Συνεχης ενημερωση

    Σάββατο, 26-Ιαν-2019 20:00

    Γιατί τα short funds "γονατίζουν" ξανά τις τραπεζικές μετοχές

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Γιατί τα short funds "γονατίζουν" ξανά τις τραπεζικές μετοχές

    Της Ελευθερίας Κούρταλη

    Μπορεί στο ξεκίνημα του έτους να είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες για μια θετική αντίδραση στο Ελληνικό Χρηματιστήριο ύστερα από τις ισχυρές πιέσεις του προηγουμένου έτους, οι οποίες το οδήγησαν στην κορυφή της λίστας των αγορών με τις μεγαλύτερες απώλειες διεθνώς, ωστόσο η συνέχεια ισοπέδωσε την όποια ελπίδα για… ανάταση. Το "σφυροκόπημα" των τραπεζικών μετοχών επέστρεψε δριμύτερο, με τα short funds να στρέφουν και πάλι τα βέλη τους στις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

    Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εκ νέου κατάρρευση των κεφαλαιοποιήσεών τους, με τη συνολική χρηματιστηριακή αξία των Alpha Bank, Eurobank, Εθνικής και Πειραιώς να μην ξεπερνά πλέον τα 3,7 δισ. ευρώ, δηλαδή 58% χαμηλότερα από τα περίπου 8,9 δισ. ευρώ στα οποία διαμορφωνόταν στα τέλη του 2017, περίπου έναν χρόνο πριν. Η τιμή και των τεσσάρων τίτλων στο ταμπλό της Λεωφόρου Αθηνών βρίσκεται πλέον κάτω του 1 ευρώ.

    Νέα ιστορικά χαμηλά

    Ο κλαδικός δείκτης "χτύπησε" πριν από λίγες ημέρες νέα ιστορικά χαμηλά, με τρεις από τις τέσσερις τραπεζικές μετοχές (Alpha Bank, Εθνική και Πειραιώς) να τον ακολουθούν και τη Eurobank να βρίσκεται μία ανάσα από τα δικά της ιστορικά χαμηλά. Μέσα στο τελευταίο 12μηνο η μετοχή της Τράπεζας Πειραιώς έχει σημειώσει βουτιά της τάξης του 84%, η μετοχή της Εθνικής είναι στο -73% , της Alpha Bank στο -53% και της Eurobank στο -45%. Στις τελευταίες 10 συνεδριάσεις μόνο, οι απώλειες των τραπεζικών μετοχών φτάνουν έως και το 25%.

    Παράγοντες της αγοράς χαρακτηρίζουν απογοητευτική έως τραγική την εικόνα των ελληνικών τραπεζικών μετοχών, εκφράζοντας φόβους για μια επανάληψη του 2018, όταν ο κλάδος βίωσε ισχυρότατες πιέσεις, οι οποίες έφτασαν στον βαθμό της κατάρρευσης. Τα short funds σίγουρα συμβάλλουν στην αρνητική εικόνα των ελληνικών τραπεζών, διατηρώντας τις ανησυχίες των επενδυτών γύρω από την "υγεία" του κλάδου.

    Είναι, όμως, και η ρηχότητα της ελληνικής αγοράς που κάνει τις κινήσεις τους ικανές να ταρακουνήσουν έντονα την αγορά και να "γονατίσουν" το ταμπλό. Αρκεί να σημειωθεί πως οι τρέχουσες θέσεις τους δεν ξεπερνούν το 6,5% του συνόλου των μετοχών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι οποίες διαμορφώνονται σε τρέχουσες τιμές κάτω από τα 50 εκατ., δηλαδή ουσιαστικά μόλις στο 1,4% της συνολικής τους κεφαλαιοποίησης.

    Μεγάλη πίεση στη Eurobank

    Την πρώτη θέση στην... προτίμησή τους έχει η μετοχή της Eurobank, η οποία και είχε πιεστεί το λιγότερο σε σχέση με τις υπόλοιπες το τελευταίο διάστημα, ενώ ήταν και η μόνη τράπεζα που έχει παρουσιάσει το δικό της σχέδιο για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Τόσο το Oceanwood Capital Management όσο και το Lansdowne Partners από τα μέσα περίπου του Ιανουαρίου προχωρούν με γοργούς ρυθμούς στο χτίσιμο ολοένα και μεγαλύτερων short θέσεων επί των μετοχών της Eurobank, με αποτέλεσμα αυτές να διαμορφώνονται πλέον στο 2,77% του συνόλου των μετοχών της.

    Ακολουθεί η Τράπεζα Πειραιώς, η οποία και κατείχε την "πρωτιά" για μεγάλο διάστημα, με 2,74% θέσεις short, οι οποίες οφείλονται αποκλειστικά στο Lansdowne. Στην Alpha Bank οι καθαρές αρνητικές θέσεις φτάνουν το 0,83%, ενώ σε ό,τι αφορά την Εθνική από τις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα πολύ κάτω του 0,50%, τα οποία δεν θεωρούνται "σημαντικά" από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για να δημοσιοποιηθούν.

    Οι πιέσεις που έχουν ασκηθεί στις τράπεζες από το φθινόπωρο του 2017 και οι οποίες εντάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος του 2018 (και συνεχίζονται) δείχνουν πως οι επενδυτές δεν έχουν πειστεί για την επάρκεια των κεφαλαίων τους αλλά και για την ποιότητα του ενεργητικού τους, με το "βουνό" των NPLs/NPEs να θολώνει την ορατότητα γύρω από τον κλάδο. Οι εκθέσεις των ξένων οίκων στις αρχές αυτού του έτους (KBW, Deutsche Bank) υπογράμμισαν την αδυναμία της κερδοφορίας του ελληνικού τραπεζικού κλάδου, προχωρώντας σε σημαντική μείωση των τιμών-στόχων που έδιναν για τις μετοχές των ελληνικών τραπεζών, υπενθυμίζοντας στην αγορά πως τα προβλήματα που τις κρατούσαν δέσμιες στα χέρια των πωλητών το προηγούμενο διάστημα δεν έχουν ακόμη λυθεί.

    Κανένα ορατό κόστος

    Οι αναλυτές είχαν ήδη προειδοποιήσει ότι το 2019 θα ήταν ένα έτος-φωτιά για την Ελλάδα, επισημαίνοντας πως οι μεγάλες προκλήσεις για τη χώρα είναι οι εκλογές και η κατάσταση του τραπεζικού κλάδου. Πλέον εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι, εξηγώντας πως όσοι επενδυτές επιλέγουν να βγουν από τις μετοχές των συστημικών τραπεζών αυτό σημαίνει πως δεν βλέπουν κάποιο ορατό κόστος από αυτή τους την κίνηση.

    Αυτό σημαίνει, επίσης, πως δεν εκτιμούν πως στο κοντινό μέλλον θα υπάρξει κάτι θετικό για την οικονομία, τα σχέδια για τη μείωση των "κόκκινων" δανείων δεν προχωρούν με τον ρυθμό που θα απαιτεί η σοβαρότητα της κατάστασης, η απαισιοδοξία γύρω από τον κλάδο αλλά και τις προοπτικές των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων είναι διάχυτη, ενώ και ο θολός πολιτικός ορίζοντας ενισχύει την αβεβαιότητα, η οποία είναι και το "συστατικό" που μισούν περισσότερο οι επενδυτές.

    Σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι επιτακτική ανάγκη να υπάρξει πρόοδος στο μέτωπο των "κόκκινων" δανείων και, όποια λύση και αν προκριθεί, από ΤΧΣ ή Τράπεζα της Ελλάδος, το κρίσιμο είναι να αρχίσει να υλοποιείται, ώστε να ελεγχθούν τυχόν αδυναμίες και παραλείψεις, με ζητούμενο να αποφευχθεί τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

    Η επίσπευση από την πλευρά της κυβέρνησης της κατάθεσης των σχεδίων των ελληνικών Αρχών, της ΤτΕ και του ΤΧΣ, για τη μείωση των "κόκκινων" δανείων στις εποπτικές Αρχές της Κομισιόν θεωρείται, συνεπώς, καίρια για την αγορά. Οι κινήσεις της κυβέρνησης δείχνουν πως αποτελεί πλέον προτεραιότητα, αφού θα μπορέσει να πιστωθεί και πολιτικά εν όψει των εκλογών, αλλά και εν όψει της επιστροφής της Ελλάδας στις αγορές, μια πρόοδος στο συγκεκριμένο μέτωπο.

    Η εφαρμογή των σχεδίων αυτών (ή όποιου προχωρήσει), σύμφωνα με τους αναλυτές, θα δώσει σημαντική ανάσα στον κλάδο και αυτό θα αντικατοπτριστεί στην πορεία των μετοχών τους. Ωστόσο, οι επιπτώσεις των σχεδίων αυτών δεν αναμένεται να γίνουν ορατές άμεσα και ίσως όχι μέσα στο 2019. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές δεν θα έχουν κάτι "χειροπιαστό" ώστε να στηρίξουν τη στρατηγική τους στις μετοχές των ελληνικών τραπεζών. Ωστόσο, σίγουρα η πρόοδος στο μέτωπο των NPEs θα είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την αποχώρηση των πιέσεων στο Ελληνικό Χρηματιστήριο και ίσως και το κλείσιμο των short θέσεων των hedge funds, αφήνοντας, έτσι, τον κλάδο να "αναπνεύσει".

    Η προειδοποίηση της Fitch και τα μηνύματα της S&P

    Δεν είναι τυχαίο ότι ο οίκος αξιολόγησης Fitch τόνισε πως η εφαρμογή των σχεδίων αυτών μπορεί να "αλλάξει τα δεδομένα" για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο. Σε εκδήλωση που διοργανώθηκε στην Αθήνα την περασμένη εβδομάδα, τα στελέχη της Fitch έστειλαν ηχηρά μηνύματα σε ό,τι αφορά τις ελληνικές τράπεζες, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την κατάστασή τους καθοριστική για την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας.

    Όπως σημείωσαν, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών και το επίπεδο των κεφαλαίων τους αποτελούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον κλάδο το 2019. Αν και οι προοπτικές που δίνει ο οίκος για τον κλάδο είναι σταθερές, καθώς αναμένεται πρόοδος στην "επιδιόρθωση" των ισολογισμών των ελληνικών συστημικών τραπεζών, ωστόσο, όπως προειδοποίησε, οι αξιολογήσεις τους θα παραμείνουν περιορισμένες στην πολύ χαμηλή βαθμίδα "CCC", λόγω της αδύναμης ποιότητας τους ενεργητικού και της πίεσης που ασκείται στα κεφάλαια από τον υψηλό όγκο των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.

    "Τα δύο σχέδια που έχουν προταθεί για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών, από το ΤΧΣ και την ΤτΕ, μπορεί να αποτελέσουν game changer για τον κλάδο και θα θεωρηθούν πιστωτικά θετικά για τη Fitch, καθώς θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην αύξηση της κερδοφορίας", τόνισε χαρακτηριστικά η κυρία Κριστίνα Τορέγια, επικεφαλής τραπεζικής ανάλυσης της Fitch. Ωστόσο, όπως διαμήνυσε, υπάρχουν κίνδυνοι κατά την εκτέλεση αυτών των σχεδίων και η εφαρμογή τους, εάν αποφασιστεί, θα πάρει χρόνο, με τις επιπτώσεις τους να είναι ορατές μετά το 2019.

    Σε ό,τι αφορά τα κεφάλαια, η κυρία Τορέγια τόνισε πως δέχονται πιέσεις από το ρυθμιστικό περιβάλλον, το οποίο γίνεται πιο αυστηρό, και, έτσι, εκτιμά πως οι ελληνικές τράπεζες ενδέχεται να εξετάσουν μέτρα κεφαλαιακής στήριξης στο μεσοπρόθεσμο διάστημα, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του νέου λογιστικού προτύπου IFRS 9 και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL).

    Πρόκληση

    Ισχυρό ήταν και το μήνυμα του επικεφαλής οικονομικής ανάλυσης και μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, Δημήτρη Μαλλιαρόπουλου. Τα NPEs και η χαμηλή ποιότητα ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών αποτελούν τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον τραπεζικό κλάδο αλλά και για την οικονομία, προειδοποίησε. Η επιτάχυνση της μείωσης των NPEs θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Όπως υπογράμμισε ο κ Μαλλιαρόπουλος, οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να αντιμετωπίσουν το θέμα των NPLs και να ξαναρχίσουν να δανείζουν, αλλιώς η οικονομία θα εγκλωβιστεί μόνιμα στη χαμηλή ανάπτυξη.

    Κρίσιμη για την αξιολόγηση της Ελλάδας θεωρεί και ο οίκος S&P την πορεία του τραπεζικού κλάδου. Όπως τόνισε κατά την πρόσφατη αξιολόγησή του για την Ελλάδα, όπου δεν προέβη σε καμία αλλαγή του rating και των προοπτικών που δίνει (στο "B+ με θετικές προοπτικές"), η αδυναμία των ελληνικών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν την οικονομία λειτουργεί επιβαρυντικά για την ταχύτητα της ανάκαμψης. Χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης, ο ευρύτερος κλάδος μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων –που είναι και ο μεγαλύτερος "εργοδότης" της οικονομίας– εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση, όπως επεσήμανε.

    Κατά την άποψη της S&P, είναι επίσης πιθανό, εν όψει εκλογών, να καθυστερήσει μια πιο αποφασιστική λύση στην κατεύθυνση της μείωσης των NPLs των τραπεζών. Επικαλούμενος την εμπειρία χωρών όπως η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Σλοβενία και η Κύπρος, ο οίκος εκτιμά ότι η ταχύτερη μείωσή τους μπορεί να μην είναι εφικτή χωρίς μια πιο αποφασιστική προσέγγιση και την ανάμειξη πρόσθετης κρατικής στήριξης. Για να προχωρήσει σε αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, όπως υπογράμμισε, εντός των επόμενων 12 μηνών, θα πρέπει η οικονομική της ανάκαμψη θα δείξει στοιχεία ενδυνάμωσης.

    Αυτό θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε εφαρμογής μεταρρυθμίσεων στο πεδίο της οικονομίας από πλευράς κυβέρνησης είτε σημαντικής μείωσης των NPEs/NPLs στο εξαιρετικά μειωμένης δυναμικής ελληνικό τραπεζικό σύστημα, καθώς και της άρσης των τελευταίων τμημάτων των capital controls.

    Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων