Συνεχης ενημερωση

    Κυριακή, 14-Αυγ-2022 16:00

    Το Χρηματιστήριο Αθηνών αγνοεί τις θετικές ειδήσεις

    5534804
    • Εκτύπωση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Της Αλεξάνδρας Τόμπρα

    Το πνεύμα πρόθυμο… η σαρξ αδύναμη. Αυτό είναι το μότο που επικρατεί το τελευταίο διάστημα στα desk των traders της Λεωφόρου Αθηνών, αποτυπώνοντας τον βάλτο στον οποίο έχει περιέλθει η αγορά μετά τη δεύτερη για φέτος περίοδο πτώσης, η οποία άρχισε στα τέλη του Απριλίου και ολοκληρώθηκε στα μέσα του Ιουλίου. Και μπορεί ο Γενικός Δείκτης να έχει ανακτήσει περί τις 70 μονάδες τις τρεις εβδομάδες που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, με ένα αξιοσημείωτο ανοδικό σερί, αλλά η άνοδος σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ικανή για να αλλάξει την εικόνα μιας αγοράς που εξακολουθεί να βαλτώνει σε χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχές του έτους. 

    Το πρώτο δίμηνο του έτους άλλωστε καλλιέργησε προσδοκίες για τους μακροπρόθεσμους ότι έχει έρθει η σειρά της ελληνικής αγοράς να λάμψει στα επενδυτικά stories του έτους, αλλά ήρθε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός, οι Κεντρικές Τράπεζες, η εφοδιαστική αλυσίδα, η μίνι πολιτική κρίση στη χώρα και ότι άλλο μπορεί να συνυπολογίσει κανείς, για να αναιρεθεί όποιο θετικό σενάριο είχε διατυπωθεί για την Ελλάδα, και να καθηλωθεί για ακόμη μία φορά η ελληνική αγορά σε μία πλάγια κίνηση, κατά την οποία οι αγοραστές τελούν εν επιλεκτική… σιγή. 

    Μια αγορά που όσο και να προσπάθησε δεν μπόρεσε να αλλάξει το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ήδη επτά χρόνια και να δει επιτέλους τα τετραψήφια επίπεδα, όσο και αν η πλειονότητα των εισηγμένων της έδωσε το στίγμα ότι το ελληνικό επιχειρείν έχει παραδώσει μαθήματα επιβίωσης σε σκληρές συνθήκες. Ακόμη και ο αδύναμος τραπεζικός κλάδος, ο κλάδος δηλαδή που συνεθλίβη στη χοάνη της ιστορικής κρίσης, αλλά και των πρωτοφανών συνθηκών μιας πανδημίας, έδωσε αποτελέσματα που δείχνουν ότι έχει γυρίσει σελίδα, προκαλώντας πολλούς ξένους αναλυτές να μιλήσουν με πολύ θετικά λόγια. 

    Άλλωστε, το μείγμα των επιχειρηματικών νέων στην εγχώρια αγορά είναι υποστηρικτικό και μπορεί να βάλει σε δεύτερο πλάνο αβεβαιότητες (Ουκρανία, πανδημία) που αν και έχουν μειώσει την επιρροή τους στις αγορές φαίνεται να διατηρούν τη δυναμική τους μεσοπρόθεσμα. Παράλληλα η ανακοίνωση μια σειράς επιχειρηματικών συμφωνιών ή συζητήσεων για την ολοκλήρωση εξαγορών (Autohellas, Lamda Development, Euromedica, ΑΔΜΗΕ, Άνεμος, Cenergy κ.λπ.) έδειξε ότι το ενδιαφέρον για ανάπτυξη παραμένει σταθερά ακμαίο και δεν περιορίζεται σε εταιρίες του ενεργειακού κλάδου.

    Αντέχει η οικονομία

    Θετικά λόγια που συγκριτικά διατυπώθηκαν και για την ελληνική οικονομία, όσο και αν αυτή καλείται να λειτουργήσει μέσα σε ένα ναρκοθετημένο και καθ' όλα ρευστό διεθνές περιβάλλον. Το οικονομικό επιτελείο έθεσε ως στόχο ανάπτυξη για φέτος 3,1% με τον τουρισμό να ανακτά περίπου το 80%-85% του τζίρου των 18,5 δισ. ευρώ που είχε καταγράψει το 2019, δηλαδή περίπου 15 δισ. ευρώ. Με βάση τις μέχρι στιγμής ενδείξεις, ο τζίρος αναμένεται ακόμη και να ξεπεράσει τον τζίρο του 2019, δίνοντας μεγάλη ανάσα στα δημοσιονομικά της χώρας. 

    Και αυτές οι μέχρι τώρα επιδόσεις έφεραν επενδύσεις. Οι επενδύσεις που καταγράφηκαν πέρσι, εξαιρουμένων αυτών που έγιναν με τη συνδρομή κοινοτικών κονδυλίων, έφτασαν τα 5 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με στελέχη του οικονομικού επιτελείου, αν λάβει κανείς την κίνηση που υπάρχει στο πρώτο μισό του χρόνου, είναι πιθανό το ποσό αυτό να διπλασιαστεί. Άλλωστε, ήδη έχουν ενεργοποιηθεί πάνω από 300 έργα του εθνικού προγράμματος Ελλάδα 2.0, προϋπολογισμού 11,2 δισ. ευρώ. 

    Δεν είναι τυχαίο που η Wood αποκάλεσε την Ελλάδα "πρωταθλήτρια" ανάπτυξης φέτος, ακόμα και σε ένα δυσμενές σενάριο για την ενέργεια. Η Wood, μάλιστα, τοποθέτησε την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ στο 6%, με "οδηγό" τις εξαιρετικές επιδόσεις του τουρισμού, τα κεφάλαια που εισρέουν από την Ε.Ε. και τη θεματική, όπως τη χαρακτηρίζει, πορεία των ξένων άμεσων επενδύσεων. 

    Βέβαια, η εξέλιξη των οικονομικών δεικτών τους τελευταίους δύο μήνες δείχνει ότι η πραγματική οικονομία αρχίζει να επιβραδύνεται, αλλά αντιμετωπίζοντας το σοκ του πληθωρισμού καλύτερα από ό,τι αναμενόταν, και με την καλύτερη απόδοση του τουρισμού, η Ελλάδα οδεύει σε καλύτερες επιδόσεις ανάπτυξης. Επίσης, υπενθυμίζεται εδώ, ότι τον περασμένο μήνα, η Scope Ratings αναθεώρησε την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη της Ελλάδας το 2022 στο 4,9% από μια εκτίμηση 4,6% στην αρχή του έτους –η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 8,3% πέρυσι– αν και αναθεώρησε επί τα χείρω την πρόβλεψή της για το 2023 στο 2,1% από 2,5%.

    Οι προοπτικές για τα επόμενα χρόνια είναι εξίσου ρόδινες, καθώς η Wood πιστεύει ότι η δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας έχει ανέλθει στο 3%, γεγονός που θα βοηθήσει τη χώρα να υπεραποδώσει των υπόλοιπων χωρών της περιοχής, ακόμη και κατά την φάση της ενεργειακής μετάβασης η οποία και έχει σημαντικές προκλήσεις.

    Το τραπεζικό γρανάζι του Χ.Α.

    Όσο και αν η πλειονότητα των τίτλων του Χ.Α. δείχνει έναν στιβαρό πυλώνα επενδυτικών επιλογών, οι αναλυτές συμφωνούν ότι χωρίς τον τραπεζικό κλάδο η αγορά δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Και αυτή είναι η αλήθεια που μαρτυρά το ταμπλό, καθώς ο κλάδος είναι ο πρώτος στις πτώσεις, αλλά και ο πρώτος στις ανόδους της αγοράς. 

    Μέχρι τώρα, οι απώλειες του κλαδικού των τραπεζών από την αρχή του έτους είναι σχεδόν διπλάσιες του Γενικού Δείκτη, ενώ δεν υπήρξε περίοδος που να υπεραπέδιδε της αγοράς. Βέβαια, οι επιδόσεις του είναι κατά τι καλύτερες από εκείνες άλλων κλάδων, όπως του εμπορίου (-15%), της κοινής ωφελείας (-18%), των τροφίμων (-21%) και της ακίνητης περιουσίας (-16%), αλλά ο κλάδος είναι σηματωρός του επενδυτικού κλίματος. Και όπως επισημαίνουν οι περισσότεροι εγχώριοι αναλυτές, θα έπρεπε να αποτυπώνει τις βελτιωμένες εκτιμήσεις της ελληνικής οικονομίας.

    Ο λόγος είναι, όπως επισήμανε και η DBRS, το γεγονός ότι τα βελτιωμένα αποτελέσματα των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών το α’ εξάμηνο του έτους αντικατοπτρίζουν μεν τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε στη μείωση του κινδύνου και την αναδιάρθρωσή τους τα τελευταία χρόνια, μαζί με την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας από την πανδημία, ωστόσο, η θετική δυναμική είναι πιθανό να δεχθεί πίεση λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας.

    Οι έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία ενδέχεται να συμβάλουν σε επιβράδυνση της οικονομίας και να προσθέσουν πιέσεις στην ποιότητα των δανείων μεσοπρόθεσμα, απορροφώντας έτσι μέρος της θετικής δυναμικής, αναφέρει ο οίκος, αφού πρώτα έχει απονείμει τα εύσημα στον κλάδο. 

    Γιατί καθηλώνονται οι τράπεζες

    Μπορεί οι διεθνείς οίκοι να αναβαθμίζουν τις εκτιμήσεις τους για την πορεία των τραπεζικών μετοχών, αλλά το μεγάλο αγκάθι εξακολουθεί να είναι η επενδυτική βαθμίδα. Η απουσία αυτής περιορίζει σημαντικά την έκθεση ισχυρών χαρτοφυλακίων σε μια χώρα που ο βαθμός κινδύνου παραμένει μεγάλος, και ουσιαστικά ανάλογος των αναδυόμενων αγορών με ευάλωτα χαρακτηριστικά, όπως η συναλλαγματική ισοτιμία. 

    Βέβαια, ο Scope, στην τελευταία του ανάλυση, αφήνει ένα παράθυρο αναβάθμισης τον Σεπτέμβριο, αλλά ο βαθμός αβεβαιότητας παραμένει αρκετά υπολογίσιμος. Όπως ανέφερε, η στήριξη της ΕΚΤ, μαζί με την πρώτη γραμμή άμυνας των επανεπενδύσεων του Pandemic Emergency Purchase Program (PEPP) και το νέο Μέσο Προστασίας Μεταφοράς (TPI) της νομισματικής πολιτικής βοηθά την ελληνική πιστοληπτική ικανότητα με τρεις σημαντικούς τρόπους. 

    Πρώτον, υπάρχει η ίδια η συμπερίληψη της Ελλάδας στο TPI παρά τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας εκτός επενδυτικής βαθμίδας. Δεύτερον, υπάρχει δυνατότητα προγράμματος για απεριόριστη αγορά ελληνικών ομολόγων και τρίτον, η ΕΚΤ θα αγοράζει ομόλογα λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες των χωρών της ζώνης του ευρώ αντί να δεσμεύεται από το ποσοστό κεφαλαιακής συμμετοχής κάθε χώρας στο κεφάλαιο της κεντρικής ευρωτράπεζας.

    Ωστόσο, τα ασαφή κριτήρια ενεργοποίησης για το TPI –που αφήνουν σημαντική διακριτική ευχέρεια στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ σχετικά με το ποια ομόλογα θα αγοράζονται και πότε– αφήνουν ασαφές το πώς η ΕΚΤ θα όριζε τι αποτελεί "αδικαιολόγητη" αύξηση των αποδόσεων, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει τη χρήση και την αποτελεσματικότητα του νέου μηχανισμού. Επιπλέον, η έλλειψη ορισμού αφήνει το πρόγραμμα ευάλωτο σε μελλοντικές νομικές αμφισβητήσεις.

    Έτσι, μέχρι τότε, και μέχρι η οικονομία να δείξει ότι μπορεί να συνεχίσει να αντέχει κόντρα στις διεθνείς προκλήσεις, ο κλάδος θα στηρίζεται μόνο στις τριμηνιαίες επιδόσεις του και στις ελκυστικές αποδόσεις του. Στοιχεία διόλου ευκαταφρόνητα όμως, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα αποτελέσματα β’ τριμήνου ήταν καλύτερα του αναμενομένου, και το μέσο discount των ελληνικών τραπεζών είναι στο 20% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών.

    Μέχρι τότε, η γενική εικόνα παραμένει θετική με τις εκτιμήσεις να αναθεωρούνται ανοδικά για το σύνολο της χρονιάς, στο περιθώριο της σημαντικής προόδου στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων, που συνοδεύτηκε από ενδυνάμωση της κερδοφορίας στον επαναλαμβανόμενο κομμάτι των εσόδων. Η πρόσφατη τραπεζική άνοδος αναπτέρωσε το ηθικό της αγοράς αφυπνίζοντας και άλλες εταιρείες από τη μεγάλη κεφαλαιοποίηση σε μια περίοδο που κάθε άλλο παρά ζωηρή θεωρείται για το Ελληνικό Χρηματιστήριο.

    DBRS: Πιθανή η πίεση λόγω επιβράδυνσης

    Η θετική δυναμική του τραπεζικού κλάδου είναι πιθανό να δεχθεί πίεση λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας, προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης DBRS. Σύμφωνα με έκθεση του οίκου για τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες, αυτές παρουσίασαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 2,3 δισ. ευρώ το α' εξάμηνο του 2022, έναντι καθαρών ζημιών 4 δισ. ευρώ την ίδια περίοδο του 2021, χάρη στα υψηλότερα έσοδα, τα χαμηλότερα λειτουργικά έξοδα και το μειωμένο κόστος κινδύνου. Τα έσοδα διατηρήθηκαν υψηλά, παρά τη συνεχιζόμενη πίεση στα καθαρά έσοδα από τόκους λόγω της μείωσης του κινδύνου, υποστηριζόμενα από έσοδα από προμήθειες και συναλλαγές. Η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να ενισχύσει τα επιτοκιακά έσοδα των ελληνικών τραπεζών λόγω της ταχύτερης αναπροσαρμογής των επιτοκίων στα δάνεια, σε σχέση με τις καταθέσεις.

    Επίσης, ο οίκος DBRS αναφέρει ότι οι προβλέψεις για κόκκινα δάνεια και το κόστος κινδύνου μειώθηκαν σημαντικά το πρώτο εξάμηνο του 2022, λόγω της ισχυρής βελτίωσης του προφίλ κινδύνου. Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού συνέχισαν να βελτιώνονται, υποστηριζόμενοι από τον αρνητικό σχηματισμό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) και τις νέες χορηγήσεις δανείων που ξεπέρασαν τις προσδοκίες. Ύστερα από σημαντική μείωση του κινδύνου το 2020 και το 2021, τα κεφάλαια άρχισαν να αυξάνονται το α' εξάμηνο του 2022.

    "Με το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας μείωσης των κόκκινων δανείων να έχει ήδη πραγματοποιηθεί, θεωρούμε ότι η κεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών πρόκειται να επωφεληθεί από τη βελτιωμένη εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων στο μέλλον, με βάση τα υψηλότερα έσοδα στο πλαίσιο των προοδευτικά υψηλότερων επιτοκίων και την υγιή δημιουργία νέων δανείων, καθώς και το μειωμένο πιστωτικό κόστος. Ωστόσο, οι έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία ενδέχεται να συμβάλουν σε επιβράδυνση της οικονομίας και να προσθέσουν πιέσεις στην ποιότητα των δανείων μεσοπρόθεσμα, απορροφώντας έτσι μέρος της θετικής δυναμικής", δήλωσε ο Andrea Costanzo, αντιπρόεδρος της ομάδας DBRS Morningstar Global Financial Institutions.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ