Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 24-Ιουλ-2019 04:39

    Εισφορά παροχής πίστωσης: Γιατί πρέπει να επανεξεταστεί

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Μάρθας Παπασωτηρίου

    Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 128/1975,  η παροχή πιστώσεων από τα πιστωτικά ιδρύματα επιβαρύνεται κατά κανόνα, με την ειδική εισφορά του ν. 128/1975, που αποτελεί ουσιαστικά έμμεσο φόρο και βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα.  Επιβάλλεται στις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και είσπραξης τόκου. 

    Δημόσιο έσοδο

    Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις Τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ειδικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. 

    Πώς υπολογίζεται

    Η επιβάρυνση που επιβάλλεται σήμερα στα επιτόκια των καταναλωτικών και των επιχειρησιακών δανείων είναι 0,60% ενώ στα στεγαστικά δάνεια 0,12%.  

    Η εισφορά υπολογίζεται με βάση τα μέσα μηνιαία υπόλοιπα των χορηγήσεων και καταβάλλεται κάθε μήνα, με ημερομηνία αξίας (valeur) την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνο στον οποίο αναφέρονται τα στοιχεία.

    Με το βλέμμα στην ενίσχυση των εξαγωγέων

    Η συγκεκριμένη εισφορά είχε επιβληθεί το 1975 ως μία ποσοστιαία επιβάρυνση στα πάσης φύσεως επιτόκια καταναλωτικών, επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων. Σκοπός της εν λόγω εισφοράς του Ν. 128/75 ήταν να δημιουργηθεί ένα απόθεμα για την ενίσχυση του δανεισμού των εξαγωγικών επιχειρήσεων ώστε να γίνουν πιο ανταγωνιστικές οι εξαγωγές της χώρας εκείνη την περίοδο.

    Αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο

    Παρόλο που σήμερα και με βάση το κοινοτικό δίκαιο, απαγορεύεται η πριμοδότηση με αυτό τον τρόπο οποιασδήποτε επιχείρησης στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης, η εν λόγω εισφορά δεν έχει καταργηθεί.

    Επέκταση και στις ξένες τράπεζες

    Τουναντίον, η επιβολή της εισφοράς δεν καλύπτει μόνο τα ημεδαπά πιστωτικά ιδρύματα αλλά επεκτείνεται και στα αλλοδαπά, όταν αυτά χρηματοδοτούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα για υποβολή φορολογικής δήλωσης στην Ελλάδα. 

    Σε αυτή την περίπτωση, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος, Έλληνας φορολογικός κάτοικος.  Με τη ρύθμιση αυτή εξομοιώνονται οι δανειστικές συμβάσεις πιστωτικών ιδρυμάτων ανεξαρτήτως έδρας εφόσον οι αντισυμβαλλόμενοι είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας.

    Περαιτέρω, μετά την ψήφιση του Ν.  4607/2019, η εισφορά του Νόμου 128/1975 επιβάλλεται πλέον και στις πιστώσεις που χορηγούνται από χρηματοδοτικά (και όχι μόνο πιστωτικά) ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό.  Ειδικά για ταχρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού οι νέες διατάξεις ορίζουν ρητά ότι η εισφορά του Νόμου 128/1975 βαρύνει μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα για υποβολή φορολογικής δήλωσης.

    Η νομιμότητα της μετακύλισης στον αντισυμβαλλόμενο

    Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και όπως ήδη γνωρίζουμε,  και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η μετακύλιση της εισφοράς στον αντισυμβαλλόμενο των πιστωτικών και πλέον και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Το ζήτημα αυτό δεν έχει αντιμετωπισθεί ενιαία από τη  νομολογία, καθώς υπάρχουν αποφάσεις που συναινούν στην νομιμότητα της μετακύλισης και άλλες που κρίνουν την διάταξη καταχρηστική και αντίθετη στο πνεύμα του Ν. 128/1975.

    Ζήτημα αντισυνταγματικότητας

    Επίσης, μέρος της θεωρίας θεωρεί μη συνταγματική τη μετακύλιση της εισφοράς στο δανειολήπτη καθώς αντίκειται στον επιδιωκόμενο σκοπό της διάταξης, η οποία συνίσταται ακριβώς στην ενίσχυση του τηρούμενου από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινού λογαριασμού για την επιστροφή τόκων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις και ουσιαστικά στην ενθάρρυνση της εξαγωγικής δραστηριότητας της χώρας. Περαιτέρω, δεν συνάδει με τη φύση της συναλλακτικής σχέσης με το πιστωτικό ίδρυμα και τα εννοιολογικά στοιχεία της πιστωτικής σύμβασης. Σύμφωνα άλλωστε με το γράμμα της διάταξης της παρ.3 του άρθρ.1 ν.128/1975, τα πιστωτικά ιδρύματα (και όχι ο δανειοδοτούμενος) βαρύνονται με την εν λόγω εισφορά.

    Κατά τη γνώμη μας, η επιβολή της εισφοράς με αυτή τη μορφή θα πρέπει να επανεξεταστεί στα πλαίσια της φύσης των συναλλαγών στις οποίες πρέπει εν τέλει να επιβάλλεται και με γνώμονα πάντα την προστασία του καταναλωτή.

    * Η κα Μάρθα Παπασωτηρίου είναι Partner / Head of Tax, Lawyer, Andersen Tax in Greece
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων