Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 20-Αυγ-2020 00:03

    Συστηματική αλλαγή των κινήτρων για την επόμενη ημέρα της οικονομίας

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Νίκου Βέττα*

    Οι εξελίξεις στο µέτωπο της πανδηµίας επιβεβαιώνουν πως το υγειονοµικό πρόβληµα δεν εξαλείφεται γρήγορα και οι πιέσεις στην παγκόσµια οικονοµία θα επιµείνουν, βαθαίνοντας την ύφεση και στη δική µας. Η ένταση των προβληµάτων µε τη γείτονα κάνει φανερό πως υπάρχουν πολλαπλοί λόγοι να έχει µια χώρα ισχυρή και αξιόπιστη οικονοµία. Η δηµογραφική δυναµική δείχνει πως, χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, η νέα γενιά θα κληθεί να φέρει ένα ακραία δυσβάσταχτο βάρος, µε τρόπο που και το ισοζύγιο µετανάστευσης θα επιδεινώνεται ως αποτέλεσµα. Ενώ, θα είναι σηµαντικό λάθος να ξεχνά κανείς το πολύ υψηλό δηµόσιο χρέος που διαχρονικά θα πρέπει να διαχειρίζεται η οικονοµία µας. Συνολικά, προκύπτει πως ο εφησυχασµός δεν µπορεί να είναι αποδεκτή επιλογή. Αν και η ενδυνάµωση µιας οικονοµίας στην πράξη µπορεί να γίνεται σταδιακά, σήµερα υπάρχει τόσο ανάγκη όσο και ευκαιρία για αποφασιστικές κινήσεις.

    Πόσο εύκολα µπορεί όµως να αλλάξει µια οικονοµία; Τα ελλείµµατα στην παραγωγικότητα αλλά και στην προσέλκυση κεφαλαίου και εργασίας είναι µεγάλα και έχουν βάθος ετών. Η απόκλιση από τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονοµίες µε ανάλογα βασικά χαρακτηριστικά είναι συστηµατική, όταν επιπλέον και η ίδια η Ευρώπη έχει έλλειµµα ανταγωνιστικότητας σε σύγκριση µε άλλες, πιο δυναµικές, περιοχές του πλανήτη. Είναι εφικτή µια πορεία ουσιαστικής αλλαγής ή το κόστος την καθιστά οικονοµικά ανώφελη και πολιτικά ανέφικτη; Και από πού θα ήταν προσφορότερο να αρχίσουν οι αλλαγές;

    Το µέγεθος των προκλήσεων και η απόσταση που πρέπει να καλυφθεί είναι τέτοια που η µόνη κατάλληλη λύση είναι ένας αναπτυξιακός σχεδιασµός που προχωρά σε συστηµατική αλλαγή των κινήτρων. Όπως και σε κάθε ελεύθερη χώρα και οικονοµία, ούτε η ανάπτυξη ούτε οι συµπεριφορές, στην παραγωγή και στην κατανάλωση, διατάσσονται κεντρικά. Αυτό που µπορεί να κάνει η οικονοµική πολιτική, όµως, είναι να διαµορφώνει κίνητρα, ώστε η συµπεριφορά των οικονοµικών µονάδων, νοικοκυριών, επιχειρήσεων, δηµόσιων υπηρεσιών να κινείται σε κατεύθυνση τέτοια ώστε συνολικά να δηµιουργείται υψηλότερη ευηµερία. Η οικονοµική πολιτική δεν µπορεί να υπαγορεύει λεπτοµερώς. Πρέπει ουσιαστικά να είναι µια σειρά από λίγους έξυπνους µοχλούς που συνδυαστικά θα απελευθερώνουν την παραγωγική δύναµη της οικονοµίας.

    Αυτή η κρίσιµη σχέση ανάµεσα στα κίνητρα, θετικά ή αρνητικά, και στην οικονοµία έχει σε έναν πολύ µεγάλο βαθµό υποτιµηθεί στην περίπτωση της χώρας µας, ακόµη και µέσα από τα τρία προγράµµατα προσαρµογής. ∆ιαδοχικές παρεµβάσεις διόρθωσαν σωρευτικά ανισορροπίες στα δηµοσιονοµικά, το εµπορικό ισοζύγιο, την ανταγωνιστικότητα κόστους ή το τραπεζικό σύστηµα. Πολλές φορές όµως δηµιουργούσαν και κίνητρα που αντιµάχονταν τις προοπτικές ανάπτυξης µεσοπρόθεσµα. Στη φορολογία, για παράδειγµα, δεν αρκεί να συλλέγονται τα απαραίτητα συνολικά έσοδα ούτε έχει σηµασία µόνο ο µέσος όρος της επιβάρυνσης. Αν λίγοι φορολογούµενοι και εισοδήµατα επιβαρύνονται υπερβολικά, τότε αυτά θα µετακινηθούν στην παραοικονοµία ή στο εξωτερικό ή δεν θα υπάρξει η αντίστοιχη εργασία. Στο ασφαλιστικό, δεν είναι λύση απλώς η συνολική δαπάνη των συντάξεων να προσαρµόζεται κάθε λίγα χρόνια στους, συνήθως αδύναµους, ρυθµούς ανάπτυξης της οικονοµίας ή να αυξάνονται οι εισφορές.

    Αν οι εργαζόµενοι δεν πιστεύουν πως πληρώνοντας υψηλότερες εισφορές θα ωφεληθούν στο µέλλον, θα προσπαθήσουν να τις αποφύγουν. Στην παραγωγή, αν οι κανόνες δεν είναι απλοί και σταθεροί, οι επιχειρήσεις δεν θα προχωρούν στις επενδύσεις και την καινοτοµία που χρειάζονται για εξαγωγές αλλά θα δραστηριοποιούνται µε γνώµονα το πολύπλοκο και µεταβαλλόµενο ρυθµιστικό πλαίσιο. Στον δηµόσιο τοµέα, δεν αρκεί µόνο εξορθολογισµός της συνολικής δαπάνης. ∆ικαστές, καθηγητές, γιατροί ή στελέχη της διοίκησης είναι αναµενόµενο να µην καταβάλουν την αναµενόµενη προσπάθεια αν αυτή δεν εντάσσεται σε µια αποτελεσµατική δοµή και στρατηγική και δεν ανταµείβεται.

    Ενδεχοµένως, τα παραπάνω είναι σε έναν βαθµό προφανή. Όµως η δοµή του κράτους και της οικονοµίας µας τα αγνοεί συστηµατικά ή τα καταστρατηγεί. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, αυτή η παθογένεια δηµιουργεί σήµερα ένα παράθυρο ευκαιρίας και ελπίδα. Κατά αντιδιαστολή, η ριζική απλούστευση των κανόνων και διαδικασιών, έτσι ώστε να αρθούν τα αντικίνητρα για παραγωγή και εργασία, µπορεί να απελευθερώσει άµεσα ισχυρές δυνάµεις µέσα στη χώρα. Μπορεί, επίσης, να προσελκύσει φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο από το εξωτερικό καθιστώντας τη χώρα πόλο έλξης. Η στήριξη από ευρωπαϊκούς πόρους και η ύπαρξη ενός δηµοσιονοµικού περιθωρίου, έστω µικρού και παροδικού, µπορούν να χρησιµοποιηθούν αρχικά για να θέσουν τα κατάλληλα θετικά κίνητρα και να υποδειχθούν καταλυτικής σηµασίας σε αυτήν τη διαδικασία.

    Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει σταθερή και καθαρή στόχευση. Αυτή πρέπει να αφορά τρία σηµεία όπου υπάρχει συστηµατικό έλλειµµα. Παραγωγικότητα, συµµετοχή στην εργασία και προσέλκυση επενδύσεων. Βραχυχρόνια υπάρχουν ανεξάρτητες πολιτικές που ενθαρρύνουν τη γρηγορότερη προσέλκυση εργασίας και κεφαλαίου, ιδίως σε µια οικονοµία µε µεγάλο παραγωγικό κενό όπως η δική µας. Μεσοπρόθεσµα, και συνολικά, το κλειδί είναι η ισχυρή αύξηση της παραγωγικότητας. Εφόσον είναι προϋπόθεση για την αύξηση των εισοδηµάτων, πρέπει να τεθεί ως κεντρικός και απαρέγκλιτος στόχος της οικονοµικής πολιτικής στη χώρα παρά τις επιµέρους διαφορές που εύλογα θα υπάρχουν στην πορεία.

    Άλλωστε, η ευρύτερη συναίνεση για τις βασικές αλλαγές και η διαχρονική συνέπεια στη στόχευση των πολιτικών είναι καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία τους. Αλλαγές στο σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης, εκπαίδευσης, υγείας ή δηµόσιας διοίκησης δεν µπορεί να αφορούν µόνο µια κυβέρνηση, ο σχεδιασµός της οποίας θα ανατραπεί από την επόµενη. Το ίδιο για την πραγµατική απελευθέρωση των αγορών, ώστε να υπάρχει ανταγωνισµός και καινοτοµία. Η ευρύτερη συνειδητοποίηση του µεγέθους του προβλήµατος, είναι κρίσιµη, όπως και το παράδειγµα πολλών οικονοµιών που άλλαξαν κατεύθυνση σε λίγα µόνο χρόνια. Μικρές όπως της Φινλανδίας που διαµόρφωσε εµπορικό πρότυπο στη βάση και της εκπαίδευσης, µεσαίες, όπως της Ολλανδίας που προώθησε την καινοτοµία σε επιχειρήσεις και αποτελεσµατικό κράτος, ή µεγάλες όπως της Γερµανίας ενόψει της ενοποίησης και κοινού νοµίσµατος.

    *Ο κ. Βέττας είναι Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ