Συνεχης ενημερωση

    Τρίτη, 02-Ιουν-2020 00:05

    Κατά 2,9 δισ. ευρώ ή 67% συρρικνώνεται η στάθμιση της Coca-Cola HBC στον FTSE Large Cap

    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Δημοσθένη Τρίγγα

    Στις αρχές Μαρτίου το Χ.Α. ανακοίνωσε την επιβολή capping factor (ανώτατο όριο 10%) στις σταθμισμένες κεφαλαιοποιήσεις του FTSE Large Cap, με σκοπό τη μεγαλύτερη διάχυση των σταθμίσεων στην πλειονότητα των συμμετεχόντων στον δείκτη, με εφαρμογή των αλλαγών στις 22 Ιουνίου. Ποια μετοχή ωφελείται περισσότερο και ποια μετοχή θα δεχτεί τις ισχυρότερες πιέσεις; Πώς θα επηρεάσει το capping factor τις επιμέρους μετοχές του FTSE Large Cap; 

    Το capping factor ουσιαστικά είναι μια "οροφή" που καμία σταθμισμένη κεφαλαιοποίηση των επιμέρους μετοχών που απαρτίζουν τον FTSE Large Cap δεν μπορεί να υπερβεί. Ωστόσο, οι σταθμίσεις θα μπορούν να ξεπερνούν προσωρινά το 10% μέχρι και την επόμενη τακτική αναθεώρηση, η οποία θα λαμβάνει χώρα κάθε Ιούνιο και Νοέμβριο, προερχόμενη από την αύξηση της τιμής της μετοχής. Οι τελικές σταθμισμένες κεφαλαιοποιήσεις θα οριστικοποιηθούν μετά το κλείσιμο της 12ης Ιουνίου 2020. 

    Από τη μια πλευρά, ήταν η πολύ υψηλή στάθμιση της Coca-Cola HBC, περί το 1/4 του δείκτη, ενώ από την άλλη μόλις πέντε μετοχές κάλυπταν το 60,4% του δείκτη. Μετά την επιβολή του capping factor το αντίστοιχο ποσοστό συμμετοχής των πέντε μετοχών θα κατέλθει στο 47,2% και της Coca-Cola HBC στο 10%. Επίσης, σε βάθος 10 μετοχών πριν από τις αλλαγές το ποσοστό ξεπερνούσε το 79%, ενώ τώρα θα προσεγγίζει το 72%. Με αυτόν τον τρόπο ο επηρεασμός του δείκτη από μεμονωμένες μετοχές θα είναι δυσκολότερος, επιτυγχάνοντας, έτσι, μεγαλύτερη σταθερότητα από τη μεταβολή μίας μεμονωμένης μετοχής. Οι μεταβολές του δείκτη έχουν μεγάλη σημασία κυρίως σε περιόδους κλεισίματος παράγωγων προϊόντων του δείκτη FTSE Large Cap, αλλά και σε κλεισίματα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όπως τελευταίες ημέρες τριμήνου, εξαμήνου αλλά και έτους. Βέβαια, το πρόβλημα της αυξημένης συγκέντρωσης μεγάλου ποσοστού σε λίγες μετοχές δεν το έχει μόνο ο FTSE Large Cap, αλλά και άλλοι μεγάλοι παγκόσμιοι δείκτες, όπως ο S&P 500, όπου μόλις πέντε μετοχές (σε σύνολο 500) αντιστοιχούν στο 20% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του εν λόγω δείκτη. 

    Από τις μετοχές του FTSE Large Cap, η μετοχή της Coca-Cola HBC είναι ο μεγάλος ζημιωμένος, καθώς το ποσοστό της περιορίζεται στο 10%, έναντι 22,5% που ήταν πριν, ενώ και η μετοχή του ΟΤΕ περιορίζει το ποσοστό συμμετοχής της από 15% σε 10% περίπου. Οι άλλες δύο μετοχές που θα αγγίξουν το απόλυτο 10% είναι οι ΟΠΑΠ και Jumbo, που, παρά το γεγονός ότι θα μειώσουν τη συνολική σταθμισμένη κεφαλαιοποίηση που θα συμμετέχει στον δείκτη (ΟΠΑΠ από 1,77 δισ. ευρώ σε 1,47 δισ. ευρώ και Jumbo από 1,73 δισ. ευρώ σε 1,47 δισ. ευρώ) λόγω του capping factor, ως ποσοστό συμμετοχής θα αυξηθεί από το 8,99% (ΟΠΑΠ) και 8,78% (Jumbo) σε 10% και για τις δύο εταιρείες.

    Από την άλλη πλευρά, οι μετοχές των Eurobank (+1,80%), Alpha Bank (+1,43%), Motor Oil (από +1,39%), Μυτιληναίος (+1,31%) και Εθνικής Τράπεζας (+1,21%) αποτελούν την ωφελημένη πεντάδα, αφού ενισχύουν τη συμμετοχή τους στον δείκτη μετά την υποχώρηση των δύο μεγάλων (ΟΤΕ και Coca-Cola HBC) άνω του 1%. Η κατάταξη των ωφελημένων ενδέχεται να τροποποιηθεί, καθώς η τελική αναμόρφωση θα γίνει με το κλείσιμο της 12ης Ιουνίου.

    Στις δυνητικές εκροές που μπορεί να υπάρξουν από τις μεταβολές που προκαλεί το capping factor είναι και τo ΑΔΑΚ της Άλφα Asset Management ΑΕΔΑΚ, που κατέχει 132.413 μετοχές της Coca-Cola HBC και 159.291 μετοχές του ΟΤΕ, όπως διαφαίνεται από την ανακοίνωσή του στις 26 Μαΐου. Εφόσον ακολουθεί τον δείκτη FTSE Large Cap, θα πρέπει να ρευστοποιήσει περί το 67% των μετοχών της Coca-Cola HBC και το 50% των μετοχών του ΟΤΕ. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν γνωρίζουμε τον αριθμό των χαρτοφυλακίων που ακολουθούν τον εν λόγω δείκτη και, έτσι, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις εισροές-εκροές που θα παρατηρηθούν το επόμενο διάστημα. 

    Ολοκληρώνοντας, ο μέσος όρος των σταθμισμένων κεφαλαιοποιήσεων υποχώρησε κατά 25% μετά την εφαρμογή του capping factor, δείχνοντας τη συρρίκνωση της συνολικής σταθμισμένης κεφαλαιοποίησης σε σχέση με την προγενέστερη κατάσταση, ενώ, όπως ήταν αναμενόμενο, η διάμεσος παρέμεινε ο ίδιος αριθμός, αφού οι μετοχές μετά τις 4 μεγαλύτερες παρέμειναν με την ίδια κεφαλαιοποίηση. Δηλαδή ναι μεν αυξήθηκε το ποσοστό συμμετοχής των υπολοίπων 21 μετοχών στον δείκτη, όμως η κεφαλαιοποίησή τους παρέμεινε σταθερή ως απόλυτο μέγεθος. 

    Τέλος, υπενθυμίζεται ότι η αναθεώρηση του FTSE Large Cap του Ιουνίου είχε αλλαγές μόνο σε δύο σταθμίσεις, Lamda Development (από 36% σε 40% νέα στάθμιση) και ΓΕΚ Τέρνα (από 86% σε 54% νέα στάθμιση). Παράλληλα, οι τρεις πρώτες επιλαχούσες σε περίπτωση αφαίρεσης μίας εταιρείας από τον FTSE Large Cap με σειρά κατάταξης είναι οι Quest Holdings, Αutohellas και ΟΛΘ.

    Οι επενδύσεις 5 δισ. ευρώ θα μεγεθύνουν την κερδοφορία, το μέρισμα, αλλά και την αξία της εταιρείας 

    ΑΔΜΗΕ: Τα ενοποιημένα συγκρίσιμα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών (εισηγμένη εταιρεία στο Χ.Α., που κατέχει το 51% των μετοχών του ομίλου ΑΔΜΗΕ) ανήλθαν σε 53,4 εκατ. ευρώ, έναντι 41,9 εκατ. ευρώ το 2018, σημειώνοντας αύξηση 28,4%. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 53,7 εκατ. ευρώ, ενισχυμένα κατά 28,4%. Πρέπει να σημειώσουμε ότι στην αυξημένη κερδοφορία συνεισέφεραν: α) η σημαντική μείωση στις αμοιβές προσωπικού, η οποία προέρχεται από τη μεταβολή της υποχρέωσης της πρόβλεψης αποζημίωσης προσωπικού λόγω συνταξιοδότησης, καθώς και της πρόβλεψης παροχής μειωμένου τιμολογίου λόγω αλλαγής στη νομοθεσία (διαφορά 28 εκατ. ευρώ προ φόρων) και β) τα μειωμένα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα (προ φόρων), καθώς από έξοδα 2,2 εκατ. ευρώ το 2018 γύρισαν σε έσοδα 7,7 εκατ. ευρώ περίπου για την ΑΔΜΗΕ, συνεισφέροντας, έτσι, στην αυξημένη κερδοφορία.

    Υπενθυμίζεται ότι ο βασικός μέτοχος της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών (η εισηγμένη εταιρεία) είναι το ελληνικό Δημόσιο με 51,12% και το fund Silchester με 12,94%. Στο πλαίσιο ιδιωτικοποίησης του ΑΔΜΗΕ, χρησιμοποιείται το μοντέλο Regulated Asset Base (RAB), με τις εταιρείες σαν τον ΑΔΜΗΕ να διαχειρίζονται τα έργα υποδομής, αναλαμβάνοντας την ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων αλλά και των λειτουργικών εξόδων. Σε αντάλλαγμα, είναι σε θέση να αυξήσουν τα έσοδα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να τους προσφερθούν κρατικές επιδοτήσεις παρά το γεγονός ότι έχουν πλέον ιδιωτικοποιηθεί. Ωστόσο, με βάση το μοντέλο RAB, η ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέρχειας) διασφαλίζει ότι οι τιμές για τις υπηρεσίες που παρέχει η εταιρεία δεν θα τεθούν σε υψηλά επίπεδα, ενώ παράλληλα θα παρέχουν κίνητρα αποδοτικότητας για την εταιρεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο καθοριστικός παράγοντας για τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών της εταιρείας είναι η βελτίωση των υποδομών. Το βασικό έσοδο της εταιρείας προέρχεται από το ενοίκιο του συστήματος μεταφοράς που εισπράττει, καθώς αποτελεί το 92% των συνολικών πωλήσεων.

    Στην τηλεδιάσκεψη που ακολούθησε τα αποτελέσματα η διοίκηση ανέφερε ότι δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα και των εσόδων του ΑΔΜΗΕ και δεν αναμένεται σημαντική μείωση των εσόδων το 2020. Στις αρχές Ιουνίου η Ariadne Interconnection θα υπογράψει συμβάσεις καλωδίων και μετατροπέων για τη διασύνδεση Κρήτης-Αττικής, ένα έργο ύψους 1 δισ. ευρώ. Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί σε 3 χρόνια. Η είσοδος στρατηγικού επενδυτή ενδέχεται να καθυστερήσει λόγω της COVID-19, σημειώνοντας ότι ο ΑΔΜΗΕ στοχεύει να διατηρήσει τον έλεγχο του έργου. Η διοίκηση της εταιρείας διερευνά ευκαιρίες στην αποθήκευση ενέργειας. Ειδικότερα, εξετάζει μια σειρά μελετών με εταιρείες σε όλο τον κόσμο με επίκεντρο τα συστήματα μεταφοράς και ο στόχος είναι να ξεκινήσει πιλοτικά έργα στην Ελλάδα προκειμένου να αξιολογηθεί η τεχνολογία και να ποσοτικοποιηθεί η θετική επίδραση της αποθήκευσης στις δραστηριότητες του ΑΔΜΗΕ. Ο ΑΔΜΗΕ εκτιμά ότι θα προβεί σε κεφαλαιακές δαπάνες ύψους 5 δισ. ευρώ μέχρι το 2028 κυρίως για διασυνδέσεις. Ανά έτος οι κεφαλαιακές ανάγκες προβλέπεται να ξεπερνούν τα 500 εκατ. ευρώ, με μικρές μεταβολές από έτος σε έτος. Το καθαρό χρέος προς το EBITDA ήταν στα 1,14 στο τέλος του 2019 και αναμένεται να φτάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε λιγότερο από 5 φορές έως το 2028. 

    Καταλήγοντας, η διοίκηση θα προτείνει στην τακτική γ.σ., την οποία έχει συγκαλέσει στις 16 Ιουλίου, τη διανομή υπόλοιπου μικτού μερίσματος ανά μετοχή 0,029 ευρώ (χρήση 2019) και μικτού προμερίσματος ανά μετοχή 0,089 ευρώ (χρήση 2020), που συνιστούν συνολική προτεινόμενη καταβολή 0,118 ευρώ ανά μετοχή, ήτοι μερισματική απόδοση 5,6% (συνολικά) ή 4,3% για το 2020. Σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, το ποσό που διανέμεται στους μετόχους ως μέρισμα ανέρχεται τουλάχιστον στο 50% επί των καθαρών ετήσιων κερδών της. Υπενθυμίζεται ότι ο ΑΔΜΗΕ συμμετέχει με 20% στο μετοχικό κεφάλαιο της Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, ο ΑΔΜΗΕ διαπραγματεύεται 6,4 φορές τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) του 2019 (ευρωπαϊκός μέσος όρος 11 φορές), ενώ η μετοχή διαπραγματεύεται 9 φορές τα κέρδη (ευρωπαϊκός μέσος όρος 15 φορές). Επιπλέον, η κινεζική εταιρεία (State Grid) έχει αγοράσει το 25% με 2,96 ευρώ ανά μετοχή (μη εισηγμένη ΑΔΜΗΕ).

    * Ο κ. Δημοσθένης Τρίγγας είναι Πιστοποιημένος Αναλυτής Μετοχών & Αγοράς, BETA Χρηματιστηριακή

    * Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Κεφάλαιο 

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ