Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 06-Ιαν-2022 00:35

    Η "μάχη" του πληθωρισμού απαιτεί... "χαλιναγώγηση" των επιχειρήσεων

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η εξομάλυνση της αύξησης των τιμών απαιτεί περισσότερες κινήσεις από την αύξηση απλώς των επιτοκίων.

    Alvaro Bernis/The New York Times


    Από την εποχή της κυβέρνησης Κάρτερ στις ΗΠΑ, η νομισματική πολιτική αποτελούσε το βασικό "όπλο” των προέδρων για τη "χαλιναγώγηση” του αυξανόμενου πληθωρισμού. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή έχει αυξηθεί κατά 6,8% από την αρχή του έτους έως το Νοέμβριο - με τον ταχύτερο ρυθμό από το 1982. Ο πρόεδρος της Federal Reserve, Τζερόμ Πάουελ, προέβη στη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, ανακοινώνοντας το σχέδιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας να τερματίσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων και να προβεί σε αύξηση των επιτοκίων το επόμενο έτος. 

    Ωστόσο, η άνοδος και η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν εξαρτάται μόνο από τη νομισματική πολιτική. Σε μεγάλο βαθμό, κρίσιμο ρόλο παίζουν οι αποφάσεις των επιχειρήσεων. Και η Ιστορία έχει δείξει ότι οι πρόεδροι έχουν τη δύναμη να περιορίσουν τον πληθωρισμό "επιβαλλόμενοι” στις επιχειρήσεις - αν το αποφασίσουν.

    Αν και ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ είναι περισσότερο γνωστός για τη διεύρυνση του προγράμματος New Deal ώστε να δημιουργήσει ένα "δίχτυ” κοινωνικής ασφάλισης, πιστώνεται επίσης το γεγονός ότι προστάτευσε τους Αμερικανούς από τον πληθωρισμό εν καιρώ πολέμου. 

    Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Γραφείο Τιμών της κυβέρνησης Ρούσβελτ επέβαλε πλαφόν τιμών σε τρία εκατομμύρια επιχειρήσεις και σε περισσότερα από 8 εκατομμύρια αγαθά. Επίσης, έβαλε "ταβάνι” στα ενοίκια 14 εκατομμυρίων κατοικιών προσφέροντας "ανάσα” σε 45 εκατομμύρια ενοίκους, ενώ εξέδωσε "δελτία” για σειρά προϊόντων, όπως το κρέας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις της Gallup, πάνω από τα 3/4 του κόσμου τάχθηκε υπέρ της επέκτασης των ελέγχων μετά τον πόλεμο.

    Όταν ο Χάρι Τρούμαν βίωσε μια "πικρή” ήττα σε μια αντίστοιχη προσπάθεια, υπήρξαν συνέπειες. Όταν επήλθε η ειρήνη, οι Αμερικανοί, ανυπόμονοι να ξοδέψουν το απόθεμα των αποταμιεύσεών τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια απροσδόκητη έλλειψη αγαθών, καθώς οι παραγωγοί δεν είχαν ακόμη αυξήσει την παραγωγή τους που είχε μειωθεί εν καιρώ πολέμου.

    Το καλοκαίρι του 1946, απουσία ελέγχων, το κόστος ζωής εκτινάχθηκε. Τον Ιούλιο, οι τιμές του κρέατος διπλασιάστηκαν, στα 70 σεντς τα 450 γραμμάρια. Στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, οι Δημοκρατικοί έχασαν τον έλεγχο του Κογκρέσου για πρώτη φορά από το 1932.

    Το 1948, με τον πληθωρισμό να "τρέχει” με 7,7%, ο Τρούμαν κατηγόρησε τους Ρεπουμπλικανούς για "απραξία”, ενώ οι τελευταίοι απέδιδαν την αύξηση των τιμών στην αυξανόμενη δύναμη των συνδικάτων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας επανεκλογής του εκείνη τη χρονιά, ο Τρούμαν υποσχέθηκε να επεκτείνει το πρόγραμμα New Deal και να εστιάσει στον "έλεγχο” των επιχειρήσεων. "Οι Ρεπουμπλικανοί δεν θέλουν έλεγχο των τιμών για έναν απλό λόγο: όσο περισσότερο αυξάνονται οι τιμές, τόσο μεγαλύτερα είναι τα κέρδη για τις εταιρείες”, δήλωσε τότε.

    Κατά τη διάρκεια δε προεκλογικής συγκέντρωσης στο Κεντάκι, τον Οκτώβριο του 1948, "επιτέθηκε” στην Εθνική Ένωση Παραγωγών, ένα λόμπι που αντιτίθετο στον έλεγχο των τιμών, κατηγορώντας την ότι συμμετέχει σε μια "συνωμοσία κατά των Αμερικανών καταναλωτών”. Επίσης, συγκάλεσε ειδική συνεδρίαση του Κογκρέσου, το καλοκαίρι, προκειμένου να επαναφέρει τον έλεγχο των τιμών, αλλά η προσπάθειά του απέτυχε.

    Οι Δημοκρατικοί, όμως, επέστρεψαν στις κάλπες• οι εργαζόμενοι στην αυτοκινητοβιομηχανία σε ποσοστό 89% ψήφισαν τον Τρούμαν, βοηθώντας τον να διασφαλίσει την επανεκλογή του σε μια αμφίρροπη εκλογική μάχη. Καταλυτικό ρόλο στην επιτυχία του έπαιξε η σκληρή ρητορική του κατά του πληθωρισμού και υπέρ της θέσπισης φιλελεύθερων προγραμμάτων με στόχο τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μέσων Αμερικανών.

    Οι Δημοκρατικοί διατήρησαν την ίδια πολιτική από τη θητεία του Τρούμαν έως και την προεδρία του Λίντον Τζόνσον. Όπως ο Τρούμαν, ο οποίος έφτασε μέχρι του σημείου να διατάξει την "κατάληψη” των χαλυβουργείων της χώρας όταν ανακοίνωσαν αυξήσεις των τιμών, ο Τζον Φ. Κένεντι και ο Τζόνσον επέκριναν δημοσίως τα στελέχη του χαλυβουργικού κλάδου για τις αυξήσεις των τιμών.

    Όλοι τους, δε, τάχθηκαν κατά των προσπαθειών του Ουίλιαμ ΜακΣένι Μάρτιν, να αυξήσει τα επιτόκια. Ο Μάρτιν, όπως είναι γνωστό, υπερασπίστηκε την ανεξαρτησία της Fed και αύξησε ούτως ή άλλως τα επιτόκια• με βάση την οπτική του, δουλειά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ήταν να "λήξει το πάρτι την ώρα είχε ανάψει το κέφι”. Ο Τρούμαν τον χαρακτήρισε "προδότη”.

    Όταν ο πληθωρισμός "χτύπησε” εκ νέου τη δεκαετία του 1970, ο Ρίτσαρντ Νίξον ήξερε καλά τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει το Γραφείο Τιμών της κυβέρνησης Ρούσβελτ. Ως επιθεωρητής του Γραφείου την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Νίξον είχε τρομοκρατηθεί στην ιδέα ότι οι γραφειοκράτες θα ήλεγχαν τις τιμές των ιδιωτικών επιχειρήσεων και παραιτήθηκε. Όμως, ενόσω ήταν ακόμη στον Λευκό Οίκο, δεν δίστασε να επιβάλει ελέγχους στις τιμές προκειμένου να αντιμετωπίσει τις αυξήσεις στο βόειο κρέας και στα καύσιμα.

    Ο Μίλτον Φρίντμαν, οικονομολόγος και υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, καθώς και άλλοι συντηρητικοί κατήγγειλαν την κίνηση του Νίξον ως υπερβολική - μήνυμα που έλαβε υπόψη του ο διάδοχός του, Τζέραλντ Φορντ. Αντί να επιβάλλει ελέγχους στις τιμές, ο Φορντ εφάρμοσε τον μηχανισμό "άμεσης τιθάσευσης του πληθωρισμού” και απαίτησε δημοσιονομική λιτότητα.

    Καθώς η αμερικανική οικονομική σκέψη επηρεάστηκε από την άποψη του Φρίντμαν, το "όπλο” των Ρούσβελτ και Τρούμαν έχασε την αίγλη του. Με τον πληθωρισμό να σκαρφαλώνει σε διψήφια ποσοστά το 1979, ο πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ διόρισε τον Πολ Βόλκερ στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ προκειμένου να χρησιμοποιήσει τη νομισματική πολιτική για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Όταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν ανέλαβε την προεδρία, χαιρέτησε την κίνηση του Βόλκερ να αυξήσει τα επιτόκια και να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση προκειμένου να αμβλύνει τον πληθωρισμό. Οι πρόεδροι των ΗΠΑ που ακολούθησαν έχουν σε μεγάλο βαθμό "κολλήσει” σε αυτήν την προσέγγιση ελέγχου του πληθωρισμού.

    Εν μέσω πανδημίας, ωστόσο, ο πρόεδρος Μπάιντεν εμφανίζεται πρόθυμος να "επιβληθεί” στις αμερικανικές επιχειρήσεις και να "αγκαλιάσει” εργαλεία τύπου New Deal προκειμένου να αμβλύνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Μέσω της ομάδας εργασίας που έχει συστήσει για την εφοδιαστική αλυσίδα, επιδιώκει να αντιστρέψει την ανάθεση εργασιών στο εξωτερικό, να εντείνει την εγχώρια παραγωγή και να βοηθήσει τα λιμάνια στο Λος Άντζελες να λειτουργούν καθ’ όλο το 24ωρο προκειμένου να αποσυμφορηθεί ο φόρτος εμπορευμάτων. Το νομοσχέδιό του για τις υποδομές θα παράσχει δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή και τη λειτουργία παράκτιων λιμένων και πλωτών οδών στην ενδοχώρα, μειώνοντας περαιτέρω τις τιμές.

    Ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει προειδοποιήσει, επίσης, τις τέσσερις μεγάλες εταιρείες επεξεργασίας κρέατος για τυχόν αντιανταγωνιστικές πρακτικές που πιθανώς συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών, συμπεριλαμβανομένων των τακτικών "αφανισμού” των ανταγωνιστών. Η κυβέρνησή του έχει δεσμευτεί να λάβει πιο επιθετικά μέτρα αντιμετώπισης φαινομένων παράνομου καθορισμού τιμών και αντιμονοπωλιακών πρακτικών, ενώ επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια στις αγορές βοοειδών.

    Οι αυξημένες τιμές κρέατος "δεν είναι απλώς η φυσική συνέχεια της προσφοράς και της ζήτησης σε μια ελεύθερη αγορά - είναι επίσης αποτέλεσμα των αποφάσεων επιχειρήσεων να εκμεταλλευτούν τη θέση τους σε μια αντιανταγωνιστική αγορά, εις βάρος των καταναλωτών, των αγροτών και των κτηνοτρόφων, αλλά και της οικονομίας μας”, έγραψαν πρόσφατα οι οικονομικοί σύμβουλοι του Μπάιντεν, Μπράιαν Ντίζι, Σαμίρα Φαζίλι και Μπάρατ Ραμαμούρτι.
    Επίσης, διά μέσου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου, ο Μπάιντεν έχει ζητήσει να διεξαχθεί έρευνα για τις τιμές που ορίζουν οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ ενέκρινε την "απελευθέρωση” 50 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου των ΗΠΑ προκειμένου να μετριάσει την ικανότητα του OPEC να αυξήσει τις τιμές. Επιπλέον, συναντήθηκε με τους διευθύνοντες συμβούλους των Walmart, Mattel, Food Lion, Kroger και άλλων εταιρειών ώστε να συζητήσει τα σχέδιά τους για την αντιμετώπιση των προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη διατήρηση των τιμών υπό έλεγχο κατά τη διάρκεια των εορτών.

    Τις προσεχείς εβδομάδες, ο πρόεδρος θα πρέπει πάντως να αξιοποιήσει το βήμα του για να καταστήσει σαφές στους Αμερικανούς ότι οι επιχειρήσεις θησαυρίζουν την ώρα που οι εργαζόμενες οικογένειες παλεύουν να επιβιώσουν εν μέσω πανδημίας. Σχεδόν τα 2/3 των εισηγμένων επιχειρήσεων εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερα περιθώρια κέρδους φέτος σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019, προ πανδημίας. Το 2021, δε, περίπου 100 επιχειρήσεις είδαν τα περιθώρια κέρδους τους να αυξάνονται τουλάχιστον κατά 50% σε σχέση με το 2019, σύμφωνα με τη The Wall Street Journal.

    Δείχνοντας στους εργαζόμενους Αμερικανούς ότι αντιλαμβάνεται την κατάσταση, θα τον βοηθήσει να δείξει ότι ενδιαφέρεται, όπως σημειώνει ο δημοσκόπος των Δημοκρατικών, Τζόελ Μπένενσον. "Δεν έχουμε πληθωριστικό πρόγραμμα”, σημειώνει. "Έχουμε πρόβλημα επιχειρηματικής απληστίας. Και ο πρόεδρος πρέπει να επιρρίψει τις ευθύνες εκεί που πρέπει”, προσθέτει.

    Καθώς, όμως, ο Μπάιντεν πιέζει τις μεγάλες επιχειρήσεις για να αμβλύνει τις τιμές, πρέπει επίσης να ασκήσει σφοδρές πιέσεις για υιοθέτηση πολιτικών που έχουν πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο, από την αντιμετώπιση απλώς της διακύμανσης των τιμών στα καύσιμα και στο κρέας. Το "παγωμένο” νομοσχέδιο του προέδρου για ένα "καλύτερο μέλλον” έχει στόχο την άμβλυνση σημαντικών δαπανών. Ο Μπάιντεν υποσχέθηκε ότι το νομοσχέδιο θα επιφέρει μείωση του κόστους για τη φροντίδα των παιδιών, τη φροντίδα των ηλικιωμένων, τη στέγαση, τις σπουδές, την υγειονομική περίθαλψη και τα συνταγογραφούμενα φάρμακα - που αποτελούν τις κύριες πληγές "αιμορραγίας” για τις περισσότερες οικογένειες.

    Όπως και οι Δημοκρατικοί προκάτοχοί του, ο Μπάιντεν πρέπει να γίνει "σκληρός”.

    *Η Meg Jacobs διδάσκει ιστορία και δημόσιες σχέσεις στο πανεπιστήμιο Πρίνστον και είναι συγγραφέας των βιβλίων "Pocketbook Politics: Economic Citizenship in Twentieth-Century America” and "Panic at the Pump: The Energy Crisis and the Transformation of American Politics in the 1970s.” Επίσης, γράφει βιβλίο για το New Deal και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


     

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ