Δευτέρα, 19-Ιαν-2026 07:30
Φυλλορροούν τα ενεργειακά έσοδα του Πούτιν - Πτώση 24% και χαμηλό πενταετίας το 2025
Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σημαντικό πλήγμα δέχθηκαν το 2025 τα ενεργειακά έσοδα της Ρωσίας, αποκαλύπτοντας τα όρια αντοχής του μοντέλου χρηματοδότησης της ρωσικής οικονομίας και –κυρίως– της πολεμικής μηχανής του Κρεμλίνου. Τα φορολογικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, τον βασικό αιμοδότη του ρωσικού προϋπολογισμού, υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών, καταγράφοντας πτώση 24% σε ετήσια βάση.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών, τα συνολικά έσοδα από φόρους πετρελαίου και φυσικού αερίου ανήλθαν το 2025 σε 8,48 τρισ. ρούβλια, δηλαδή περίπου 108 δισ. δολάρια. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ρωσία βρίσκεται ήδη στον πέμπτο χρόνο του πολέμου στην Ουκρανία και έχει αυξήσει δραστικά τις στρατιωτικές της δαπάνες, πολύ πάνω από τους αρχικούς σχεδιασμούς.
Η μεγαλύτερη αιμορραγία καταγράφεται στον τομέα του πετρελαίου. Τα έσοδα μειώθηκαν κατά περισσότερο από 22% σε σχέση με το 2024, υποχωρώντας στα 7,13 τρισ. ρούβλια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2023. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν αφενός η υποχώρηση των διεθνών τιμών και αφετέρου οι αυξημένες εκπτώσεις που αναγκάστηκε να προσφέρει η Μόσχα για να διατηρήσει αγοραστές.
Ενδεικτικό είναι ότι η μέση τιμή του Urals, του βασικού ρωσικού εξαγώγιμου αργού για φορολογικούς σκοπούς, διαμορφώθηκε το 2025 στα 57,65 δολάρια το βαρέλι, μειωμένη κατά 15% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το πρόβλημα εντάθηκε από τον Νοέμβριο και μετά, όταν οι ΗΠΑ ενέταξαν στη "μαύρη λίστα" δύο κολοσσούς του ρωσικού πετρελαϊκού τομέα, τη Rosneft και τη Lukoil.
Από εκείνο το σημείο και έπειτα, το discount του Urals έναντι του Brent διευρύνθηκε έως και τα 27 δολάρια το βαρέλι στο σημείο εξαγωγής, καθώς οι αγοραστές απαιτούσαν ισχυρά οικονομικά κίνητρα για να συνεχίσουν τις συναλλαγές υπό το βάρος των κυρώσεων και των χρηματοοικονομικών περιορισμών.
Παράλληλα, τα έσοδα από το φυσικό αέριο παραμένουν υπό πίεση, καθώς οι εξαγωγές προς την Ευρώπη κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα μετά τη ρήξη με την ΕΕ. Οι εναλλακτικές αγορές στην Ασία δεν επαρκούν για να αναπληρώσουν τις απώλειες, ενώ τα έργα νέων αγωγών και LNG απαιτούν χρόνο, κεφάλαια και τεχνολογία που δεν είναι πλέον εύκολα προσβάσιμα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά το γεγονός ότι η Ρωσία παραμένει ένας από τους τρεις μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως και διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο, το ενεργειακό της πλεονέκτημα μετατρέπεται σταδιακά σε πηγή δημοσιονομικής αστάθειας.
Η πτώση των ενεργειακών εσόδων έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή για το Κρεμλίνο. Οι στρατιωτικές δαπάνες αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, δημιουργώντας ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ εσόδων και δαπανών. Για να καλύψει το κενό, η κυβέρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει ήδη καταναλώσει πάνω από το ήμισυ του National Wellbeing Fund –του ταμείου που είχε σχεδιαστεί ως "μαξιλάρι" για οικονομικούς κραδασμούς– ενώ στρέφεται όλο και περισσότερο σε ακριβό εσωτερικό δανεισμό, ο οποίος θα βαραίνει τον ρωσικό προϋπολογισμό για χρόνια.
Εν κατακλείδι η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής: το ενεργειακό "ταμείο" της Ρωσίας δεν είναι ανεξάντλητο. Ο συνδυασμός χαμηλότερων τιμών, αυστηρότερων κυρώσεων, περιορισμένων αγορών και αυξημένων στρατιωτικών αναγκών υπονομεύει τη δημοσιονομική αντοχή της χώρας. Και όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο αυξάνεται η πίεση σε ένα μοντέλο που για δεκαετίες βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.