δικαιώματα της Ουκρανίας στην Κριμαία, ενώ επέμενε να έχει τον αποκλειστικό έλεγχο του λιμανιού της Σεβαστούπολης, το οποίο δεν θα υπόκειτο στη δικαιοδοσία του Ουκρανικού κράτους. Τα γεγονότα αυτά προσέδωσαν στον αφυπνισμένο ουκρανικό εθνικισμό μια έντονη αντιρωσική αιχμή. Η εξωτερική υποστήριξη ενθάρρυνε την αποφασιστικότητα της Ουκρανίας να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Στα μέσα της 10ετίας του 1990, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Γερμανία είχαν γίνει ισχυροί υποστηρικτές της ξεχωριστής ταυτότητας του Κιέβου. Ο Γερμανός καγκελάριος, παρά την υποστήριξη στο καθεστώς Γιέλτσιν δήλωνε τον Σεπτέμβριο 1996 ότι: "Κανείς πλέον δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σταθερή σχέση της Ουκρανίας στην Ευρώπη". Την ίδια εποχή το Κίεβο καθοδηγούσε έναν άτυπο συνασπισμό με αντι-ρωσικές τάσεις, ο οποίος περιελάμβανε τη Γεωργία, τη Μολδαβία και πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της κεντρικής Ασίας.   

    Από την άλλη πλευρά εύκολα γίνεται αντιληπτό το ενδιαφέρον της Μόσχας ειδικά για την Ουκρανία, η οποία κάτω από αυτές τις συνθήκες, θα έλεγχε την θέση της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα και έμμεσα την έξοδό της στη Μεσόγειο, όπως και τις εκβολές των πλωτών ποταμών Δνείπερου, Μπουγκ και Δνείστερου, οι οποίοι επιτρέπουν την διακίνηση του ρωσικού εμπορίου προς την Μεσόγειο, μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Η Μαύρη Θάλασσα με τα λιμάνια της και τα ρωσικά ποτάμια που εκβάλλουν σ’ αυτήν είναι ζωτικής σημασίας για το ρωσικό εθνικό συμφέρον. Ακόμη, εύκολα γίνεται αντιληπτός ο κίνδυνος τον οποίο θα διέτρεχε η Ρωσία αν το Κίεβο προσχωρούσε στο ΝΑΤΟ, διότι πέρα από τις ζωτικές γεωοικονομικές απώλειες θα είχε και την απώλεια της εδαφικής ζώνης ασφάλειας την οποία προσφέρει η Ουκρανία υπό καθεστώς ουδετερότητας,  λαμβάνοντας υπόψη ότι το Βόλγκογραντ (Στάλινγραντ) θα απείχε μόλις 90 χιλιόμετρα από το Νατοϊκό σύνορο. Αν η Ουκρανία για οποιονδήποτε λόγο γινόταν νατοϊκή ο πόλεμος θα ήταν αναπόφευκτος παρά τις μεγάλες θυσίες και απώλειες για όλες τις πλευρές. Όμως αυτό είναι κάτι που δεν θα ήθελαν ούτε η Ρωσία, ούτε η Ουκρανία, ούτε η νωθρή Ευρώπη. Κερδισμένες θα ήταν εξω-ευρωπαϊκές δυνάμεις.

    Ευρωπαϊκή συνοχή-Γερμανία

    Παρά την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούμε να μιλάμε για την Ευρώπη σαν να είναι μία ενιαία οντότητα, παρά το κοινό νόμισμα και τις προσπάθειες που καταβάλλονται από τα κοινοτικά όργανα για θεσμική ενιαιοποίηση. Θα μπορούσε να μιλάμε για τέσσερις Ευρώπες με κριτήριο τις ιστορικές και άρα πολιτικές καταβολές.

    Ατλαντική Ευρώπη: Η οποία περιλαμβάνει τα κράτη που βρέχονται από τον Ατλαντικό και την Βόρεια Θάλασσα  και που υπήρξαν μεγάλες αυτοκρατορίες τα τελευταία πεντακόσια χρόνια.

    Κεντρική Ευρώπη: Ουσιαστικά η Γερμανία και η Ιταλία οι οποίες δημιουργήθηκαν ως εθνικά κράτη στα τέλη του 19ου αιώνα και στην προσπάθειά τους να επιβάλουν τα εθνικά τους συμφέροντα οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους του 20ου αιώνα. 

    Ανατολική Ευρώπη: Τα κράτη από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα που καταλήφθηκαν από σοβιετικά στρατεύματα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και επαναπροσδιόρισαν τις εθνικές ταυτότητες τους μέσα από αυτή την εμπειρία. 

    Η Ευρώπη των Σκανδιναβικών χωρών με την ιδιαίτερη σημασία της γειτνίασής τους με τη Βαλτική και τη Βόρειο Θάλασσα.                                                      

    Είναι σε μεγάλο βαθμό αυτές οι διαφοροποιήσεις, που οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όταν οι νέες κεντρο-ευρωπαϊκές χώρες ζήτησαν την ανακατανομή της κυριαρχίας και του πλούτου από τις καθιερωμένες ατλαντικές αυτοκρατορίες. Έτσι, καθημαγμένη από δύο παγκόσμιους πολέμους η Ευρώπη αντιμετώπιζε ένα θεμελιώδες ερώτημα:  Ποια ήταν η θέση της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό σύστημα;                                                              

    Η κατάληξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε τη Γερμανία διαλυμένη, διχασμένη και υπό κατοχή, κάτω από τον έλεγχο των Σοβιετικών στα ανατολικά και της Βρετανίας Γαλλίας και ΗΠΑ στα δυτικά.

    Η Δυτική Γερμανία ήταν απαραίτητη για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ εξαιτίας της αντιπαράθεσης με τους Σοβιετικούς, όμως η δημιουργία ενός γερμανικού στρατού ήταν πρόβλημα. Αν οι ρίζες των δύο παγκοσμίων πολέμων βρίσκονταν στην αύξηση της γερμανικής δύναμης και η Γερμανία ενθαρρυνόταν να ξαναγίνει ισχυρή, τι θα απέτρεπε ένα τρίτο ευρωπαϊκό πόλεμο; Η απάντηση βρισκόταν στην ενσωμάτωση του γερμανικού στρατού στο ΝΑΤΟ, ουσιαστικά υπό αμερικανική διοίκηση και στην ενσωμάτωση της Γερμανίας στην Ευρώπη ως σύνολο.

    Έτσι γεννήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση με πρωταρχικό σκοπό τη δημιουργία μιας ενοποιημένης ευρωπαϊκής οικονομίας, αφήνοντας ωστόσο την ανεξαρτησία του κάθε κράτους στα χέρια του. Αυτός ήταν ο προθάλαμος για μια Ομοσπονδιακή Ευρώπη με κεντρική ευρωπαϊκή κυβέρνηση, όραμα όμως το οποίο απέτυχε.

    Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, κάποιες χώρες στην Ανατολική Ευρώπη έγιναν δεκτές στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Όμως κάτω από την επιφάνεια, οι παλιοί ευρωπαϊκοί εθνικισμοί συνεχίζουν να υπάρχουν, αν και νωθροί, ισχυροί όμως στα Βαλκάνια. 

    Η Ρωσία είναι η ορατή στρατηγική απειλή για την Ευρώπη στην αγωνία της να δημιουργήσει μια εδαφική αμυντική ζώνη, η οποία θα προστατεύει το ρωσικό έδαφος. Οι Ανατολικοευρωπαίοι θέλουν να αποτρέψουν μια ρωσική επαναφορά των πιέσεων, όπως τώρα η αντιπαράθεση στην Ουκρανία και ίσως στη συνέχεια στα Βαλτικά κράτη. Το ερώτημα είναι τι κάνουν τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη και ειδικά η Γερμανία. Κάθε φορά που η χώρα αυτή αποπειράθηκε να αντιδράσει δυναμικά για να απαντήσει σε γεωπολιτικές απειλές, οι προσπάθειές της κατέληγαν σε καταστροφή. Η Ατλαντική Ευρώπη τείνει να βλέπει τη Γερμανία στην ουσία, ως μια ουδέτερη ζώνη που την εξασφαλίζει από επεκτατικά ρωσικά σχέδια και για τον λόγο αυτό η συμμετοχή του ΝΑΤΟ θα ήταν ενδεχομένως χλιαρή σε ένα συνασπισμό που θα χρειαζόταν η Γερμανία για να αντιμετωπίσει τους Ρώσους, πράγμα το οποίο οδηγεί την τελευταία σε αδράνεια, καθώς επιπλέον έχει παγιώσει αμοιβαία οικονομικά συμφέροντα με τη Ρωσία. Η πολιτική της Μόσχας είναι να πείσει τη Γερμανία ότι δεν αντιμετωπίζει ρωσικό κίνδυνο, αλλά ότι εκτός από τα οικονομικά έχουν και ένα ισχυρό γεωπολιτικό συμφέρον, μια σταθερή ουδέτερη ζώνη μεταξύ τους, η οποία θα αποτελείται από μία ουδέτερη Πολωνία. Οπότε η γερμανική αδράνεια και η περιορισμένη Αμερικανική επέμβαση, μπορεί να επιτρέψουν μια επιστροφή της ρωσικής δύναμης στα παλαιότερα σύνορα, αν όχι από στρατιωτικές καταλήψεις απαραίτητα, αλλά από αύξηση της επιρροής της Μόσχας και ουδετεροποίηση των χωρών που τώρα αποτελούν το δυτικό σύνορό της. Αυτό βέβαια εξαρτάται από το πόσο επιθετικά κινούνται οι Ρώσοι, πόσο επίμονα αντιστέκονται τα Βαλτικά κράτη και η Ουκρανία, πόσο ρίσκο είναι διατεθειμένοι να πάρουν οι Πολωνοί και πόση απόσταση θέλουν να κρατήσουν οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι. Τέλος εξαρτάται από την εσωτερική γερμανική πολιτική.

    Τουρκία

    Η Τουρκία επιδιώκει να ισορροπεί μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, επιλέγοντας τον ιδιάζοντα ρόλο της "φιλικής ανταγωνιστικής" σχέσης με τη Μόσχα και της  "εποικοδομητικά" κριτικής θέσης της απέναντι στο ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, ως ιδιαιτέρας βαρύτητας συμμάχου. Εξ ού και ο διαμεσολαβητικός ρόλος τον οποίο 
    θέλει να αναπτύξει μεταξύ των αντιμαχομένων μερών.

    Στην ουκρανική κρίση ο ρόλος της είναι στρατηγικά καίριος διότι ελέγχοντας τα Στενά, ουσιαστικά ελέγχει την είσοδο στη Μαύρη Θάλασσα πλωτών μονάδων οι οποίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις ουκρανικές θέσεις. Προς την κατεύθυνση αυτή, ίσως προσεγγιζόντας τη Ρωσία, κινείται η υπογράμμιση από τον κ. Ακάρ για δέσμευση της Τουρκίας στη Σύμβαση του Μοντρέ, η οποία στην πράξη περιορίζει την πρόσβαση νατοϊκών δυνάμεων στη Μαύρη Θάλασσα.

    Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο ρόλος της Τουρκίας έχει ιστορικό βάθος στην περιοχή και πριν διακόσια χρόνια τα ουκρανικά παράλια στον Εύξεινο ήταν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ οθωμανικών και τσαρικών δυνάμεων.

    Από τη σύντομη ανάλυση που προηγήθηκε γίνεται φανερό, ότι η ρωσική επιθετικότητα και πιέσεις ξεκινούν από την ανάγκη διασφάλισης του ρωσικού συνόρου προς τα δυτικά, όπως η Μόσχα το αντιλαμβάνεται,  με τη δημιουργία μιας προστατευτικής εδαφικής ζώνης η οποία περιλαμβάνει τα Βαλτικά κράτη, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, τακτική την οποία αντιστρατεύεται το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ, που δημιουργούν τα δικά τους ερείσματα. Όλα δείχνουν ότι η πιθανότερη εκδοχή για το μέλλον είναι η διατήρηση της έντασης η οποία θα τείνει να κλιμακωθεί. 

    * Ο κ. Νικήτας Σίμος είναι οικονομολόγος, γεωπολιτικός αναλυτής                                                                                                                                        
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ