Της Νένας Μαλλιάρα

Το κόστος της καθυστέρησης στην αξιολόγηση αποτυπώνεται και στο σκέλος της ρευστότητας των τραπεζών, με τους τραπεζίτες να ανεβάζουν το ποσό των εκροών καταθέσεων από τις αρχές του έτους μέχρι σήμερα στα 3,2 δισ. ευρώ.

Όσο και αν το φαινόμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει και εποχικό χαρακτήρα, δεν παύει να συνιστά μια εξέλιξη που αφενός υπερβαίνει συνήθεις εποχικές εκροές, αφετέρου σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η καθυστέρηση στην αξιολόγηση έβγαλε από το συρτάρι τη φιλολογία περί Grexit και δραχμής. Παράλληλα, συνοδεύεται από διαπιστώσεις των τραπεζιτών οι οποίες συνδέουν την "ταυτότητα" των εκροών με την αβεβαιότητα που δημιούργησαν οι εκ νέου καθυστερήσεις, αναβιώνοντας μνήμες από την πρώτη αξιολόγηση.

Στο πλαίσιο αυτό, όπως επισημαίνουν τραπεζίτες στο "Κ", παρατηρείται κατ' αρχάς μια αύξηση στον μέσο όρο των αναλήψεων. Ειδικότερα, ενώ από τα 420 ευρώ που δικαιούται ο καταθέτης να κάνει ανάληψη σε εβδομαδιαία βάση παρατηρούνταν ένας μέσος όρος εβδομαδιαίας ανάληψης στα 200 ευρώ, τώρα αυτός ο μέσος όρος έχει ανέβει στα 330 ευρώ.

Οι κυριότερες, όμως, είναι δύο άλλες διαπιστώσεις των τραπεζών: αυτή της συμπεριφοράς του "νέου χρήματος" και αυτή της συμπεριφοράς μεγάλων επιχειρήσεων που έχουν ρευστότητα σε τράπεζες στην Ελλάδα. Οι τελευταίες προχώρησαν σε αποπληρωμές δανείων χρησιμοποιώντας καταθέσεις τους στις τράπεζες, κάτι που είχε ως συνέπεια (αν και το χρήμα δεν βγήκε εκτός τραπεζών) να αποστερήσει τις τράπεζες από έσοδα προερχόμενα από τόκους. Η παράμετρος αυτή δίνει τη διάσταση όχι μόνο της ρευστότητας που διαφεύγει πραγματικά από τις τράπεζες, αλλά και αυτήν της διαφυγούσας, δηλαδή ρευστότητας που υπολόγιζαν να έχουν οι τράπεζες και δεν έχουν. Η βασικότερη διαφυγούσα ρευστότητα αφορά, βεβαίως, τις προσδοκίες για επιστροφή καταθέσεων υπό την προϋπόθεση ενός κλίματος σταθερότητας και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι πολύ δύσκολα θα επιτευχθεί, καθώς η επιστροφή των καταθέσεων κρίνεται και από άλλους παράγοντες, που ξεπερνούν την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Το "νέο χρήμα"

Σύμφωνα με τους τραπεζίτες, το πλέον ανησυχητικό είναι ότι το "νέο χρήμα", δηλαδή το προερχόμενο από καταθέσεις που είτε βρίσκονταν στο εξωτερικό είτε κάτω από το στρώμα και επέστρεψαν στις τράπεζες, παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο στην αβεβαιότητα, εν προκειμένω από τις καθυστερήσεις για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

Όπως αναφέρουν στο "Κ", το 30% του "νέου χρήματος" που είχε μπει στις τράπεζες από το φθινόπωρο του 2016 έχει κάνει "φτερά" από τα τέλη Δεκεμβρίου και κατευθύνεται ξανά σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων εξωτερικού. Σημειώνεται ότι οι τράπεζες είχαν κάνει προσπάθεια να διατηρήσουν αυτές τις καταθέσεις, που επέστρεψαν στα τέλη του περασμένου έτους από επενδύσεις σε αμοιβαία διαχείρισης διαθεσίμων εξωτερικού, που είχαν πλέον οριακά αρνητικές αποδόσεις. Για τον λόγο αυτό, στις νέες αυτές καταθέσεις οι τράπεζες πρόσφεραν αποδόσεις ακόμα και 1%, όταν οι καταθέσεις από "παλαιό χρήμα" έπαιρναν επιτόκιο της τάξεως του 0,60%.

Έτσι, παράλληλα με το "παλαιό χρήμα", που μειώνεται λόγω των αυξημένων αναγκών που έχουν να καλύψουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, η αβεβαιότητα διώχνει από τις τράπεζες και το "νέο χρήμα". Αφενός διότι μερικώς χρησιμοποιείται για αποπληρωμές δανείων (η πρόωρη ολική ή μερική αποπληρωμή επιτράπηκε τον περασμένο Ιούλιο, παράλληλα με την απελευθέρωση από περιορισμούς του "νέου χρήματος"), αφετέρου και κυρίως διότι ανησυχεί από την αβεβαιότητα για την αξιολόγηση και επιστρέφει σε θεωρούμενες ασφαλείς τοποθετήσεις. Το "σουρωτήρι" της ρευστότητας για τις τράπεζες έρχεται να συμπληρώσει και το "διαφυγόν" χρήμα από τις χιλιάδες επιχειρήσεις (15.000 νέες επιχειρήσεις στη Βουλγαρία), που κάνουν όλες τις πληρωμές τους εκτός Ελλάδος.

Τα δεδομένα αυτά απομακρύνουν τον ορίζοντα περαιτέρω κινήσεων από την ΤτΕ για χαλάρωση των capital controls, με στόχο την πλήρη άρση τους. Σήμερα, ύστερα από ένα αρνητικό 2015 όπου οι καταθέσεις είχαν υποχωρήσει κατά 23,8% και ένα 2016 μέσα στο οποίο οι τράπεζες κατάφεραν να προσελκύσουν και να διατηρήσουν καταθέσεις ύψους 4,3 δισ. ευρώ, ο "κουβάς" της καταθετικής ρευστότητας των τραπεζών αδειάζει και πάλι.

Κρίσιμη η περαιτέρω μείωση του ELA

Από την ενίσχυση της καταθετικής ρευστότητας των τραπεζών θα εξαρτηθεί και η περαιτέρω πορεία μείωσης της εξάρτησής τους από τον δανεισμό του Ευρωσυστήματος και την έκθεσή τους στον ακριβό ELA. Στη διάρκεια του 2016, οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν σημαντική μείωση της εξάρτησής τους από το Ευρωσύστημα, περιορίζοντάς την τον Δεκέμβριο του 2016 στα 66,6 δισ. ευρώ (μειωμένη κατά 47,3% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2015, στα 126,6 δισ. ευρώ, και κατά 38% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2015, στα 107,5 δισ. ευρώ). Παράλληλα, η χρήση του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) περιορίστηκε τον Δεκέμβριο του 2016 σε 43,7 δισ. ευρώ, μειωμένη κατά 49% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2015, στα 86,8 δισ. ευρώ, και κατά 37% ως προς τον Δεκέμβριο του 2015, στα 68,9 δισ. ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης, η οποία δρομολόγησε την επαναφορά του waiver από την ΕΚΤ (επανένταξη των ελληνικών κρατικών τίτλων στις αποδεκτές εξασφαλίσεις για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής) και ενίσχυσε την καταθετική βάση των τραπεζών στο β' εξάμηνο του 2016. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2016 η ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από το Ευρωσύστημα (ΕΚΤ και ELA) ανήλθε σε ποσοστό 55% σε σχέση με τα υπόλοιπα καταθέσεων των εγχώριων νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αναδημοσίευση από το "Κεφάλαιο" που κυκλοφορεί.