Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 10-Φεβ-2022 00:06

    Τι μπορούμε να μάθουμε από το πώς τελείωσε η πανδημία του 1918

    Τι μπορούμε να μάθουμε από το πώς τελείωσε η πανδημία του 1918
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η υπερβολική αυτοπεποίθηση, η αδιαφορία και η κόπωση είναι πιθανώς οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι.

    Οι περισσότερες ιστορίες για την πανδημία της γρίπης του 1918 που σκότωσε τουλάχιστον 50 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, αναφέρουν ότι έλαβε τέλος το καλοκαίρι του 1919 όταν το τρίτο κύμα μετάδοσης μέσω αναπνευστικού υποχώρησε τελικά.

    Ωστόσο, ο ιός συνέχισε να σκοτώνει. Μια παραλλαγή που εμφανίστηκε το 1920 ήταν αρκετά θανατηφόρα ώστε θα μπορούσε να λογίζεται ως τέταρτο κύμα. Σε ορισμένες πόλεις, μεταξύ των οποίων το Ντιτρόιτ, το Μιλγουόκι, η Μινεάπολις και η πόλη του Κάνσας στο Μιζούρι, οι θάνατοι ξεπέρασαν ακόμα και εκείνους του δεύτερου κύματος, στο οποίο οφείλονταν οι περισσότεροι από τους θανάτους της τότε πανδημίας στις ΗΠΑ. Κάτι που συνέβη παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός των ΗΠΑ είχε πλεόνασμα φυσικής ανοσίας στον ιό της γρίπης έπειτα από δύο χρόνια αρκετών κυμάτων μολύνσεων και αφότου η θνησιμότητα του ιού είχε ήδη μειωθεί κατά το τρίτο κύμα.

    Σχεδόν όλες οι πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν επιβάλει περιοριστικά μέτρα κατά το δεύτερο κύμα λοιμώξεων της πανδημίας, το οποίο κορυφώθηκε την άνοιξη του 1918. Τον χειμώνα που ακολούθησε, ορισμένες πόλεις επέβαλαν ξανά ελέγχους όταν εκδηλώθηκε ένα τρίτο, αν και λιγότερο θανατηφόρο, κύμα. Αλλά ουσιαστικά καμία πόλη δεν αντέδρασε το 1920. Οι άνθρωποι είχαν κουραστεί από τη γρίπη όπως και οι δημόσιοι αξιωματούχοι.

    Οι εφημερίδες ήταν γεμάτες με ειδήσεις για τον ιό που προκαλούσαν τρόμο, αλλά κανείς δεν ενδιαφερόταν. Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή αγνόησαν το τέταρτο κύμα, ενώ το ίδιο έκαναν και οι ιστορικοί. Ο ιός μεταλλάχθηκε στον κοινό ιό της εποχικής γρίπης το 1921, ωστόσο ο κόσμος είχε προχωρήσει πολύ πιο πριν.

    Δεν πρέπει να επαναλάβουμε το λάθος αυτό.

    Είναι αλήθεια, ότι αυτή τη στιγμή έχουμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι. Πρώτον, τα κρούσματα της Όμικρον μειώνονται σε όλα τα μέρη της χώρας. Δεύτερον, σχεδόν όλος ο πληθυσμός των ΗΠΑ σύντομα είτε θα έχει μολυνθεί είτε εμβολιαστεί, ενισχύοντας τα ανοσοποιητικά συστήματα απέναντι στον ιό όπως τον γνωρίζουμε. Τρίτον, παρόλο που η Όμικρον είναι εξαιρετικά ικανή στο να μολύνει το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα, κάτι που την καθιστά και τόσο μεταδοτική, μοιάζει λιγότερο ικανή από προηγούμενες παραλλαγές στο να μολύνει τους πνεύμονες, επομένως είναι λιγότερο λοιμογόνος. Είναι απολύτως δυνατό και ίσως και πιθανό ότι, με ώθηση από τη βελτιωμένη ανοσολογική απόκριση, ο ιός θα συνεχίσει να υποχωρεί σε θνητότητα. Όντως, υπάρχει μια θεωρία ότι η πανδημία γρίπης του 1889 - 92 προκλήθηκε στην πραγματικότητα από έναν κορονοϊό με ονομασία OC43, ο οποίος σήμερα προκαλεί το κοινό κρυολόγημα.

    Όλα αυτά καθιστούν την υπερβολική αυτοπεποίθηση, την αδιαφορία ή την κόπωση έπειτα από δύο χρόνια μάχης με τον ιό - και ένα ακόμα- ως κίνδυνο τώρα.

    Σημάδια κόπωσης - ή εσφαλμένων ελπίδων - είναι παντού. Παρόλο που το 70% του ενήλικου πληθυσμού είναι πλήρως εμβολιασμένο, η διαδικασία έχει μείνει στάσιμη, και στις 24 Ιανουαρίου μόνο το 44% είχε λάβει ενισχυτική δόση, που παρέχει κρίσιμη προστασία. Παρόλο που οι περισσότεροι από εμάς, ειδικά οι γονείς, θέλουμε τα σχολεία να παραμείνουν ανοιχτά, οι γονείς έχουν εμβολιάσει πλήρως μόνο το περίπου 20% των παιδιών ηλικίας 5 έως 11 χρονών. Όπως και το 1920, οι άνθρωποι έχουν κουραστεί να παίρνουν προφυλάξεις.

    Αυτό εκχωρεί τον έλεγχο στον ιό. Το αποτέλεσμα είναι ότι παρόλο που η Όμικρον μοιάζει να είναι λιγότερο λοιμογόνος, ο επταήμερος μέσος όρος των καθημερινών θανάτων λόγω Covid -19  στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ξεπεράσει πλέον την κορύφωση της Δέλτα στα τέλη του Σεπτεμβρίου.

    Ακόμα χειρότερα, ο ιός ίσως να μην έχει τελειώσει ακόμα με εμάς. Παρόλο που υπάρχει εύλογη πιθανότητα οι μελλοντικές παραλλαγές να είναι λιγότερο επικίνδυνες, οι μεταλλάξεις είναι τυχαίες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι μελλοντικές παραλλαγές, αν είναι επιτυχείς, θα ξεφεύγουν της ανοσολογικής προστασίας. Θα μπορούσαν να γίνουν πιο επικίνδυνες.

    Αυτό ήταν που συνέβη όχι μόνο το 1920 με την τελευταία "πνοή" του ιού του 1918, αλλά επίσης και στις πανδημίες γρίπης του 1957, του 1968 και του 2009. Το 1960 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφότου μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε αποκτήσει προστασία μέσω μόλυνσης και εμβολίου, μια παραλλαγή προκάλεσε κορύφωση της θνητότητας η οποία υπερέβη τα επίπεδα της πανδημίας κατά το 1957 και το 1958. Στο ξέσπασμα του 1968, μια παραλλαγή στην Ευρώπη προκάλεσε περισσότερους θανάτους το δεύτερο έτος, αν και, για ακόμα μια φορά, υπήρχε διαθέσιμο εμβόλιο και πολλοί άνθρωποι είχαν μολυνθεί.

    Στην πανδημία του 2009, εμφανίστηκαν επίσης παραλλαγές που προκάλεσαν ανοσολογική διαφυγή, Μία μελέτη στη Βρετανία εντόπισε "μεγαλύτερο φόρτο σοβαρών μολύνσεων κατά το έτος μετά την πανδημία", αλλά "πολύ λιγότερο δημόσιο ενδιαφέρον για τη γρίπη". Οι ερευνητές κατηγόρησαν την προσέγγιση της κυβέρνησης για αυτό. Στον πρώτο χρόνο, η απόκριση της δημόσιας υγείας ήταν "άκρως δυναμική", πρωτίστως στην παροχή πληροφοριών, ενώ δεν υπήρξαν lockdowns. Στο δεύτερο χρόνο, εντόπισαν ότι "η προσέγγιση ήταν laissez-faire". Ως αποτέλεσμα, "προέκυψε ένας μεγάλος αριθμός θανάτων, εισαγωγών σε εντατικές και σε νοσοκομεία, που αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπους σε ηλικία εργασίας".

    Τέτοια προηγούμενα θα πρέπει να μας κάνουν επιφυλακτικούς. Τα εμβόλια, τα νέο αντιικό χάπι Paxlovid και άλλα ενδέχεται να τελειώσουν την πανδημία, όταν εκατομμύρια δόσεις καταστούν ευρέως διαθέσιμες παγκοσμίως και εφόσον ο ιός δεν αναπτύξει ανθεκτικότητα. Αλλά το τέλος δεν πρόκειται να φτάσει κάποια στιγμή σύντομα. Το άμεσο μέλλον εξαρτάται ακόμα από τον ιό και από το πώς αξιοποιούμε το υφιστάμενο οπλοστάσιο: εμβόλια, χάπια, εξαερισμό, το αντιικό φάρμακο Remdesivir και στεροειδή, καθώς και τη μοναδική μονοκλωνική θεραπεία που εξακολουθεί να είναι αποδοτική απέναντι στην Όμικρον, την  κοινωνική αποστασιοποίηση και την αποφυγή συνωστισμού. Ως κοινωνία, σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψαμε τα μέτρα δημόσιας υγείας από αυτή τη λίστα. Ως άτομα, μπορούμε ακόμα να δράσουμε.

    Ο John M. Barry είναι διακεκριμένος επιστήμονας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Tulane και συγγραφέας του βιβλίου "Η Μεγάλη Γρίπη: Η ιστορία της πιο θανατηφόρας πανδημίας στην ιστορία".

    © 2022 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"
     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ