Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 25-Σεπ-2022 16:05

    Στο ραντάρ των αγορών το νέο πολιτικό σκηνικό της Ρώμης

    99236853
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Tης Ελευθερίας Κούρταλη

    Ο Μάριο Ντράγκι έδωσε μια τονωτική ένεση στην εμπιστοσύνη των επενδυτών για την Ιταλία όταν έγινε πρωθυπουργός τον Φεβρουάριο του 2021, προχωρώντας με τις μεταρρυθμίσεις και σφυρηλατώντας μια ισχυρή σχέση με τις Βρυξέλλες. Η αποχώρησή του προσθέτει ακόμα έναν παράγοντα σε έναν αυξανόμενο κατάλογο ανησυχιών για τα εγχώρια assets, με την πιθανότητα μετάδοσης στην υπόλοιπη Ευρωζώνη να είναι σημαντική, δεδομένου και του μεγέθους της ιταλικής οικονομίας. Ένας δεξιός κυβερνητικός συνασπισμός υπό την ηγεσία της Τζόρτζια Μελόνι –και του ακροδεξιού κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας– αναμένεται ευρέως να κερδίσει τις εκλογές την Κυριακή, φέρνοντας νέα αβεβαιότητα στους επενδυτές, που ήδη ανησυχούν για την αύξηση των επιτοκίων, την ενεργειακή κρίση και μια πιθανή ύφεση. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να εγείρει αμφιβολίες για την πορεία των μεταρρυθμίσεων που αποτελούν προϋπόθεση ώστε η χώρα να λάβει πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να επιταχύνει την ανάκαμψη μετά την πανδημία.

    Οι αναλυτές προβλέπουν αυξημένη αστάθεια στην ιταλική αγορά μετοχών τις αμέσως επόμενες μέρες, ενώ οι ανησυχίες για το μεσοπρόθεσμο διάστημα είναι οι πιο έντονες, καθώς η επόμενη κυβέρνηση της Ρώμης θα αντιμετωπίσει ένα δύσκολο φθινόπωρο και οι κοινωνικές εντάσεις είναι πιθανές. Οι πολιτικοί κίνδυνοι θα πιέσουν τις ιταλικές αγορές ομολόγων, με ενδεχόμενη νέα διεύρυνση του ιταλικού spread να "χτυπά" το ευρώ, ενώ αβέβαιη είναι και η απάντηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κατά πόσο θα μπορεί να ενεργοποιηθεί το νέο εργαλείο TPI, δεδομένου του ιδιοσυγκρασιακού κινδύνου. Όλα αυτά δεν αποτελούν έναν καλό οιωνό για τις ευρωπαϊκές μετοχές γενικότερα φέτος, αλλά ούτε και για τα ομόλογα της Ευρωζώνης.

    Μέχρι στιγμής οι αγορές ήταν σχετικά ψύχραιμες σχετικά με τον εκλογικό κίνδυνο της Ιταλίας, με τους ακροδεξιούς ηγέτες να μετριάζουν τον τόνο τους κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Η Μελόνι έχει υποστηρίξει την εποικοδομητική συνεργασία με τις Βρυξέλλες. Ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της UniCredit, Έρικ Νίλσεν, είναι κάπως αισιόδοξος ότι το ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Ντράγκι θα εφαρμοστεί, κάτι που θα ήταν "καλά νέα" για τις χρηματοπιστωτικές αγορές της χώρας και όχι μόνο. Ωστόσο, με τον διορισμό ενός υπουργικού συμβουλίου πιθανότατα να πραγματοποιείται όχι νωρίτερα από τα τέλη του επόμενου μήνα, το μεγάλο τεστ της νέας κυβέρνησης θα έρθει αργότερα. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, ο διορισμός υπουργών, ιδίως αυτού που θα αναλάβει το "τιμόνι" του υπουργείου Οικονομικών, θα είναι βασικός για τις αγορές, που θέλουν ένα αξιόπιστο σχήμα για τη διαχείριση μιας οικονομίας που ιστορικά έχει επιβαρυνθεί από υψηλό χρέος.

    Société Générale: Τι μπορεί να τρομάξει τις αγορές

    "Δεδομένου ότι αναμένουμε μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση να αναλάβει τη σκυτάλη από τον Ντράγκι, και στο πλαίσιο των ήδη υψηλών αποδόσεων των ομολόγων, είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα πιο αρνητικό αποτέλεσμα", σημειώνει η Société Générale. Ωστόσο, εκτιμά ότι η νέα κυβέρνηση μπορεί να επιλέξει μια μη συγκρουσιακή στάση με την Ε.Ε., τουλάχιστον στην αρχή. 

    Πάντως, κατά την άποψή της, υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που θα μπορούσαν να αλλάξουν τις μετεκλογικές προοπτικές και να τρομάξουν περαιτέρω τις αγορές. Πρώτον, οι δημοσκοπήσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν λανθασμένες, με τρία πιθανά αποτελέσματα:

    1) Καμία απόλυτη πλειοψηφία και στα δύο σώματα για τον δεξιό συνασπισμό ή

    2) το αντίθετο: πλειοψηφία δύο τρίτων, επιτρέποντας συνταγματικές αλλαγές χωρίς δημοψήφισμα, και

    3) τα Αδέλφια της Ιταλίας κερδίζουν λιγότερες έδρες από τη Λίγκα και τη Forza Italia μαζί, κάτι που θα έδινε στα τελευταία κόμματα την επιλογή να αναζητήσουν έναν εναλλακτικό πρωθυπουργό. Τα 1) και 3) θα προκαλούσαν πολιτική αστάθεια, ενώ το 2) θα μπορούσε να εντείνει τις ανησυχίες των αγορών. 

    Δεύτερον, εάν οι δημοσκοπήσεις αποδειχθούν σωστές, η Ιταλία θα μπορούσε επίσης να αντιμετωπίσει αβεβαιότητες, που κυμαίνονται από τον σχηματισμό της κυβέρνησης (με το ποιοι θα λάβουν τις βασικές υπουργικές θέσεις) έως τη σχετική απειρία των Αδελφών της Ιταλίας στην κυβέρνηση και επίσης πιθανές εσωτερικές διαιρέσεις (συγκεκριμένα, μεταξύ Σαλβίνι και Μελόνι). Αυτό θα μπορούσε να ωθήσει τα ιταλικά spreads υψηλότερα ακόμα και μετά τις εκλογές, σημειώνει η SocGen.

    Εντάσεις με την Ε.Ε., αλλά όχι πλήρης κρίση

    Η Μελόνι και το κόμμα της είναι ανοιχτά ευρωσκεπτικιστές. Το πρόγραμμα και οι πρόσφατες δηλώσεις του δεξιού συνασπισμού το αντικατοπτρίζουν αυτό. Ωστόσο, το πρόγραμμά τους δεν απαιτεί έξοδο από το ευρώ ή ακόμα και μεγάλη αντιπαράθεση με την Ε.Ε., αλλά επιδιώκει να αναδιατυπώσει τη δέσμευση της Ιταλίας στην Ε.Ε. Ωστόσο, όπως σημειώνει η SocGen, ενδέχεται να προκύψουν εντάσεις στα εξής μέτωπα:

    - Στο δημοσιονομικό μέτωπο, καθώς το πρόγραμμά τους αφορά μη χρηματοδοτούμενες φορολογικές περικοπές (flat tax και φορολογική αμνηστία) και αυξήσεις δαπανών.

    - Οι εκταμιεύσεις του NGEU θα αποδειχθούν ένας από τους τομείς διαμάχης. Η δεξιά πλατφόρμα ζητά αναθεώρηση των όρων για τη λήψη χρημάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας – αλλά σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ε.Ε. Η Επιτροπή μπορεί να συμφωνήσει για μικρές αλλαγές, αλλά είναι απίθανο να αποδεχθεί ριζικές τροποποιήσεις. Το πιο σημαντικό, η κυβέρνηση μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόσει ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις, οδηγούμενη σε εντάσεις με την Ε.Ε., με αποτέλεσμα τη λήψη λιγότερων κεφαλαίων από το NGEU.

    - Άλλα μέτωπα είναι επίσης πιθανό να οδηγήσουν σε ένταση με την Ε.Ε., συγκεκριμένα το μεταναστευτικό.

    "Παρά την πιθανότητα εντάσεων ή/και αντιπαραθέσεων, πιστεύουμε ότι η Μελόνι θα προσπαθήσει να αποφύγει τη σύγκρουση με την Ε.Ε., ειδικά σε οικονομικά θέματα, και για τρεις λόγους:

    1) Η Ιταλία βρίσκεται ήδη στο κατώφλι της ύφεσης λόγω της ενεργειακής κρίσης,

    2) τα spreads είναι ήδη πάνω από τα επίπεδα κρίσης και

    3) το NGEU αντιπροσωπεύει έως και 1% του ΑΕΠ ανά έτος πιθανών εκταμιεύσεων μέχρι το 2026", τονίζει η SocGen. Ωστόσο, οι πολιτικές αβεβαιότητες σε συνδυασμό με μια ταχύτερη εξομάλυνση της πολιτικής της ΕΚΤ μπορεί να ωθήσουν τα spreads υψηλότερα. "To κλειδί για την αποφυγή της κατάρρευσης της αγοράς θα εξαρτάται σίγουρα από το αν μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση θα αποφασίσει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της (για το NGEU, τη δημοσιονομική πολιτική, κ.λπ.) και με τον τρόπο αυτό θα παραμείνει επιλέξιμη για το νέο εργαλείο TPI της ΕΚΤ", σημειώνει η γαλλική τράπεζα.

    Goldman Sachs: Ερωτηματικά για τη βιωσιμότητα του χρέους

    Η ιταλική οικονομία παρουσιάζει αυξανόμενα σημάδια αδυναμίας, ξεκινώντας από τον μεταποιητικό της τομέα, σημειώνει η Goldman Sachs. Αν και η κυβέρνηση αύξησε επιτυχώς τη διαφοροποίηση της προσφοράς φυσικού αερίου στην ιταλική οικονομία, επιτρέποντάς της να αναπληρώσει το 85% της εθνικής χωρητικότητας αποθήκευσης, οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν σταθερά υψηλές έως το 2023 τρίμηνο. Η ενεργειακή εξάρτηση της ιταλικής οικονομίας την καθιστά πιο ευάλωτη στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, θέτοντας καθοδικό κίνδυνο για την ήδη αναιμική ανάπτυξη το 2023, με την ύφεση να είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο, τονίζει η αμερικανική τράπεζα.

    Η παραίτηση του Ντράγκι προκάλεσε πολιτική κρίση και οδήγησε στις πρώτες φθινοπωρινές εκλογές στη χώρα από το 1919. Όμως η πολιτική αβεβαιότητα φαίνεται αρκετά περιορισμένη, καθώς μια ασυνήθιστα ομαλή εκλογική εκστρατεία αποδίδει στον κεντροδεξιό συνασπισμό, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, σημαντικό προβάδισμα. 

    Η πολιτική αβεβαιότητα, ωστόσο, παραμένει υψηλή, τονίζει η Goldman. Ενώ τα πολιτικά κόμματα έχουν υποβάλει φιλόδοξες δημοσιονομικές προτάσεις, δεν έχουν δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για το πώς σχεδιάζουν να τις χρηματοδοτήσουν. Ο κεντροδεξιός συνασπισμός έχει επικεντρωθεί σε τρεις κύριες διακριτικές προτάσεις: τον flat tax, τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και τη φορολογική αμνηστία. Εν τω μεταξύ, ο συνασπισμός της Κεντροαριστεράς πρότεινε τη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, την καθιέρωση εφάπαξ επιδόματος για τους νέους πολίτες και την αύξηση του φόρου κληρονομιάς. Και οι δύο σειρές προτάσεων έχουν παρόμοιο δυνητικό αντίκτυπο στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, έως και 2% του ΑΕΠ. Δεδομένου του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης και της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης, η Goldman πιστεύει ότι μόνο μια μικρή επιλογή από τις παραπάνω προτάσεις έχει πιθανότητες να εφαρμοστεί στον Προϋπολογισμό του 2023.

    Σε ό,τι αφορά το κύριο ζήτημα για τις αγορές, τη βιωσιμότητα του ιταλικού χρέους, η Goldman Sachs σημειώνει πως η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει το κόστος δανεισμού της χώρας. Εκτιμά ότι οι πληρωμές τόκων (σε % του ΑΕΠ) ενδέχεται να επιστρέψουν στα επίπεδα του 2016 έως το 2024. Επιπλέον, καθώς η ανάπτυξη επιδεινώνεται λόγω των επίμονων υψηλών τιμών της ενέργειας, ο νέος Προϋπολογισμός μπορεί να χρειαστεί να παραμείνει πολύ κοντά στο επίπεδο του ελλείμματος του 2023 που έχει σχεδιαστεί στο Πρόγραμμα Σταθερότητας (3,9%), εκτός εάν το νέο υπουργικό συμβούλιο είναι ανοιχτό στον κίνδυνο να θέσει τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ σε αυξητική πορεία ήδη από το 2023.

    Δεδομένου ότι οι πρόσθετες απαιτήσεις για δημοσιονομική στήριξη που σχετίζεται με την ενέργεια είναι πιθανό να συνεχιστούν, ο δημοσιονομικός χώρος για νέες πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, θα είναι επομένως πολύ περιορισμένος. Ως εκ τούτου, οι συμμετέχοντες στην αγορά είναι πιθανό να είναι επιφυλακτικοί εάν ο Προϋπολογισμός αποκλίνει από το Πρόγραμμα Σταθερότητας και μπορεί να απαιτηθούν άμεσα υψηλότερες αποδόσεις στα ιταλικά ομόλογα για να αντισταθμίσουν την επακόλουθη αβεβαιότητα πολιτικής και μια αμφιταλαντευόμενη αποφασιστικότητα για τη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.

    Citi, ING: Τι διακυβεύεται για τα ιταλικά ομόλογα

    Οι επενδυτές θα έχουν στραμμένο το βλέμμα στη νέα κυβέρνηση για σημάδια δημοσιονομικής απόκλισης σε σύγκριση με την προηγούμενη κυβέρνηση, όπως σημειώνει η ING, και από αυτό θα εξαρτηθούν οι προοπτικές των ιταλικών ομολόγων, οι οποίες θα αφήσουν σίγουρα το… στίγμα τους και στο σύνολο των ομολόγων της Ευρωζώνης, ειδικά των ευάλωτων χωρών. Εάν δεν υπάρξει κάποια μεγάλη αλλαγή στον Προϋπολογισμό του 2023, οι αγορές αναμφίβολα θα το δουν ως ενθαρρυντικό σημάδι δημοσιονομικής συγκράτησης. Εκτός από την αξιοπιστία της νέας κυβέρνησης σε δημοσιονομικά θέματα, οποιαδήποτε σαφής απόκλιση από τις κατευθυντήριες γραμμές της Ε.Ε. θα δημιουργούσε φόβους ότι η Ιταλία θα μπορούσε να χάσει 69 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 123 δισ. ευρώ σε δάνεια από το πακέτο ανάκαμψης NextGenerationEU, ενώ επίσης ενδέχεται να μην είναι πλέον επιλέξιμη για την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τονίζει η ολλανδική τράπεζα.

    "Εφόσον η Μελόνι δεν υποχωρήσει στην πίεση του Σαλβίνι για έναν flat tax ή για στήριξη που χρηματοδοτείται από το έλλειμμα για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, οι επενδυτές θα δώσουν στη νέα κυβέρνηση το πλεονέκτημα της αμφιβολίας", εκτιμά η ING. Οι διαφωνίες στη συνέχεια σχετικά με την επανενεργοποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποτελούν κίνδυνο σε αυτή την άποψη, αλλά όχι άμεσο. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διορισμός ενός υπουργού Οικονομικών ο οποίος προέρχεται από την Τράπεζα της Ιταλίας θα θεωρηθεί επίσης ως σήμα σταθερότητας και συνέχειας σε δημοσιονομικά θέματα. 

    Από την πλευρά της, η Citi επισημαίνει πως τα ιταλικά spreads έχουν συγκρατηθεί σχετικά κατά το πρόσφατο sell-off, αγνοώντας τον εκλογικό κίνδυνο. Ωστόσο εκτιμά πως ο δεξιός συνασπισμός θα άνοιγε την πόρτα για συνταγματικές τροποποιήσεις χωρίς δημοψήφισμα και, έτσι, η αμερικανική τράπεζα συνεχίζει να προβλέπει εκτόξευση των 10ετών spreads στις 275 μ.β., από περίπου 220 μ.β. πριν τις εκλογές.

    Σύμφωνα και με τη Citi, το μεγάλο "κλειδί" για την εμπιστοσύνη της αγοράς θα αποτελέσει το πρόσωπο που θα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών. Αυτό ήταν το έναυσμα για την απότομη διεύρυνση και μετά τις εκλογές του 2018. "Αναμένουμε από τη Μελόνι να είναι προσεκτική υπό το φως των ειρηνευτικών δηλώσεών της μέχρι στιγμής. Ένα πρόσωπο φιλικό προς το ευρώ στο ΥΠΟΙΚ θα μπορούσε να κατευνάσει πολλές ανησυχίες και να είναι θετικό για τα ιταλικά ομόλογα βραχυπρόθεσμα", επισημαίνει.

    BofΑ: Η ενεργειακή κρίση, ο μεγάλος μετεκλογικός πονοκέφαλος

    Οι αγορές στην Ευρώπη βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα γεμάτο γεγονότα ξεκίνημα του φθινοπώρου, σημειώνει η Bank of America. Πριν από τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. για την ενέργεια στις 7 Οκτωβρίου, η Ιταλία πάει στις κάλπες την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου. Οι εκλογές προσελκύουν λιγότερο την προσοχή της αγοράς από ό,τι το 2018. Αυτό θα μπορούσε να αντανακλά το γεγονός ότι αυτός ο εκλογικός γύρος διαμορφώθηκε πολύ διαφορετικά από τον προηγούμενο, με την ευρωσκεπτικιστική ρητορική και το "Italexit" να μη βρίσκονται πλέον στην ατζέντα ακόμα και των ακροδεξιών υποψηφίων. "Ωστόσο, πιστεύουμε ότι οι εκλογές μπορεί να ανοίξουν τον δρόμο για μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, ανάλογα με το περιθώριο νίκης, καθώς και από τη σταθερότητα της σχέσης εντός αυτού του συνασπισμού", τονίζει η BofA.

    Πάντως, κατά την αμερικανική τράπεζα, η ενεργειακή κρίση είναι ο μεγάλος μετεκλογικός πονοκέφαλος για την Ιταλία και θα αποτελέσει το επίκεντρο στον Προϋπολογισμό του 2023. Το οικονομικό πλήγμα από την ενεργειακή κρίση κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι. Θα απαιτήσει περισσότερη δημοσιονομική στήριξη για την προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, για τουλάχιστον μερική αποκατάσταση των ζημιών από την αύξηση των τιμών. Μέχρι στιγμής το 2022 η δημοσιονομική στήριξη ανήλθε σε 52 δισ. ευρώ (περίπου 3% του ΑΕΠ). Επίσης, ένα νέο πακέτο ετοιμάζεται (αξίας επιπλέον 13 δισ. ευρώ), που πιθανότατα θα εγκριθεί κατά τη διάρκεια της εκλογικής εβδομάδας.

    Ωστόσο οι νέες προκλήσεις εν όψει του χειμώνα (με τον ιταλικό πληθωρισμό να κορυφώνεται το δ’ τρίμηνο του 2022), καθώς και ο "δημοσιονομικός γκρεμός" των μέτρων στήριξης που λήγουν απαιτούν εκτεταμένη δημοσιονομική στήριξη και το 2023. Αυτή θα είναι η βασική προτεραιότητα για το επόμενο υπουργικό συμβούλιο, πιστεύει η BofA . Για παράδειγμα, η αντιμετώπιση της κατάργησης των μέτρων στήριξης και η ανανέωση του ίδιου πακέτου θα κόστιζε περίπου 10 δισ. ευρώ ανά τρίμηνο, όπως υπολογίζει.

    Αυτοί οι αριθμοί υποδηλώνουν ότι η πορεία προς τον Προϋπολογισμό του 2023 είναι πολύ δύσκολη. Το επικαιροποιημένο έγγραφο της ιταλικής κυβέρνησης για τα δημοσιονομικά (NaDEF) αναμένεται έως τις 27 Σεπτεμβρίου, αμέσως μετά τις εκλογές. Θα ακολουθήσει η υποβολή του σχεδίου του Προϋπολογισμού στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως τις 15 Οκτωβρίου. Η κυβέρνηση του Ντράγκι πιθανότατα θα παρουσίαζε δημοσιονομικούς στόχους υπό ένα "αμετάβλητο σενάριο πολιτικής" (χωρίς νέα μέτρα), ενώ οι Βρυξέλλες πιθανότατα θα ήταν ευέλικτες στις προθεσμίες. Όμως, μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να σκιαγραφήσει και να περάσει τον νόμο για τον Προϋπολογισμό που θα ενσωματώνει νέες πολιτικές. "Δεν θα είναι μια ομαλή διαδικασία, όχι μόνο λόγω του στενού χρονοδιαγράμματος, αλλά και λόγω του περιορισμένου δημοσιονομικού περιθωρίου για νέα μέτρα στήριξης (και εκλογικές υποσχέσεις)", τονίζει η BofA.

    Όσον αφορά τις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις, αναμένει ότι ο στόχος για το έλλειμμα για το 2022 θα επιβεβαιωθεί στο 5,6% του ΑΕΠ. Αλλά είναι πιο πιθανή μια αναθεώρηση προς τα κάτω του ελλείμματος του 2023. Υποθέτοντας ότι οι προβλέψεις για το ΑΕΠ για το 2023 αναθεωρηθούν από 2,4% στις προβλέψεις του Απριλίου σε 0,5% (σύμφωνα με το consensus), ο αντίκτυπος της ανάπτυξης στο έλλειμμα θα περιόριζε τον δημοσιονομικό χώρο κατά περίπου 16 δισ. ευρώ. Προσθέτοντας σε αυτό μια τριμηνιαία παράταση των μέτρων ενεργειακής στήριξης και την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των συντάξεων στον δείκτη πληθωρισμού (που ξεκινά το επόμενο έτος, επιπλέον περίπου 6 δισ. ευρώ έναντι των επίσημων εκτιμήσεων του Απριλίου), υποδηλώνει ότι το έλλειμμα θα μπορούσε να αυξηθεί κατά ακόμα 1%, με τον δείκτη χρέους να σταματά έτσι την πτωτική τροχιά και να κινείται άνω του 149% του ΑΕΠ (έναντι 145,2% των προηγούμενων κυβερνητικών εκτιμήσεων). "Αυτό δεν είναι ιδανικό σε μια εποχή που το επίκεντρο επιστρέφει στην ιταλική δημοσιονομική εξίσωση και με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. να επιστρέφουν σύντομα μετά την αναστολή λόγω COVID", καταλήγει η BofA.

     

     

     




     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ