Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 02-Σεπ-2021 00:42

    Φορολογικός έλεγχος μετά από καταγγελία

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Δαλιάνη

    και της Νίκης Χατζοπούλου* 

    Είναι γνωστό ότι πολύ συχνά ένας φορολογικός έλεγχος που διενεργείται από το ΣΔΟΕ, το ΚΕΦΟΜΕΠ και τις Δ.Ο.Υ. ξεκινάει κατόπιν μίας (επώνυμης ή ανώνυμης) καταγγελίας.

    Στο παρόν άρθρο θα αναλύσουμε ποιός είναι ο ρόλος της καταγγελίας στους φορολογικούς ελέγχους, με τη βοήθεια δύο περιπτώσεων ελέγχου που τέθηκαν υπό την κρίση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και αφορμή για την εκκίνησή τους ήταν η καταγγελία.

    Καταρχάς, οι καταγγελίες που υποβάλλονται κάθε χρόνο είναι χιλιάδες, ενώ κύριες πηγές των καταγγελιών είναι προσωπικοί ή επαγγελματικοί λόγοι, ενώ δεν λείπουν και οι κακόβουλοι.

    Με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ οργανώθηκε από το 2019 μία διαδικασία αξιολόγησης των καταγγελιών, μέσω τριμελών επιτροπών, με σκοπό την περαιτέρω ελεγκτική αξιοποίησή τους. Το αν είναι ανώνυμη ή επώνυμη μία καταγγελία ουδένα ρόλο διαδραματίζει ως προς την εξέλιξη του φορολογικού ελέγχου, αλλά σίγουρα μία επώνυμη καταγγελία έχει περισσότερη βαρύτητα.

    1. Καταγγελία και παραγραφή

    Σχετικά με το θέμα της παραγραφής, όπως έχει γίνει δεκτό από το ΣτΕ, η καταγγελία αυτή καθαυτή δεν συνιστά από μόνη της συμπληρωματικό στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την παράταση της παραγραφής από πενταετία σε δεκαετία (ΣτΕ 172/2018). Εάν δηλαδή, κατόπιν καταγγελίας, τίθενται υπόψιν των φορολογικών αρχών πληροφορίες που θα μπορούσα ν ούτως ή άλλως να διαθέτουν οι φορολογικές αρχές, τότε η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο. 

    Παράδειγμα: Μία πρώην σύζυγος καταγγέλλει στο ΣΔΟΕ ότι ο σύζυγός της (έμπορος) φοροδιαφεύγει. Κατόπιν διενέργειας ελέγχου από το ΚΕΦΟΜΕΠ, εντοπίζονται στον ημεδαπό τραπεζικό λογαριασμό του ελεγχόμενου μεγάλα ποσά αγνώστου προελεύσεως που δεν έχουν δηλωθεί ως εισοδήματα. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η καταγγελία πυροδότησε έναν έλεγχο, ωστόσο επειδή η πληροφορία που δόθηκε περί φοροδιαφυγής δεν συνοδεύεται από ένα επιπρόσθετο στοιχείο που να μην είχε υπόψιν της η φορολογική αρχή, δηλαδή με άλλα λόγια ο έλεγχος βασίστηκε στις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών που ήταν ούτως ή άλλως στην διάθεση του ελέγχου, η καταγγελία δεν θεωρείται συμπληρωματικό στοιχείο και η παραγραφή παραμένει πενταετής.

    Αντίθετα, εάν η καταγγελία εισφέρει προς τις φορολογικές αρχές ένα νέο στοιχείο, τότε η παραγραφή επιμηκύνεται από πενταετή σε δεκαετή.

    Παράδειγμα: Ανώνυμος κατήγγειλε ότι μία κατασκευαστική εταιρεία πούλησε κατοικία αντί ποσού 215.200,00 ευρώ με κατάθεση στην Τράπεζα Χ ενώ στο συμβόλαιο δηλώθηκε αξία πώλησης 62.000,00 ευρώ, ήτοι διαφορά μεταξύ του ποσού κατάθεσης και του συμβολαίου 153.200,00 ευρώ. Σημειώνεται ότι η εν λόγω καταγγελία ήταν εμπεριστατωμένη και έφερε συνημμένο φωτοαντίγραφο της απόδειξης κατάθεσης του ως άνω ποσού στην Τράπεζα Χ με καταθέτη την αγοράστρια της κατοικίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εκδοθέν κατόπιν της ανώνυμης καταγγελίας πληροφοριακό δελτίο κρίθηκε από την ΔΕΔ ότι αποτελεί νέο συμπληρωματικό στοιχείο αποδεικτικό της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος που περιήλθε σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την πάροδο πενταετίας και είναι στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει την επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής στη δεκαετία. Ο λόγος είναι ότι ακόμη και εάν η αρμόδια Φορολογική Αρχή εντός πενταετίας είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας του υπολοίπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της προσφεύγουσας κατασκευαστικής εταιρείας στην ημεδαπή, δικαιολογημένα δεν θα μπορούσε να είχε εντοπίσει την επίμαχη κατάθεση, καθώς αυτή έλαβε χώρα σε προσωπικό λογαριασμό του ομορρύθμου εταίρου της. Με αυτό το σκεπτικό απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή (ΔΕΔ Αθ 1045/2020).

    Η ως άνω κρίση, κατά τη γνώμη μας, είναι κάπως οριακή, δεδομένης της υφιστάμενης νομολογίας του ΣτΕ σχετικά με την έννοια των συμπληρωματικών στοιχείων. Πιο συγκεκριμένα, με βάση την απόφαση ΣτΕ (Β’ Τμήμα) 2934/2017 κρίθηκε ότι το υπόλοιπο και οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων στην Ελλάδα δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία που παρατείνουν την παραγραφή σε δεκαετή. Και τούτο διότι η εξέταση της ακρίβειας των δηλώσεων με βάση τα στοιχεία αυτά αποτελεί βασικό εργαλείο και τακτικό μέσο που έχει στο νόμιμο οπλοστάσιό του ο φορολογικός έλεγχος εδώ και πολλά χρόνια. Περαιτέρω, τα τεχνολογικά μέσα της Διοίκησης πρέπει να εξελίσσονται και να προσαρμόζονται αναλόγως, ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες της ορθής και αποτελεσματικής εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας, και όχι η φορολογική νομοθεσία να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ενόψει των περιορισμών που προκύπτουν από τις υφιστάμενες τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες των ηλεκτρονικών συστημάτων της Φορολογικής Διοίκησης ή από τις τυχόν ανεπάρκειες και ελλείψεις στην οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών της.

    Εν προκειμένω, δηλαδή, στην ως άνω υπόθεση η πληροφορία για κίνηση τραπεζικού λογαριασμού ομόρρυθμου εταίρου, θεωρήθηκε συμπληρωματικό στοιχείο για τον καταλογισμό σε βάρος της ελεγχόμενης κατασκευαστικής εταιρείας του ποσού του υπερβάλλοντος τιμήματος το οποίο η εταιρεία ουδέποτε φορολογήθηκε, υπό την έννοια ότι δεν θα μπορούσε η φορολογική αρχή να επεξεργαστεί συνδυαστικά τα δεδομένα των τραπεζικών κινήσεων τόσο της εταιρείας όσο και του ομόρρυθμου εταίρου, ώστε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα περί φοροαποφυγής, εάν δεν είχε γίνει η καταγγελία, η οποία θεωρείται κατά την έννοια αυτή ότι εισέφερε ένα "νέο στοιχείο". Το επιχείρημα ότι η ομόρρυθμη εταιρεία τηρεί απλογραφικά βιβλία (αν και δεν αναφέρεται κάπου στην απόφαση) οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο για την κρίση αυτή, ωστόσο τηρούμε τις αμφιβολίες μας περί της ορθότητας της κρίσης αυτής, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο καταλογισμός στηρίχθηκε σε κίνηση ημεδαπού τραπεζικού λογαριασμού, και μάλιστα όχι οποιουδήποτε τρίτου, αλλά του ομόρρυθμου εταίρου.

    2. Καταγγελία και αποδεικτική διαδικασία

    Περαιτέρω, μία καταγγελία δεν θεωρείται από μόνη της αποδεικτικό στοιχείο, αλλά θα πρέπει να το περιεχόμενό της να εξακριβώνεται και να διασταυρώνεται μέσω πρόσθετων ελεγκτικών επαληθεύσεων. 

    Παράδειγμα: Ένας ασθενής κατήγγειλε επώνυμα έναν ιατρό για μη έκδοση αποδείξεων. Η αρμόδια ΔΟΥ κατόπιν επεξεργασίας και διασταύρωσης των δεδομένων του συστήματος ΗΔΙΚΑ (ηλεκτρονική συνταγογράφηση) άντλησε στοιχεία για τους ασθενείς που επισκέφθηκαν το ιατρείο και καταλόγισε στον ελεγχόμενο φόρους και πρόστιμα για τα οικεία ελεγχόμενα έτη (εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής), λόγω μη έκδοσης αποδείξεων (ΔΕΔ Θ 662/2020).

    Εν κατακλείδι, η καταγγελία αποτελεί πολύ συχνά την αφορμή για την διενέργεια ενός φορολογικού ελέγχου. Ωστόσο, δεν αποτελεί απόδειξη για φοροαποφυγή η ίδια η καταγγελία από μόνη της, ενώ για να θεωρηθεί συμπληρωματικό στοιχείο που παρατείνει την παραγραφή θα πρέπει να γνωστοποιεί στις φορολογικές αρχές μία πληροφορία που δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν οι φορολογικές αρχές στα πλαίσια του έργου τους. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή και θα πρέπει να αξιολογείται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της.

    *O κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ARTION Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου ARTION, Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός.

    H κα Νίκη Χατζοπούλου είναι Δικηγόρος LL.M. & Διαμεσολαβήτρια, συνεργάτης της Artion Α.Ε.


    Το συγκεκριμένο κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.

    Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Πουρνάρα 9 Μαρούσι|+30 210 6009062| www.artion.gr).

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ