Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 01-Ιουλ-2021 00:05

    Οι γιατροί και οι νοσοκόμες είναι το κλειδί για την προώθηση των εμβολίων

    Οι γιατροί και οι νοσοκόμες είναι το κλειδί για την προώθηση των εμβολίων
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η Αμερική βρίσκεται στο μέσον του καλοκαιριού, με τα κρούσματα και τους θανάτους από κορονοϊό να έχουν μειωθεί. Υπάρχει μια ανακούφιση, αλλά τμήματα της χώρας παραμένουν ευάλωτα σε κρούσματα, λόγω των διαφορετικών ποσοστών εμβολιασμού μεταξύ των πολιτειών και των πόλεων. 

    Οποιοσδήποτε κίνδυνος μελλοντικών κρουσμάτων και θανάτων θα μπορούσε να αποτραπεί, δεδομένης της διαθεσιμότητας των εμβολίων. Κι όμως υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι οι εμβολιασμοί υπολείπονται του στόχου του προέδρου Μπάιντεν για κάλυψη 70% πριν από τις 4 Ιουλίου μεταξύ των Αμερικανών. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των θανάτων κορονοϊού αφορά μη εμβολιασμένους. 

    Επομένως, τι πρέπει να γίνει; Δεν υπάρχει κανένας λόγος οι Ηνωμένες Πολιτείες να μην λύσουν το θέμα με τις διαφοροποιήσεις στα ποσοστά εμβολιασμού και, κατά συνέπεια, να αποτρέψουν τυχόν θανάτους. Υπάρχουν τρόποι για να ξεπεραστεί η χαμηλή προθυμία εμβολιασμού. Ξεκινώντας από τους γιατρούς και τις νοσοκόμες. 

    Είκοσι χρόνια έρευνας σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να πειστούν οι άνθρωποι να εμβολιαστούν δείχνουν ότι οι ειδικοί που παρέχουν υγειονομική περίθαλψη είναι η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τα εμβόλια, ακόμα και για αυτούς που είναι αρνητές των εμβολίων. Οι γιατροί και οι νοσοκόμες πρέπει να μιλούν σε ασθενείς για τον κορονοϊό σε κάθε ευκαιρία. 

    Αυτό μπορεί να είναι προφανές, ωστόσο πολύ λίγοι έχουν εκπαιδευτεί σε πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις προκειμένου να μπορούν να μιλήσουν στον κόσμο για τα εμβόλια. 

    Για παράδειγμα, οι γιατροί και οι νοσοκόμες μπορεί να υποθέτουν ότι πρέπει να παράσχουν στους ασθενείς περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εμβόλια προκειμένου να τους πείσουν. Οι έρευνες, ωστόσο, δείχνουν ότι συχνά η έλλειψη γνώσης δεν είναι το βασικό πρόβλημα. Πολλοί άνθρωποι αρνούνται να εμβολιαστούν λόγω της κοσμοθεωρίας τους ή της δυσπιστίας τους στο σύστημα υγείας. Ενώ εκείνοι που είναι αναποφάσιστοι στο τι θα πρέπει να πράξουν ίσως να χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για να βοηθηθούν και να αποφασίσουν, την ίδια στιγμή, βέβαια, που σε αυτή τη φάση υπάρχει υπερπληθώρα πληροφοριών. 

    Στρατηγικές σύμφωνα με τις οποίες ο εμβολιασμός πρέπει να θεωρείται προεπιλογή -"ήρθε η ώρα να εμβολιαστείτε", έναντι του "ίσως πρέπει να σκεφτείτε να λάβετε το εμβόλιο COVID"- μπορεί να είναι αποτελεσματικές. Αυτό δεν αφαιρεί το δικαίωμα επιλογής κάποιου, αλλά του δίνει μια ώθηση να εμβολιαστεί. 

    Πώς μπορεί, όμως, το έθνος να διασφαλίσει ότι οι γιατροί αξιοποιούν αυτές τις μεθόδους προσέγγισης; Πρέπει να υπάρχει ένα πρόγραμμα συνεχούς ιατρικής εκπαίδευσης -ένα εργαλείο που να το χρησιμοποιούν οι γιατροί προκειμένου να διατηρούν τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους ενημερωμένες στα εκάστοτε ιατρικά δεδομένα- που να τους εκπαιδεύει σε αποτελεσματικές τεχνικές επικοινωνίας σχετικά με τα εμβόλια. Πρόσφατα ξεκινήσαμε ένα τέτοιο πρόγραμμα στο Yale.

    Ένας άλλος τρόπος για να διασφαλιστεί πως το υγειονομικό προσωπικό αφιερώνει αρκετό χρόνο σε, συχνά δύσκολες και απαιτητικές, συνομιλίες για τα εμβόλια είναι να δημιουργηθεί ένα πρόγραμμα "ανταμοιβής" της συμβουλευτικής υπηρεσίας. Αυτήν τη στιγμή όσοι παρέχουν υγειονομικές υπηρεσίες αποζημιώνονται εάν εμβολιάσουν τον ασθενή τους, δεν συμβαίνει όμως το αντίθετο εάν ο ασθενής αρνηθεί τον εμβολιασμό. 

    Οι γιατροί, όμως, δεν γνωρίζουν πάντα εάν η συνομιλία τους με τους ασθενείς τούς έπεισε να εμβολιαστούν ή όχι. Θα πρέπει να αποζημιωθούν για την πρώτη συνομιλία. Πολλές χώρες το κάνουν. Για παράδειγμα, η Αυστραλία πρόσφατα καθιέρωσε rebates (ένα είδος ανταμοιβής) σε γενικούς γιατρούς που παρέχουν συμβουλές για τα εμβόλια κατά του κορονοϊού. 

    Το να πείσεις τους ανθρώπους να εμβολιαστούν συχνά απαιτεί πολλές συζητήσεις. Ιδανικά, κατά τη διάρκεια κάποιας συνάντησης, οι γιατροί θα πρέπει να παροτρύνουν τους μη εμβολιασμένους ασθενείς να κάνουν το εμβόλιο κατά της COVID-19 και να συζητήσουν μαζί τους τυχόν ανησυχίες που μπορεί να έχουν. Εάν ο γιατρός το κάνει για περισσότερα από λίγα λεπτά (π.χ. περισσότερο από τρία λεπτά, όπως ισχύει, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ στην περίπτωση της παροχής συμβουλών για τη διακοπή του καπνίσματος), θα μπορούσε να ζητήσει αποζημίωση. Οι γιατροί θα πρέπει να μπορούν να χρεώνουν για πολλαπλές συνεδρίες παροχής συμβουλών με τον ίδιο ασθενή, θέτοντας ένα εύλογο όριο τις τρεις φορές τον χρόνο.

    Άλλες προσπάθειες, όπως η διεύρυνση της πρόσβασης στο εμβόλιο και η απλοποίηση της διαδικασίας εμβολιασμού, εξακολουθούν να είναι σημαντικές. Μέχρι σήμερα υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ανησυχούν για το κόστος των εμβολίων, παρ’ όλο που είναι δωρεάν. 

    Το πιο αποτελεσματικό μήνυμα για τον εμβολιασμό είναι αυτό που προέρχεται από μια αξιόπιστη πηγή και όχι μόνο προτρέπει τον ακροατή στο να εμβολιαστεί, αλλά τον παρακινεί να ενθαρρύνει και άλλους γύρω του να το κάνουν επίσης. Αυτό είναι που χρειαζόμαστε, καθώς οι άνθρωποι φαίνεται να εφησυχάζουν εμπρός στο όφελος που έχουν από τον εμβολιασμό των άλλων. Οι άνθρωποι που παρέχουν υγειονομική περίθαλψη έχουν αυτήν τη δύναμη και όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας πρέπει να συμβάλλουν στην αύξηση των ποσοστών εμβολιασμού.


    * Ο Saad B. Omer είναι διευθυντής του Ινστιτούτου του Yale για την Παγκόσμια Υγεία και καθηγητής εσωτερικής ιατρικής και επιδημιολογίας στο Yale School of Medicine και στο Yale School of Public Health.

    © 2021 Διατίθεται από το "The New York Times Licensing Group"

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ