Συνεχης ενημερωση

    Πέμπτη, 25-Ιουν-2020 00:05

    Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσα από το πρίσμα της τουρκικής κοινής γνώμης

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Αθανάσιου Μανή 

    Τους τελευταίους μήνες εξελίσσεται ένα διπλωματικό και στρατιωτικό μπρα ντε φερ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε ανώτατο επίπεδο που λαμβάνει τη μορφή χιονοστιβάδας, κυρίως εξαιτίας της υπογραφής του τουρκολιβυκού μνημονίου στις 27 Νοεμβρίου του 2019 για τον καθορισμό των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης στην Ανατολική Μεσόγειο. H Τουρκία προχώρησε ένα βήμα ακόμα στα τέλη Μαΐου με την ανάρτηση χάρτη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τις διεκδικούμενες περιοχές, ενώ ο Ανώνυμος Συνεταιρισμός Πετρελαίων της Τουρκίας (TPAO) υπέβαλε αίτημα για την έγκριση 7 αδειών έρευνας. Από τη στιγμή αυτή και μετά, ο χρόνος έχει αρχίσει να μετρά αντίστροφα τόσο για την τουρκική ηγεσία, η οποία καλείται εντός περίπου 3 μηνών να υλοποιήσει το αίτημα του TPAO, όσο και για την ελληνική, η οποία καλείται ν’ αντιδράσει απέναντι σε ενέργειες που θα πλήξουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

    Μία πτυχή που έχει ιδιαίτερη αξία να εξεταστεί αυτή την κρίσιμη περίοδο και η οποία συνήθως παραλείπεται από τις αναλύσεις είναι η κοινή γνώμη. Σε χώρες με φιλελεύθερες δημοκρατίες, η κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ αποτελούν σε μεγάλο βαθμό σημείο αναφοράς για τις κυβερνητικές πολιτικές. Ακόμα, όμως, και σε χώρες που το πολιτικό σύστημα είναι συγκεντρωτικό χωρίς τους απαραίτητους μηχανισμούς ελέγχου και εξισορρόπησης (check and balances), όπως η Τουρκία, η κοινή γνώμη αποτελεί αστάθμητο παράγοντα που μπορεί να ενισχύσει ή και να πλήξει τη δημοτικότητα ενός ισχυρού ηγέτη με άγνωστες συνέπειες για την πολιτική του επιρροή και άρα και για το πολιτικό του μέλλον.

    Mία πρόσφατη και περιεκτική έρευνα του Πανεπιστημίου Kadir Has σχετικά με τις αντιλήψεις της τουρκικής κοινής γνώμης ως προς τα ζητήματα και τις θέσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής φανερώνει μία μεικτή εικόνα με πτυχές που δημιουργούν αισιοδοξία, και άλλες που εκπέμπουν ένα μήνυμα ανησυχητικό για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων. 

    Στα αισιόδοξα σημεία μπορεί κανείς να κατατάξει κάποιες γενικές θέσεις της κοινής γνώμης ως προς την τουρκική εξωτερική πολιτική. Συγκεκριμένα, στο ερώτημα ποιο είναι το πιο σημαντικό ζήτημα για την τουρκική εξωτερική πολιτική, οι ελληνοτουρκικές διαφορές ως "Εντάσεις εξαιτίας των ενεργειακών θεμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο" παρουσιάζονται πολύ χαμηλά στον πίνακα με τα ζητήματα που προβληματίζουν τους Τούρκους πολίτες, συγκεντρώνοντας μόλις το 3,4% των απαντήσεων για το έτος 2020 (2,6% το 2019). Επιπρόσθετα, υπάρχει σημαντική πτώση των ποσοστών υποστήριξης της παρουσίας του Τουρκικού στρατού ή της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων εκτός Τουρκίας. Το ποσοστό έπεσε από το 49,6% το 2019 στο 36,8% το 2020 (διάγραμμα 1), ενώ το ποσοστό αυτών που υποστηρίζουν τις διασυνοριακές επεμβάσεις της χώρας για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας μειώθηκε από το 51,4% στο 41,2% και αυξήθηκε το ποσοστό αυτών που δεν τις υποστηρίζουν από το 32,2% στο 35,8%. 

    pin
    Πηγή: Mustafa Aydin (project coordinator), Public Perceptions on Turkish Foreign Policy, Kadir Has University, 17/06/2020,p. 30


    Η τάση αυτή αντανακλάται και στα ειδικότερα ζητήματα της Συρίας και της Λιβύης. Στην περίπτωση της Συρίας, το ποσοστό υπέρ της μη παρέμβασης και της τήρησης ουδετερότητας παραμένει αρκετά υψηλό στο 38,3% ως η πιο ενδεδειγμένη στάση και για το 2020, ενώ το ποσοστό για μονομερή στρατιωτική επέμβαση παραμένει χαμηλά στο 12,9%, αν και έχει διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019 (6,7%). Στην περίπτωση δε της Λιβύης, η οποία έχει αναχθεί σε μείζονα πτυχή της στρατηγικής Ερντογάν στην Ανατολική Μεσόγειο, η παροχή στρατιωτικής βοήθειας στη κυβέρνηση του Φαγέζ αλ Σάρατζ δεν βρίσκει σύμφωνη την πλειοψηφία της τουρκικής κοινής γνώμης με το 39,3% να τάσσεται εναντίον, το 25,3% υπέρ και το 35,4% να μην έχει άποψη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ψηφοφόροι του Κόμματος Ευημερίας και Ανάπτυξης (AKP), του κόμματος δηλαδή που υποστηρίζει τον Ερντογάν ευθέως, οι οποίοι είναι διχασμένοι ως προς το ζήτημα αυτό, αφού το 36,1% υποστηρίζει την πολιτική Ερντογάν για στρατιωτική βοήθεια, το 26,9% είναι εναντίον και το 37% δεν έχει άποψη. Επίσης, στα θετικά μηνύματα της τουρκικής κοινής γνώμης για μια πιο εποικοδομητική στάση της Τουρκίας ως προς τα προβλήματα με την Ελλάδα μπορεί εμμέσως να θεωρηθεί η εντυπωσιακή άνοδος των ποσοστών εκείνων που υποστηρίζουν τη συνεργασία με τις ευρωπαϊκές χώρες (2019: 10,4%, 2020: 21,3%) και τις ΗΠΑ (2019: 8,4%, 2020: 27,7%) κατά την εφαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. 

    Στα αρνητικά μηνύματα μπορεί κανείς αρχικά να εντάξει τα χαμηλά ποσοστά εκείνων που θεωρούν την Ελλάδα φιλική χώρα (6,9%) και τα υψηλά ποσοστά εκείνων που τη θεωρούν απειλή για την Τουρκία (58,9%). Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι η Βρετανία (2020: 5,9%) και η Γαλλία (2020: 5,8%) έχουν χειρότερα ποσοστά από την Ελλάδα ως προς το αν θεωρούνται φιλικά προσκείμενες χώρες. Επιπλέον, η αύξηση του ποσοστού της κοινής γνώμης που αξιολογεί τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ως εχθρικές αυξήθηκε (2019: 10,4%, 2020: 14,2%), ενώ το ποσοστό αυτών που εκτιμούν ότι υπάρχει στενή συνεργασία μειώθηκε (2019: 6,1%, 2020: 4,3%). Τέλος, η επιδοκιμασία της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής για το έτος 2020 σε σχέση με το 2019 αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο που θα πρέπει να προβληματίσει. Ειδικότερα, το 38,1% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική ήταν επιτυχημένη το 2020, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2019 βρισκόταν στο 29,7%. Μεγάλη άνοδος υπήρξε στις τάξεις των ψηφοφόρων του AKP (2019: 59,3%, 2020: 68,2%) και του κόμματος της Εθνικιστικής Δράσης (MHP, 2019: 28,4%, 2020: 50%), του βασικού εταίρου του Ερντογάν στο κοινοβούλιο. 

    Αποκωδικοποιώντας  τα Αποτελέσματα για την Ελλάδα: Μια Κρυφή Προειδοποίηση και Ένα Μεγάλο Ρίσκο

    Το μήνυμα που στέλνει η τουρκική κοινή γνώμη ως προς τα ελληνοτουρκικά δεν είναι εναργές με την πρώτη ανάγνωση των αποτελεσμάτων και σε κάποια σημεία του είναι αντιφατικό. Ίσως αυτό να επιτρέπει ακόμα στον Ερντογάν να κινείται με σχετική άνεση στην πολιτική σύγκρουσης που έχει επιλέξει με την Ελλάδα. Η χώρα διατηρεί ένα αρκετά χαμηλό ποσοστό θετικής παρουσίας στην Τουρκία, ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αντιμετωπίζονται από την πλειονότητα των συμμετεχόντων ως προβληματικές.Ταυτόχρονα, η γενική εικόνα που έχουν οι ψηφοφόροι του AKP και του ΜHP για την εξωτερική πολιτική που ακολουθεί η ηγεσία της Τουρκίας είναι αρκετά θετική και σίγουρα πιο θετική από το 2019.

    Παρόλα αυτά, κοιτώντας τη μεγάλη εικόνα και αναλύοντας περισσότερα ποσοτικά στοιχεία μπορεί κανείς να εξάγει μια κρυφή προειδοποίηση της τουρκικής κοινής γνώμης προς την ηγεσία της Τουρκίας σε μεσοπρόθεσμη βάση. Συγκεκριμένα, υπάρχει μια διαφαινόμενη δυναμική σ’ ένα μεγάλο ποσοστό της κοινής γνώμης, το οποίο περιλαμβάνει και ψηφοφόρους του AKP στην περίπτωση της εμπλοκής της Τουρκίας στη Λιβύη, το οποίο εκφράζει είτε την αντίθεσή του, είτε την κόπωσή του ως προς την αυξανόμενη εμπλοκή και κυρίως την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της περιφερειακής πολιτικής της Τουρκίας.

    Στην περίπτωση της Συρίας, επιζητά την ουδετερότητα και τη μη επέμβαση και στην περίπτωση της Λιβύης τη μη στρατιωτικοποίηση της τουρκικής εμπλοκής. Ταυτόχρονα, ένα διογκούμενο ποσοστό ζητά τη συνεργασία της Τουρκίας με ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και με τις ΗΠΑ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η διαφαινόμενη σκλήρυνση της σύγκρουσης Ελλάδας-Τουρκίας από τον Σεπτέμβριο, εφόσον η Τουρκία επιλέξει να προβεί σε παράνομες έρευνες πετρελαίου στη βάση του τουρκολιβυκού μνημονίου, και η συνεπακόλουθη σκλήρυνση της σύγκρουσης Τουρκίας με χώρες της Δύσης, όπως με τη Γαλλία, τη Γερμανία και εν μέρει με τις ΗΠΑ, αποτελούν πιθανά σημεία τριβής της τουρκικής ηγεσίας με ένα μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινής γνώμης με απροσδιόριστο πολιτικό κόστος για την ίδια. Το ζήτημα είναι εάν αυτό το πιθανό κόστος αξιολογείται ως σημαντικό και από την ηγεσία της Τουρκίας. Ο χρόνος θα δείξει.

    * Ο κ. Αθανάσιος Μανής είναι Ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ