Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 26-Νοε-2020 00:05

    Ελληνική Στρατηγική: Η "παγίδα του Status quo" και η λογική των "μικρών βημάτων"

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Κωνσταντίνου Λαμπρόπουλου 

    Στρατηγική χωρίς σχεδιασμό 

    Αναμφίλεκτα, η Ελλάδα εμπίπτει στην κατηγορία των κρατών, τα οποία διαθέτουν ασθενέστατες δομές παραγωγής στρατηγικής, καθώς το στρατηγικό "προϊόν" παράγεται εν τη απουσία ενός ολοκληρωμένου/ καθολικού στρατηγικού σχεδιασμού, λογιζόμενου ως φιλοσοφία και ως πρακτική.

    Η ανωτέρω θλιβερή και επιζήμια διαπίστωση, επιβεβαιώνεται πλειστάκις από την αδυναμία ιεράρχησης των εθνικών συμφερόντων, από την απουσία συγκεκριμένων/και εναλλακτικών στρατηγικών κατευθύνσεων, από την ένδεια στρατηγικής καινοτομίας των κύριων πυλώνων πολιτικής και από την χαμηλή παραγωγικότητα αναφορικά με την θεσμική αποτύπωση της εθνικής ασφάλειας (παραγωγή επίσημων κειμένων για την στρατηγική εθνικής ασφάλειας και τις επιμέρους υπο-στρατηγικές).

    Ως εκ τούτου, είναι προφανής, η ανυπαρξία θεσμικής μνήμης και παράδοσης στη σύγχρονη ελληνική στρατηγική σκέψη και πρακτική. Ακολούθως, είναι κυριαρχούσα μια αποσπασματική- επιφανειακή ανάγνωση της διεθνούς πολιτικής και ξεκάθαρη η αδυναμία μετουσίωσης των σύγχρονων τάσεων που διαμορφώνονται σε παγκόσμια κλίμακα, αναφορικά με την Διπλωματία και τις Στρατιωτικές Υποθέσεις, σε χρηστικά δόγματα.

    Ελλείψει στρατηγικού σχεδιασμού, η ελληνική υψηλή στρατηγική δομείται σε ad hoc βάση, χωρίς να διέπεται από φιλοσοφία συνέχειας, εδραζόμενη στην λογική τήρησης συμπεφωνημένων μεταξύ των πολιτικών κομμάτων στο πλαίσιο επίτευξης πολιτικής συναίνεσης.

    Επιπρόσθετα, επικρατεί στους εκάστοτε διαμορφωτές αποφάσεων και στο πολιτικό προσωπικό, η λανθασμένη αντίληψη πως ο μηχανισμός εθνικής ασφάλειας θα κινηθεί αυτόματα σύμφωνα με τις βουλές του εκάστοτε πρωθυπουργού, ή του εκάστοτε υπουργού.

    Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό πως οι απαιτήσεις της διαχείρισης μιας πολυδαίδαλης γραφειοκρατίας στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας, συνήθως δεν γίνονται αντιληπτές από το πολιτικό προσωπικό.

    Ένα ουσιαστικό σφάλμα αποτελεί ο μη καθορισμός οργανωτικής διαδικασίας εξαρχής, καθώς η πιο συνήθης πρακτική συνίσταται στην διαμόρφωση διαδικασίας εφαρμογής εν τοις πράγμασι (on the spot), με συνέπεια ο μηχανισμός εθνικής ασφάλειας να καθίσταται δυσλειτουργικός, χωρίς επεξεργασμένα εναλλακτικά σχέδια, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας της ηγεσίας.

    Συνεπεία αυτού, η Ελλάδα, αδυνατεί να αξιοποιήσει το ικανό ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει, ενώ στερείται της κρίσιμης μάζας που κινητοποιεί το συλλογικό υποκείμενο- εν προκειμένω τον μηχανισμό εθνικής ασφάλειας προς ρηξικέλευθες και καινοτομικές κατευθύνσεις.

    Η τουρκική αναβαθμισμένη απειλή, τα ελληνικά αντίμετρα και η "Παγίδα του Status Quo"

    Η ανωτέρω δυσάρεστη πραγματικότητα είναι αναντίστοιχη με την κορυφαία γεωστρατηγική θέση της χώρας, την εξαιρετική γεωπολιτική σημασία της και το αδιαμφισβήτητο κολοσσιαίο πολιτισμικό brand nameπου φέρει.

    Στη σημερινή ρευστή και μεταβατική διεθνή τάξη πραγμάτων η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια να μένει θεατής, στο περιθώριο των διεθνών και περιφερειακών εξελίξεων. Αντί να ακολουθεί αποκλειστικώς στρατηγική πρόσδεσης στο άρμα τρίτων (bandwagoning),χρειάζεται να καταστεί ενεργός στρατηγικός δρων, θέτοντας την δική της ατζέντα στην Ν.Α Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, συμβατή με την εξασφάλιση των εθνικών συμφερόντων της. 

    Η απειλή της αναθεωρητικής Τουρκίας απαιτεί την δημιουργία ευνοϊκών προϋποθέσεων και ισχυρών δυνατοτήτων σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, ώστε ο μηχανισμός εθνικής ασφάλειας να ανταποκριθεί επαρκώς στην τουρκική στρατηγική εξουθένωσης, στις απόπειρες επιβολής τετελεσμένων και στις κινήσεις στρατηγικού αιφνιδιασμού , που ενέχουν το στοιχείο του διαφαινόμενου δυναμικού αντικτύπου (φαινόμενο Grey Swans).

    Η αναθεωρητική τουρκική απειλή, λαμβάνει τα χαρακτηριστικά ιδιότυπης πολιορκίας και συνίσταται σε δύο άξονες: στην απόκτηση περιφερειακών ερεισμάτων για να λειτουργήσουν ως δυνητικοί αντιπρόσωποι-πληρεξούσιοι (proxies-surrogates) της Άγκυρας και στην υιοθέτηση σύγχρονων υβριδικών δογμάτων προς την κατεύθυνση δημιουργίας πλεγμάτων άρνησης πρόσβασης και πρόσβασης περιοχής (anti-access/areadenial).

    Ο πρώτος άξονας περιλαμβάνει πολιτική στήριξη καθεστώτων, πολιτισμική συνεργασία και διείσδυση, επιθετικές διπλωματικές πρωτοβουλίες, εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών, εμπορικές συμφωνίες, απόκτηση στρατιωτικών βάσεων και παροχή στρατιωτικών συμβούλων και παραστρατιωτικών ομάδων, ενώ ο δεύτερος επικουρεί τον πρώτο, με χρήση μη επανδρωμένων αεροχημάτων, πυραυλικής τεχνολογίας μέσου και μεγάλου βεληνεκούς στο πλαίσιο ενός δικτυοκεντρικού πολέμου υπεροχής.

    Η ελληνική στρατηγική απόκρουσης του τουρκικού αναθεωρητισμού ως προς τον πρώτο άξονα εδράζεται, πρωτίστως στην εξωτερική εξισορρόπηση, στην σύμπηξη περιφερειακών συμμαχιών προς υποστήριξη των ελληνικών διπλωματικών θέσεων βάσει αμοιβαίων συμφερόντων.

    Ήδη έχουν αναληφθεί μεγάλης κλίμακας διπλωματικές πρωτοβουλίες και έχουν επιτευχθεί συμφωνίες στο πλαίσιο των συμμαχικών σχημάτων με χώρες κορωνίδες του Αραβικού Κόσμου (Αίγυπτος-Σαουδική Αραβία-ΗΑΕ), το Ισραήλ, ενώ έπεται η Ινδία.

    Η πρόσφατη σημαντική ελληνική διπλωματική κινητικότητα, αφενός επενδύει στις αντι-συσπειρώσεις που προκαλεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός αφετέρου χαρακτηρίζεται απόπροβλεψιμότητα και είναι απολύτως ταυτισμένη με την διατήρηση του status quo, νοούμενο όχι μόνο ως τήρηση των υφιστάμενων συνθηκών αλλά και ως αδιάλειπτη συνέχεια των δεδομένων (Κανόνων-Νορμών) της διεθνούς τάξης που εγκαθιδρύθηκε με την περίφημη "συναίνεση της Ουάσιγκτον" από το 1945.

    Μολονότι οι ανωτέρω πρωτοβουλίες είναι εξόχως σημαντικές και επιβεβλημένες, απαιτείται περαιτέρω εμβάθυνση και ένας "οδικός χάρτης" (roadmap) που θα επιφέρει απτά αποτελέσματα σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.

    Αναφορικά με τον δεύτερο άξονα, η εσωτερική εξισορρόπηση (ανάπτυξη δυνατοτήτων ΕΔ) περιλαμβάνει την απόκτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων και στους τρεις κλάδους με στόχο την ανάκτηση της στρατιωτικής ισορροπίας. Παραταύτα, απουσιάζει ένα καθολικό δόγμα πολυφασικής μάχης (full spectrum war fare) με έμφαση στην δημιουργία ασύμμετρου πλεονεκτήματος (asymmetric advantage). Η απόκτηση οπλικών συστημάτων από μόνη της δεν εγγυάται την Αποτροπή.

    Ο κίνδυνος που ελλοχεύει για την ελληνική πλευρά εδράζεται στην εδραιωμένη αντίληψη και νοοτροπία που συνδέεται με την περίφημη "παγίδα του status quo", ήτοι την επιμονή σ ένα στάσιμο-παρωχημένο μοντέλο της ανάγνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος με τους όρους πρότερων δεκαετιών που προϋποθέτει προβλέψιμες στρατηγικές προσεγγίσεις των δρώντων και συγκεκριμένες ορθολογικές επιταγές και επιλογές των εμπλεκομένων.

    Προκρίνεται εν προκειμένω, μια ενεργητική στρατηγική προσέγγιση βασισμένη στη συγκυρία του "βροντερού παρόντος" και ένα πλάνο διπλωματικής δράσης που προϋποθέτει ήπια εξισορρόπηση (soft balancing) της τουρκικής απειλής, ευελπιστώντας ότι οι ΗΠΑ θα ανακτήσουν τον καθοριστικό ρόλο τους στη περιοχή και θα αποτρέψουν ακραίες τουρκικές επιθετικές ενέργειες, παράλληλα με δράσεις της Ε.Ε που θα πιέσουν και θα στρέψουν δυνητικά την Τουρκία συμμορφώνοντάς την , σε πιο αποδεκτή στρατηγική συμπεριφορά.

    Τουτέστιν, παραβλέπεται η σημαντική μεταβολή του διεθνούς συστήματος την τελευταία δεκαετία και αγνοείται η επίδραση των τεκτονικών αλλαγών στην διεθνή και περιφερειακή ασφάλεια.

    Η τρέχουσα σύρραξη στο Αρτσάχ, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη τουρκική επιθετικότητα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, και η αναιμική αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων εμπεδώνουν τη μετάβαση του διεθνούς συστήματος σ ένα υβριδικό πολυπολικό σύστημα, στο οποίο αρχίζουν και δημιουργούνται προϋποθέσεις για νέες σφαίρες επιρροής, ενώ καθιερώνεται ολοένα και περισσότερο η ανοχή στην χρήση της στρατιωτικής ισχύος.

    Η τελευταία συνάντηση κορυφής της Ευρωατλαντικής Συμμαχίας στο Λονδίνο επιβεβαίωσε τον πολιτικό κατακερματισμό του λεγόμενου δυτικού κόσμου, απόρροια της κόπωσης των ΗΠΑ και του επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων τους, ενώ η συμπερίληψη της Κίνας στο κάδρο των στρατηγικών αντιπάλων οδηγεί τους Ευρωπαίους εταίρους σε σημαντική αναπροσαρμογή των πολιτικών επιλογών τους. 

    Καθώς ο περίφημος ευρω-ατλαντικός δεσμός ποδηγετείται από μια συναλλακτική προσέγγιση εντός των τειχών, δημιουργείται μια εικόνα παράλληλων και ασύνδετων πολιτικών εντός της Συμμαχίας, γεγονός που υπονομεύει τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

    Λαμβάνοντας υπόψη την αλματώδη άνοδο της Κίνας, τη μεταφορά του παγκόσμιου κέντρου βάρους στην Ασία, τον εσωτερικό διχασμό που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ (με τις τάσεις νεο-απομονωτισμού να καθίστανται κυρίαρχες σε σημαντικό κομμάτι των αμερικανικών ελίτ και της αμερικανικής κοινωνίας) και την πολλαπλασιαστική δυνατότητα της πανδημίας λειτουργούσης ως επιταχυντής υπαρχόντων τάσεων, τεκμαίρονται τα κάτωθι:

    Οι ΗΠΑ είτε δεν επιθυμούν διακαώς, όπως στο παρελθόν είτε δεν δύνανται λόγω της πρότερης υπερεπέκτασής τους να αναλάβουν εξ ολοκλήρου τον παγκόσμιο ρόλο τους εκ νέου, παρά τίθενται επί τάπητος νέα δεδομένα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική που άπτονται της πραγματικότητας του εσωτερικού πεδίου, συνεπώς το πλαίσιο εμπλοκής τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο περιορίζεται.

    Θα πρέπει να επισημανθεί το διαφορετικό πλαίσιο στο οποίο καλείται να ανταποκριθεί η ελληνική πλευρά, που απέχει παρασάγγας απ’ το αντίστοιχο της πρώιμης μεταψυχροπολεμικής εποχής, όταν ο δυτικός κόσμος ήταν συμπαγής υπό την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και διαμόρφωνε αποτελέσματα ανεμπόδιστος.
    Η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα θα καθοριστεί και από τον βαθμό "πυγμής" που θα επιδείξουν τα έθνη-κράτη σ’ ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Τα κράτη επανακαθορίζουν στόχους και προτεραιότητες, κινούμενα στην ευόδωση των εθνικών συμφερόντων τους strictosensu και με όλα τα μέσα, σ’ ένα περιβάλλον ευρείας αλληλεξάρτησης, όπου τα αποτελέσματα συν- καθορίζονται από την αλληλεπίδραση δικτύων επιρροής που αφορούν κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες.

    Η "παγίδα του status quo" που κατατρέχει το πολιτικό σύστημα της χώρας δύναται να οδηγήσει σε καλλιέργεια ευσεβών πόθων και την ελληνική στρατηγική σε μη ρεαλιστικές ατραπούς, καθιστώντας την χώρα ευάλωτη σε στοχεύσεις τρίτων.

    Προβλεψιμότητα, Ρίσκο και "Μικρά Βήματα"

    Η προβλεψιμότητα αποτέλεσε και αποτελεί το βασικό mottoτης ελληνικής στρατηγικής ιδίως στο πλαίσιο της εξωτερικής εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής. Αναφορικά με την σύναψη συμμαχιών, η ανωτέρω λογική εδράζεται στην παραδοχή πως η προβλεψιμότητα ενισχύει την αξιοπιστία στο πλαίσιο σύναψης συμμαχιών, γεγονός απολύτως αληθές, εφόσον όμως ισχύουν τα εξής δεδομένα:

    Να υφίσταται ένα διεθνές σύστημα ισχυρών πόλων-κυρίως διπολικό(όπως αυτό του Ψυχρού Πολέμου), να υπάρχει ηγεμονική σταθερότητα καθώς και ισχυροί θεσμοί που θα διατηρούν την συνοχή εντός της συμμαχίας. Όλα τα παραπάνω ίσχυαν απολύτως τόσο την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου με το ΝΑΤΟ πανίσχυρο και τις ΗΠΑ εγγυητές της ασφάλειας του δυτικού κόσμου, όσο και κατά την πρώιμη Μεταψυχροπολεμική Εποχή, όπου οι ΗΠΑ απολάμβαναν την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία σε παγκόσμιο επίπεδο, καθορίζοντας αποτελέσματα.

    Στο λυκαυγές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα δεν ισχύει κανένα απ’ τα παραπάνω αξιώματα-τουλάχιστον στον βαθμό που απαιτείται για να καθίσταται ο μικρότερος σύμμαχος απολύτως προβλέψιμος και να ακολουθεί στρατηγική απολύτου σύμπλευσης.

    Αντιθέτως, ευνοούνται σχήματα συνεργασίας επ’ αμοιβαία ωφελεία και το περιθώριο (range) αυτονομίας των μεσαίων ή μικρότερων κρατών διευρύνεται.

    Θα πρέπει να σημειωθεί πως η προβλεψιμότητα ταυτίζεται με την απροθυμία ανάληψης ρίσκου (riskaversion)και εντάσσεται στην πεπατημένη καταφυγή των ελληνικών κυβερνήσεων σε λογικές κλιμακούμενης δέσμευσης (escalation of commitment) ή παρατεταμένου κόστους (sunk cost fallacy).

    Το αίτιο αυτής της προσέγγισης, πρέπει να αναζητηθεί αρχικά στις λεγόμενες πελατειακές σχέσεις (patron-clientrelations) στο πλαίσιο της σύναψης συμμαχιών και στην νοοτροπία του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος που απορρέει από τον ρόλο του στο ανωτέρω πλαίσιο, καθώς επιδιώκει την μεταφορά των βαρών σε τρίτους με αντιστάθμισμα βραχυπρόθεσμα κέρδη.

    Επιπρόσθετα, ελλείψει ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού και κουλτούρας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκλωβίζεται σε μια επιφυλακτική στρατηγική προσέγγιση "μικρών βημάτων" (small steps approach), με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, με ανακλαστική και αμυντική χρήση της διπλωματίας χωρίς απώτερο στρατηγικό στόχο (ultimate strategic objective), ήτοι την ανάσχεση της Τουρκίας και χωρίς τις συνεπαγόμενες στρατηγικές επιλογές.

    Ακολούθως, οι ελληνικές στρατηγικές κινήσεις εν τέλει υπαγορεύονται από την εδραιωμένη πεποίθηση των ιθυνόντων και διαμορφωτών αποφάσεων πως η Άγκυρα απομονώνεται διεθνώς εξαιτίας της επιθετικής συμπεριφοράς της, γεγονός που καθιστά ευεπίφορο το έδαφος για μια διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων του διεθνούς δικαίου, ρυμουλκώντας εν τέλει την Τουρκία σε προβλέψιμες και ασφαλείς ατραπούς, πιθανόν και με μια αλλαγή ηγεσίας.

    Ως εκ τούτου, είναι σαφής η άκαμπτη εμμονή της ελληνικής πλευράς στη κλιμακούμενη δέσμευση των τετριμμένων και παρωχημένων στρατηγικών επιλογών διευκόλυνσης (facilitation-accommodation) της Άγκυρας και αποφυγής σκληρότερων μέτρων εναντίον της, ευελπιστώντας αυτή να παραμείνει εντός της ευρω-ατλαντικής αρχιτεκτονικής περιορισμένη.

    Η ανωτέρω ανεδαφική ,ουτοπική και επικίνδυνη αντίληψη, συνεχίζει να ταλανίζει την ελληνική στρατηγική, καθώς αγνοεί κατά παράδοξο τρόπο την αναβαθμισμένη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας εντός ΝΑΤΟ, ενώ ως προς τον περιορισμό του τουρκικού αναθεωρητισμού, παραγνωρίζονται η εγγενής φύση του (την θεωρία της Γαλάζιας Πατρίδας την ενστερνίζονται άπαντα τα τουρκικά κόμματα πλην του κουρδικού) και το γεγονός της αυτονόμησης της Τουρκίας εντός πλαισίου ΝΑΤΟ στον 21ο αιώνα.

    Εν κατακλείδι, οι σημαντικές ελληνικές διπλωματικές πρωτοβουλίες και η αναβάθμιση των ελληνικών ΕΔ για να καταστούν αποτελεσματικές ως προς την αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας, οφείλουν να συμβαδίσουν με την ορθή ανάγνωση του διεθνούς και περιφερειακού περιβάλλοντος ασφάλειας. Ελλείψει στρατηγικού σχεδιασμού και στρατηγικής κουλτούρας επικράτησης, καθίστανται όμως αποσπασματικές και ανεδαφικές.

    * Ο κ. Κων/νος. Θ Λαμπρόπουλος είναι Στρατηγικός Αναλυτής, Εταίρος του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας της Γενεύης

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων