Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 15-Ιουλ-2021 00:05

    Απορίες χωρίς απαντήσεις

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Λέανδρου Ρακιντζή

    Παρατηρώντας τα τελευταία χρόνια τα πολιτικά δρώμενα της χώρας και ιδιαίτερα τα επακόλουθα από πράξεις ή παραλείψεις των πολιτικών κατά τη θέσπιση διαφόρων νόμων, που μπορεί να προσδοκούσαν ένα πρόσκαιρο πολιτικό όφελος ή για να ωφελήσουν κάποιους, αλλά μακροχρόνια η ζημία που προκλήθηκε στο κράτος ή την κοινωνία ήταν πολλαπλάσια μέχρι ανυπολόγιστη, μου γεννήθηκε η απορία και το ερώτημα, εάν αυτοί και οι σύμβουλοί τους χρησιμοποιώντας απλά την κοινή λογική (common sense) θα μπορούσαν να προβλέψουν στοιχειωδώς τις γενικότερες συνέπειες από τις άστοχες ενέργειες και να φροντίσουν για τη θέσπιση καλυτέρων νόμων με επωφελή αποτελέσματα, εκτός αν δεν τους ενδιέφεραν οι συνέπειες, γιατί πίστευαν ότι θα τις επωμισθεί η επόμενη κυβέρνηση.

    Η απορία μού γεννήθηκε από κάποιες πράξεις ή παραλείψεις κατά τη νομοθέτηση όλων των τελευταίων κυβερνήσεων στον τομέα της δικαιοσύνης και δημόσιας ασφάλειας, κάποιες από τις οποίες καταγράφω χωρίς διάθεση αντιπολίτευσης ή καταλογισμού ευθυνών, αλλά με την φρούδη ελπίδα ότι κάτι μπορεί να διασωθεί ή διορθωθεί την τελευταία στιγμή.

    Με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος το 2019 θεσπίσθηκε (άρθρο 96 παρ 5) ότι οι δικαστές της στρατιωτικής δικαιοσύνης εξομοιώνονται ως προς όλα και επομένως και μισθολογικά με τους τακτικούς δικαστές και ότι το όλο ζήτημα θα ρυθμισθεί με ειδικό νόμο, ο οποίος είναι ακόμα υπό επεξεργασία. Για τον οποίο όμως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί οι κατόπιν συνταγματικής επιταγής νόμοι εκδίδονται άπαξ και δεν μπορούν να τροποποιηθούν με κοινό νόμο. Ο ΥΠΕΘΑ πρόσφατα δήλωσε στη Βουλή, ότι έρχεται νομοθετική παρέμβαση για την εξομοίωση των στρατιωτικών δικαστών με τους τακτικούς δικαστές με την επίλυση των επιμέρους προβλημάτων και με τη συνεργασία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με προηγούμενα άρθρα μου ανέλυσα πλήρως το θέμα με τις επιπτώσεις και πρότεινα λύσεις. Επειδή το ζήτημα είναι εκκρεμές θα αναφερθώ μόνο στις επιπτώσεις που θα υπάρξουν εάν δεν ενταχθούν οι στρατιωτικοί δικαστές, που είναι 103, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης χωρίς αναφορά σε στρατιωτικούς βαθμούς αλλά σε δικαστικούς και με αποκοπή τους από τη στρατιωτική εξάρτηση και τη μη διατήρηση των προνομίων τους ως αξιωματικών. Με απλή νομοθετική ρύθμιση που θα ορίζει μόνο τις αντιστοιχίες μισθού-βαθμού δεν καταλύεται η υπέρτερη συνταγματική αρχή της ισότητας με αποτέλεσμα ότι θα επακολουθήσει δικαστική διεκδίκηση εκ μέρους των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων, αστυνομίας και πυροσβεστικού σώματος και των αρυόντων από αυτούς συνταξιοδοτικό δικαίωμα προς αποκατάσταση της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ ομοιοβάθμων. Τελικά είτε δικαστικά είτε νομοθετικά ειδικά σε παραμονές εκλογών θα αποκατασταθεί η ανισότητα, αλλά δεν νομίζω, ότι κανένας προϋπολογισμός του κράτους μπορεί να αντέξει το πρόσθετο αυτό μισθολογικό και συνταξιοδοτικό κόστος, εκτός του ότι θα προκαλέσει και δικαίως θύελλα διεκδικήσεων από άλλους κλάδους, όπως πανεπιστημιακών, διπλωματών, γιατρών του ΕΣΥ.

    Εκ του αποτελέσματος που παράγει η παντός είδους εγκληματικότητα και όχι όπως κάποιοι από ιδεοληψία ή κομματικό φανατισμό την υποβαθμίζουν σε επίπεδο κανονικότητας, αποδεικνύεται, ότι ο νόμος Παρασκευόπουλου (ν.4322/2015) και ο νέος Π.Κ.( ν.4619/2019) συντελέσαν με τις αθρόες αποφυλακίσεις πληθώρας σκληρών κακοποιών και την με τις ευνοϊκές διατάξεις επιεική μεταχείριση των εγκληματιών στην έξαρση της. Το ζητούμενο όμως δεν είναι η καταγγελία εναντίον των συντακτών των νόμων και των πολιτικών, που τους ψήφισαν, αλλά ο εντοπισμός των μη αποτελεσματικών διατάξεων για την καταπολέμηση του εγκλήματος και η πρόκληση εισήγησης από κ. Υπουργό Δικαιοσύνης για την δια νόμου τροποποίηση τους, ο οποίος έχει μεν αναγνωρίσει την ανάγκη αυτή, αλλά παρέπεμψε το ζήτημα σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή, που δεν έχει ακόμα υποβάλλει τις προτάσεις της, με κίνδυνο να δημιουργηθούν  εν τω μεταξύ μη αναστρέψιμες καταστάσεις.

    Το άγιο δισκοπότηρο των ποινικολόγων είναι το άρθρο 17 Π.Κ. που ορίζει, ότι χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε, ο δε χρόνος κατά τον οποίο επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος. Κατά το άρθρο 112 Π.Κ.η προθεσμία παραγραφής αρχίζει από την ημέρα, που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Λόγω της βραδύτητας απονομής της δικαιοσύνης και των αναβολών που χορηγούν αφειδώς τα δικαστήρια πάρα πολλά πλημμελήματα παραγράφονται εν επιδικία, όπως και με ένα καλό δικονομικό χειρισμό της υποθέσεως και ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις αρκετά κακουργήματα ιδίως τα οικονομικά παραγράφονται. Είναι και αυτό μια κάποια σκοπούμενη λύση μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Μήπως είναι καιρός να αλλάζει η νομοθεσία, ώστε η παραγραφή να αρχίζει να μετράει από το αποτέλεσμα της πράξης και από πότε αυτό έγινε γνωστό; Πρόσφατο παράδειγμα ο κλέφτης της Πινακοθήκης που αμέσως μετά την κλοπή κατάστρεψε σύμφωνα με την εκδοχή του το σχέδιο του Κάτσια και η πράξη του ως πλημμέλημα έχει παραγραφεί. Μήπως πρέπει να θεσπισθεί, ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στα οποία περιλαμβάνονται και οι κλοπές-καταστροφές έργων τέχνης να μην υπόκεινται σε παραγραφή; Άλλωστε στην Ευρώπη ακόμα διεξάγονται δίκες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας των Ναζί.

    Ο νέος Π.Κ. αναγνωρίζει, ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη ποινικών αδικημάτων, τα κακουργήματα και τα πλημμελήματα και καταργεί δια παραλείψεως τα πταίσματα. Κατά τον προισχύσαντα Π.Κ. πταίσματα είναι τα μικρής παραβατικότητας αδικήματα, που τιμωρούνται δια κρατήσεως ή προστίμου και δεν ήταν μόνο τα περιγραφόμενα στον Π.Κ. αλλά και σε άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους όπως στον Κ.Ο.Κ, Υγειονομικό Κανονισμό, Αστυνομικές διατάξεις κλπ., τα οποία είχαν συμβάλλει στη διατήρηση κοινωνικής ειρήνης, υγείας και κοινής ησυχίας. Φοβάμαι ότι με την κατάργησή τους θα έχουμε αύξηση των φιλονικιών και αυτοδικιών, που δεν καταγράφονται πλέον στο αστυνομικό δελτίο.. Κατόπιν της γενικής κατακραυγής το καταργηθέν πταισματικό αδίκημα της διατάραξης κοινής ησυχίας επαναφέρεται ως ελαφρύ πλημμέλημα (ν.4637/2019), αλλά δεν επαναφέρθηκε το αδίκημα της ρύπανσης με αποτέλεσμα κάποιοι όχι μόνο να ρυπαίνουν ατιμωρητί τους τοίχους των σπιτιών και τα δημόσια κτίρια. αλλά και να επαίρονται γι' αυτό...

    Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Π.Κ. κύριες ποινές είναι, α) οι στερητικές της ελευθερίας, β) η χρηματική ποινή και γ) η προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Η τελευταία όμως ποινή μολονότι ισχύει αρκετά χρόνια δεν μπόρεσε να εφαρμοσθεί ικανοποιητικά λόγω ελλείψεως υποδομών. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων υπάρχουν 1.000 καταδικασμένοι σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και μόνο εννέα κοινωνικοί λειτουργοί για να τους επιβλέπουν, άλλωστε στην ποινή αυτή καταδικάζονται συνήθως άτομα για αδικήματα λευκού κολάρου, που σημαίνει ότι δεν μπορούν να προσφέρουν χειρωνακτική κοινωφελή εργασία. Με το άρθρο 98 ν.4623/9-8-2019 ορίστηκε ότι αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων του Π.Κ. κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κυρία ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής και ως εκ τούτου οι επιβαλλόμενες ποινές φυλακίσεως για αδικήματα μετά την εισαγωγή του Π.Κ. πρέπει να εκτελούνται αυτούσιες. 

    Με τον Π.Κ. δεν προβλέπεται η μετατροπή των ποινών φυλακίσεως σε χρήμα και οι ποινές φυλακίσεως μέχρι τρία χρόνια αναστέλλονται υποχρεωτικά πλην των περιπτώσεων, που κρίνεται αναγκαία η μη χορήγησή της όπως στις περιπτώσεις υποτροπής, αλλά με τον Π.Κ. δεν υπάρχει η έννοια αυτή ,γιατί καταργήθηκε ολόκληρο το κεφάλαιο του παλιού Π.Κ. περί υπότροπων και καθ’ έξη εγκληματιών και έτσι αποδόθηκαν όλοι στην κοινωνία ως άμωμοι. Επειδή δεν προβλέπεται η μετατροπή των ποινών σε χρήμα τα πρωτόδικα δικαστήρια είτε επιβάλλουν ποινές φυλακίσεως μέχρι τριών ετών με αναστολή και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της είτε επιβάλλουν ποινές εφέσιμες με ανασταλτικό αποτέλεσμα η έφεση, οπότε το ζήτημα της εκτίσεως των ποινών θα προκύψει με την έκδοση των αποφάσεων των Εφετείων. Αργά ή γρήγορα προς αποφυγή σωρεύσεως στις φυλακές κρατουμένων πέραν της χωρητικότητας των (12.000 θέσεις) η πολιτεία θα αναγκασθεί να επαναφέρει το μέτρο της μετατροπής των ποινών φυλάκισης σε χρήμα, μέτρο χρήσιμο και για χρηματοδότηση του ΤΑΧΔΙΚ αρμοδίου για την ανέγερση δικαστικών μεγάρων και φυλακών. Η διαφορά μεταξύ της μετατροπής της ποινής σε χρήμα και της χρηματικής ποινής είναι, ότι εάν ο καταδικασθείς δεν εξαγοράσει την ποινή του οδηγείται στη φυλακή, ενώ η χρηματική ποινή βεβαιώνεται στην αρμόδια ΔΟΥ και ρυθμίζεται μαζί με τα άλλα χρέη του οφειλέτη σε δόσεις, αλλά για τους μη έχοντες ακίνητη περιουσία απλά δεν τους αγγίζει η ποινή αυτή.

    Από τα παραπάνω προέκυψε ένα σημαντικό νομικό ζήτημα, που έχει συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, όταν εκδίδεται ένας νόμος σε αντικατάσταση κάποιου άλλου ο νόμος αυτός καταργείται οριστικά και δεν αναβιώνει ή όπως όταν η ισχύς του νέου νόμου αναστέλλεται χωρίς νομική πρόβλεψη ή όπως όταν η εφαρμογή του κρίνεται από τα δικαστήρια αντισυνταγματική, οπότε δημιουργείται κενό δικαίου, το οποίο προσπαθούν τα δικαστήρια να καλύψουν κατ’ οικονομία με εφαρμογή ή ερμηνεία άλλων διατάξεων. Η λύση όμως αυτή μπορεί να δημιουργήσει και διαιωνίσει καταστάσεις πέραν της βουλήσεως του ιστορικού νομοθέτη. Συνεπώς πρέπει να ρυθμίζονται νομοθετικά αμέσως οι περιπτώσεις αυτές, γιατί τουλάχιστον στην περίπτωση της καταδίκης σε φυλάκιση αυτή δεν θα εκτελείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας αλλά αυτούσια και έτσι πολύ σύντομα θα δημιουργηθούν αδιέξοδα και κοινωνικά προβλήματα.

    Σαφώς υπάρχουν και άλλες πολλές διατάξεις του Π.Κ. που χρειάζονται άμεση μεταρρύθμιση για να γίνουν πιο αποτελεσματικές στον πόλεμο κατά της εγκληματικότητας και την εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης πάντοτε με μπούσουλα τους σκοπούς της ποινής της, δηλαδή της ειδικής και γενικής πρόληψης και όχι με διάφορα θεωρητικά ανθρωποκεντρικά κατασκευάσματα έστω με την επίκληση αποφάσεων του ΕΔΑΔ, που όπως όμως αποδείχτηκε δεν είναι ικανά να αποτρέψουν τους στεγνούς εγκληματίες από την τέλεση εγκλημάτων. Γεγονός όμως είναι ότι οι χαρακτηρισμοί κάποιων αδίκων πράξεων ως κακουργημάτων, όπως η κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και βασανισμός ζώων που σαφώς έχουν κοινωνική απαξία, είναι όμως κατά αναλογία βαρύτεροι από άλλα αδικήματα που έχουν ίση ή μεγαλύτερη κοινωνική απαξία και πρέπει να γίνει αναλογική προσαρμογή κάποιων αδικημάτων με γνώμονα την αποτρεπτικότητα, όπως και για το αδίκημα της απιστίας (αρθ.390 Π.Κ.), που πρέπει να διώκεται αυτεπάγγελτα. Η επιείκεια πρέπει να παρέχεται από τα δικαστήρια κατά περίπτωση και όχι οριζόντια με διάταξη νόμου, που αναιρεί τους σκοπούς της ποινής. Προς τούτο πρέπει να επανέλθει η παλιά διατύπωση του άρθρου 84Π.Κ., ότι ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται α) ο πρότερος έντιμος βίος και όχι σύννομος βίος, που είναι έννοια ευρύτερη και δεν αποδίδει την πραγματικότητα και ότι οι ελαφρυντικές περιστάσεις χορηγούνται κατά την κρίση του δικαστηρίου και όχι αυτόματα με την προσαγωγή του ποινικού μητρώου. Επίσης πρέπει να επανέλθουν στο νομικό οπλοστάσιο οι έννοιες "ειδεχθές έγκλημα" και του "καθ’ έξη και υπότροπος εγκληματίας".

    Είναι γεγονός, ότι ο κ. Υπουργός Δικαιοσύνης παρά την έξαρση της εγκληματικότητας και τις γενικευμένες σχετικές διαμαρτυρίες εμφανίζει ένα δισταγμό να προχωρήσει τάχιστα στις αναγκαίες τροποποιήσεις στο Π.Κ. και Κ.Π.Δ. ως και τις απαραίτητες για την ταχύτερη και πιο αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης τομές, που τις υπόδειξε το πόρισμα της επιτροπής Πισσαρίδη και είναι απαραίτητες για την οικονομική ανάπτυξη, ίσως γιατί υπάρχουν εγγενείς δυσχέρειες από ισχυρές επαγγελματικές τάξεις που αντιτίθενται για λόγους συνδικαλιστικούς σε αυτές.

    * Ο κ. Λέανδρος Τ. Ρακιντζής είναι Αρεοπαγίτης ε.τ.

       
     
        

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ