Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 29-Ιουν-2007 08:48

    Από την οδό Σοφοκλέους στην "Αθηνών και Χρηματιστηρίου"

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η απόσταση από την πολύβουη οδό Σοφοκλέους μέχρι τη θορυβώδη Λεωφόρο Αθηνών στο Βοτανικό δεν διαρκεί πάνω από 15-20 λεπτά. Το Χρηματιστήριο της Αθήνας πάλι, χρειάστηκε πάνω από μισό αιώνα για να βρει το δρόμο που οδηγεί στο νέο του "σπίτι" και πάνω από 130 χρόνια για να αποκτήσει για πρώτη φορά από την ίδρυσή του ιδιόκτητη στέγη παρότι στην ιστορία του μετακόμισε πέντε φορές. Η έκτη και τελευταία (;) είναι αυτό το Σαββατοκύριακο.

    Η Σοφοκλέους από Δευτέρα δεν θα λέγεται πια "Σοφοκλέους". Θα πρέπει να της βρουν ένα άλλο όνομα και μάλλον δεν θα της ταίριαζε αυτό της "Αθηνών και Χρηματιστηρίου" γωνία όπως λέγονται οι δύο δρόμοι που περιβάλλουν το νέο της σπίτι.

    Ένα σπίτι γυάλινο "made by Babis Vovos", που αρχιτεκτονικά (επίτηδες θαρρείς για να τονίσει τον εκσυγχρονισμό του χρηματιστηριακού θεσμού τα τελευταία χρόνια) σε τίποτα δεν θυμίζει το νεοκλασικό της Σοφοκλέους 10.

    Είναι μακριά από την "καρδιά" του εμπορικού κέντρου και τα παραδοσιακά χρηματιστηριακά γραφεία, δεν έχει κίονες, "κάγκελο", ξύλινο πίνακα συναλλαγών και πατώματα που τρίζουν, έστω κι αν εκεί μαζί με τις σύγχρονες υπηρεσίες του ομίλου της ΕΧΑΕ θα στεγάζονται πάντα οι ίδιες ελπίδες, τα ίδια όνειρα, η απογοήτευση και οι προσδοκίες παλιών και νεότερων εραστών του χρηματιστηριακού πλούτου.


    Οι τελευταίες πράξεις της ρήξης με την ιστορία της Σοφοκλέους γράφονται αύριο και μεθαύριο, όταν τα φορτηγά θα κατεβάσουν και τις τελευταίες κούτες με τα αντικείμενα των εργαζόμενων της ΕΧΑΕ, κάποια ακόμη έπιπλα, έγγραφα και μικροαντικείμενα. Τα "βασικά" είναι ήδη εκεί από καιρό. Νέα υπερσύγχρονα συστήματα ασφαλείας, καινούρια γραφεία, ευχάριστος διάκοσμος, ευάεροι και ευήλιοι χώροι που σε τίποτα δεν θυμίζουν το "κουτί" όπου στέγαζε τόσα χρόνια το Χ.Α.

    Πολλοί παλιοί χρηματιστές και άνθρωποι που μεγάλωσαν δουλεύοντας γύρω από τα χρηματιστηριακά στέκια του τελευταίου αιώνα, πιστεύουν ότι το Χρηματιστήριο και να φύγει, η "ψυχή" του θα μείνει εκεί, στην οδό Σοφοκλέους.

    Εκεί είναι άλλωστε από τον Μάρτιο του 2001, όταν το κουδούνι στην ιστορική αίθουσα συναλλαγών σήμανε για τελευταία φορά και οι φωνές των χρηματιστών στο "floor" σιώπησαν πριν η συνεδρίαση μεταφερθεί στον "κυβερνοχώρο" και όλα γίνουν ηλεκτρονικά.

    Από Δευτέρα λοιπόν η Σοφοκλέους πάει Λεωφόρο Αθηνών. Ο χρόνος για όποιον επιθυμεί να εντρυφήσει έστω και επιφανειακά σε μια μικρή αναδρομή της αναζήτησης "στέγης" από τα χρόνια της ίδρυσης του στην οικία του Βασίλειου Μελά, την οδό Πεζμαγόγλου και τη Σοφοκλέους μέχρι σήμερα, είναι αρκετός και σίγουρα οι περιπέτειές του ενδιαφέρουσες.

    Εμείς να ευχαριστήσουμε τους ανθρώπους του Χρηματιστηρίου Αθηνών για τα στοιχεία που μας έδωσαν και να ευχηθούμε ολόψυχα στην διευθύντρια επικοινωνίας του ομίλου της ΕΧΑΕ κα Αλεξάνδρα Γρίσπου.

    Η ιστορία του Χρηματιστηρίου Αθηνών


    Αρχικά το Χρηματιστήριο Αθηνών εγκαταστάθηκε στη μεγάλη οικία του Βασιλείου Μελά, στο χώρο όπου μέχρι τότε λειτουργούσε το Κεντρικό Ταχυδρομείο. Στο ιστορικό αυτό μέγαρο και προς τη δυτική πλευρά του στεγάστηκε έως τα τέλη Σεπτεμβρίου 1881. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στην οικία Αργυροπούλου, που βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία της διασταύρωσης των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους. Εκεί παρέμεινε έως το 1885.

    Στις αρχές του 1885, το Χρηματιστήριο εγκαταστάθηκε σε κτίριο επί της οδού Σοφοκλέους 11, το οποίο είχε αναγερθεί από την Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία "Ο Ερμής". Στο κτίριο αυτό το Χρηματιστήριο παρέμεινε έως και τον Οκτώβριο του 1891. Η διάλυση της εταιρείας "Ο Ερμής" και η αγορά του κτιρίου από την Τράπεζα Εμπεδοκλέους (που αργότερα κατέληξε να είναι η Εμπορική Τράπεζα), ανάγκασε το Χρηματιστήριο να αναζητήσει άλλη, την τέταρτη κατά σειρά, στέγη.

    Από την 1η Νοεμβρίου 1891, το Χρηματιστήριο στεγάσθηκε σε κτίριο στην οδό Πεσμαζόγλου 1, το γνωστό σε εμάς σήμερα ως "Παλαιό Χρηματιστήριο". Την αίθουσα του Χρηματιστηρίου κοσμούσε ένα ωραιότατο ορειχάλκινο άγαλμα του Ερμή, τοποθετημένο πάνω σε μικρή ημικυκλική εξέδρα, πάνω από την έδρα του Κυβερνητικού Επόπτη. Σήμερα το άγαλμα αυτό, ως σύμβολο του χρηματιστηριακού θεσμού, κοσμεί τον προθάλαμο των γραφείων Διοίκησης του Χρηματιστηρίου στην οδό Σοφοκλέους 10.

    Η εξεύρεση κατάλληλης στέγης για το Χρηματιστήριο και η αποχώρησή του από το κτίριο της οδού Πεσμαζόγλου 1 έγινε επιτακτική κατά το 1923, λόγω των πολλών διορισμών και της αύξησης των μελών, που συνωστίζονταν ασφυκτικά στη μικρή αίθουσα συναλλαγών, δημιουργώντας το αδιαχώρητο. Λόγω οικονομικών δυσχερειών το θέμα ανεύρεσης στέγης απασχόλησε για πολλά χρόνια τους ιθύνοντες, μέχρι που επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για την οικοδόμηση κτιρίου επί της οδού Σοφοκλέους 10.

    Το Νοέμβριο του 1934, η Επιτροπή του Χρηματιστηρίου κλήθηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να παραλάβει το κτίριο της Σοφοκλέους 10. Στις 19 Δεκεμβρίου 1934 έγιναν με μεγάλη επισημότητα τα εγκαίνια του νέου κτιρίου το οποίο ήταν η πέμπτη κατά σειρά στέγη του Χρηματιστηρίου από την ίδρυσή του.

    Το Χρηματιστήριο στη δίνη των εθνικών εξελίξεων

    Η περίοδος των μεγάλων πολέμων και των εθνικοοικονομικών ανακατατάξεων με την ανατολή του νέου αιώνα, παρακολουθεί το Χρηματιστήριο Αθηνών να δοκιμάζεται σκληρά, αλλά και να δοκιμάζει με επιτυχία τις αντοχές του. Από την έναρξη της λειτουργίας του και για πολλές δεκαετίες οι διακυμάνσεις των τιμών ήταν έντονες και το κλίμα υποτονικό, κυρίως λόγω των εξελίξεων στην πολιτική σκηνή της χώρας αλλά και στο εξωτερικό.

    Το Χρηματιστήριο όμως αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του για πρώτη φορά το 1912, όταν έγινε η κήρυξη της γενικής επιστράτευσης και παρέμεινε κλειστό σε όλη την πρώτη φάση των Βαλκανικών πολέμων, έως τις 14 Νοεμβρίου 1912. Το αρνητικό κλίμα συνεχίσθηκε και το χρηματιστήριο διέκοψε ξανά τις εργασίες του στις 30 Μαΐου 1914, με αφορμή τις διώξεις του ελληνικού πληθυσμού στη Μικρά Ασία και την κινητοποίηση του ελληνικού στόλου. Και όπως συνήθως γινόταν σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι συναλλαγές μεταφέρθηκαν ανεπίσημα σε χώρους έξω από το κτίριο του Χρηματιστηρίου, ενώ οι τιμές που διαμορφώνονταν, δημοσιεύονταν στο εβδομαδιαίο οικονομικό περιοδικό "Πλούτος", το οποίο απολάμβανε του σεβασμού της χρηματιστηριακής κοινότητας. Το Χρηματιστήριο επανέλαβε τις εργασίες του στις 28 Δεκεμβρίου του 1914.

    Το επόμενο χρονικό σημείο σταθμός στην πορεία της λειτουργίας του Χρηματιστηρίου ήταν αυτό της περιόδου της καταστροφής της Μικράς Ασίας. Τα γεγονότα από το μέτωπο προκαλούσαν την πτώση της δραχμής και την άνοδο του συναλλάγματος και της λίρας. Αυτό με τη σειρά του, προκαλούσε και την άνοδο των μετοχών, αφού κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τότε το μέγεθος της καταστροφής που σήμαινε για το ελληνικό έθνος η στρατιωτική ήττα της Μικράς Ασίας. Η ανοδική κίνηση των μετοχών το 1922 συνεχίσθηκε και κατά τις αρχές του 1923.

    Τα προμηνύματα της επερχόμενης θύελλας φάνηκαν από το πρωί της 2ας Μαϊου 1923, όταν η διαφαινόμενη θετική έκβαση των συνομιλιών της Λωζάνης, έριξε τις τιμές του συναλλάγματος. Τη μεθεπομένη, όταν ο Ελ.Βενιζέλος τηλεγραφούσε από τη Λωζάνη ότι η Κοινωνία των Εθνών δέχθηκε να παράσχει προς την Ελλάδα κάθε ηθική και υλική βοήθεια για την επίλυση του προσφυγικού προβλήματος, οι τιμές του συναλλάγματος κατέρρευσαν, παρασύροντας μαζί τους και τις τιμές όλων των αξιών. Είχε αρχίσει η πτώση, η οποία έμελλε να είναι μία από τις χειρότερες που γνώρισε στην ιστορία του το Χρηματιστήριο της Αθήνας. Με Βασιλικό Διάταγμα, το Χρηματιστήριο ανέστειλε τη λειτουργία του στις 21 Ιουνίου 1923, για ένα μήνα. Με την επαναλειτουργία του στις 25 Ιουλίου (μία ημέρα μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης), η Διοίκηση του Χρηματιστηρίου αποφάσισε ότι για την προστασία των συναλλασσομένων, οι συναλλαγές θα γίνονταν μόνο τοις μετρητοίς.

    Παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε η ελληνική οικονομία κατά την πρώτη περίοδο του μεσοπολέμου, μπόρεσε να επιτύχει ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να θέσει τα θεμέλια για τον ταχύτερο εκσυγχρονισμό της. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας κατά τα χρόνια αυτά, έπαιξε το τραπεζικό σύστημα το οποίο είχε αναπτυχθεί σημαντικά αριθμώντας 43 τράπεζες. Όμως τη σημαντικότερη εξέλιξη στο χώρο του τραπεζικού συστήματος αποτέλεσε η ίδρυση, το 1928, της Τράπεζας της Ελλάδος, μίας αμιγούς Κεντρικής Τράπεζας, η οποία θα είχε ως ρόλο την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, μέσα από τη διατήρηση συνθηκών νομισματικής σταθερότητας.
    Κατά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, στο χρηματιστήριο δεν υπήρχαν δραματικές επιδράσεις, λόγω της μορφής της ελληνικής οικονομίας τα χρόνια εκείνα. Το ξέσπασμα της χρηματιστηριακής κρίσης στο εξωτερικό δεν επηρέασε άμεσα την ελληνική αγορά. Το χρηματιστήριο όμως διέκοψε τη λειτουργία του για 15 μήνες (1931-32) λόγω γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας και όταν επαναλειτούργησε το Δεκέμβριο του 1932, επετράπησαν οι συναλλαγές μόνο τοις μετρητοίς. Τα συσσωρευμένα χρέη, η αδυναμία εκκαθάρισης και η καχεξία των συναλλαγών επιδείνωσαν την οικονομική θέση των μελών του , που τις μέρες εκείνες έφθαναν τα 119. Την άσχημη αυτή κατάσταση βελτίωσε σημαντικά ο νόμος 6410/14-11-1934 που επέτρεψε τη διεξαγωγή πράξεων με προθεσμία (σε ορισμένους μόνο τίτλους), περιόρισε τους χρηματιστές σε 50 και καθιέρωσε υποχρεωτικά την κατάθεση εγγυήσεων για κάθε συναπτόμενη συναλλαγή. Από το 1935 ο νόμος αυτός λειτούργησε αρκετά αποτελεσματικά και παρά τα σοβαρά πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν, η ασφάλεια των συναλλαγών υπήρξε απόλυτη.

    Το επόμενο σημαντικό χρονικό σημείο στην πορεία του χρηματιστηρίου σε σχέση με τις εθνικές εξελίξεις, ήταν η μέρα της ιταλικής επίθεσης, στις 28 Οκτωβρίου 1940. Το χρηματιστήριο εκείνη την ημέρα βρισκόταν σε μία φάση σχετικής ηρεμίας, χωρίς έντονες διακυμάνσεις τιμών ή χωρίς μεγάλους όγκους συναλλαγών. Με τα οικονομικά μέτρα που έλαβε όμως η κυβέρνηση – ειδικά της δέσμευσης των καταθέσεων - κατέστη αναγκαίο το προσωρινό κλείσιμο του χρηματιστηρίου για την προστασία των συναλλασσομένων από ενδεχόμενες ζημίες. Το χρηματιστήριο έδωσε το παρόν στον αγώνα της πατρίδας. Τόσο οι νεότεροι σε ηλικία χρηματιστές, όσο και το μισό περίπου από το προσωπικό του, στρατεύθηκαν. Ανάμεσά τους αρκετοί έπεσαν ηρωικά στο μέτωπο της Αλβανίας και αργότερα στα οχυρά της Μακεδονίας, μαχόμενοι εναντίων των Γερμανών.

    Η κατοχική κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της διαρκούς ανόδου της τιμής της λίρας και των αξιών. Τα διάφορα "αστυνομικού" χαρακτήρα μέτρα ατόνησαν και γρήγορα οι μεσίτες της "ελεύθερης" αγοράς επιδίδονταν στην αγοροπωλησία λιρών στους δρόμους γύρω από το κτίριο της οδού Σοφοκλέους. Κάποια στιγμή επιτράπηκε η αγοραπωλησία χρυσών νομισμάτων στο χρηματιστήριο, χωρίς υποχρέωση των χρηματιστών να δηλώνουν το όνομα του πελάτη τους. Όμως ούτε αυτό κατέστη δυνατό να ανακόψει τους ρυθμούς ανόδου της τιμής της λίρας.

    Στις αρχές Μαίου 1944 η τιμή της λίρας είχε φτάσει στα 70.000.000δρχ. και τις ίδιες μέρες η τιμή της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας ξεπερνούσε τα 750.000.000δρχ.! Στο μεταξύ κυκλοφόρησαν χαρτονομίσματα του 1.000.000 δρχ. Από τη μία ημέρα στην άλλη η λίρα ανέβαινε κατά εκατοντάδες εκατομμύρια. Εξαιτίας του όγκου των χαρτονομισμάτων στις συναλλαγές προκλήθηκαν τεχνικές δυσχέρειες. Τα χαρτονομίσματα τα οποία μεταφέρονταν στην Τράπεζα της Ελλάδος για την καθημερινή πλέον εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τοποθετούνταν σε τσουβάλια και μεταφέρονταν σε κάρα. Κυκλοφόρησαν νομίσματα των εκατό εκατομμυρίων και αργότερα του ενός και των δέκα δισεκατομμυρίων (ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο μηνιαίος μισθός ενός κατώτερου υπαλλήλου του Χρηματιστηρίου ανερχόταν σε σαράντα τρισεκατομμύρια δραχμές!).

    Παρά το έντονο πληθωριστικό πρόβλημα, η ελληνική οικονομία προχώρησε σε μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Η αποκατάσταση της νομισματικής ισορροπίας , σε συνδυασμό με το νόμο "περί επενδύσεων και προστασίας των κεφαλαίων εξωτερικού, καθώς και η υλοποίηση πενταετούς Προγράμματος Οικονομικής Ανάπτυξης υπήρξαν τα κυρίαρχα οικονομικά γεγονότα της δεκαετίας του 1950, τα οποία έθεσαν τις βάσεις για μία –σχεδόν 20ετή- περίοδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αυτών κατά την επόμενη δεκαετία ιδρύθηκαν ειδικοί οργανισμοί όπως : ο Οργανισμός Βιομηχανικής Αναπτύξεως, η Τράπεζα Επενδύσεων, η ΕΤΕΒΑ και η ΕΤΒΑ. Χαρακτηριστικά της περιόδου, ήταν η αύξηση της αξίας των συναλλαγών, στοιχείο το οποίο προμήνυε τη θετική χρηματιστηριακή φάση που σε συνδυασμό με τη θετική πορεία της οικονομίας, ξεκινούσε.

    Σημαντικό γεγονός στην πορεία της αγοράς υπήρξε η μερική κατάργηση της ονομαστικοποίησης των μετοχών, η οποία είχε επιβληθεί κατά το 1950, καθώς επίσης και η απλούστευση της διαδικασίας μεταβίβασης των μετοχών. Επί σειρά ετών δεν παρατηρήθηκαν τα κερδοσκοπικά φαινόμενα και τα σκάνδαλα τα οποία ήταν τόσο συνήθη στην προπολεμική περίοδο, ενώ και η σύνθεση του επενδυτικού κοινού είχε διευρυνθεί και είχε πάψει να αποτελείται από τις ομάδες των κερδοσκόπων, που τόσο ταλαιπώρησαν το χώρο κατά το παρελθόν.

    Από τα τέλη του 1964 είχε τεθεί σε εφαρμογή η λειτουργία του Γενικού Δείκτη Τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. Στα τέλη του 1966 ο δείκτης βρισκόταν στις 111,93 μονάδες.

    Αργότερα ο νόμος 148/1967 εισήγαγε:

    •Οι Ανώνυμες Εταιρίες να μπορούν αναπροσαρμόζουν την αξία των παγίων περιουσιακών τους στοιχείων, να εμφανίζουν σε ειδικό αποθεματικό ένα μέρος ή ολόκληρη την υπεραξία που προέκυπτε και να κεφαλαιοποιήσουν το αποθεματικό αυτό με την έκδοση νέων μετοχών, που θα δίνονταν δωρεάν στους μετόχους τους.

    •Υποχρεωτική καταβολή μερίσματος από τις εισηγμένες

    •Φορολογική απαλλαγή του μερίσματος έως του ποσού των 15.000 ή των 30.000δρχ κατά περίπτωση

    •Μείωση του φορολογικού συντελεστή στο 30% έναντι του 38% για τις μη εισηγμένες

    •Δικαίωμα για έκδοση προνομιούχων μετοχών χωρίς το δικαίωμα ψήφου.


    Ο νόμος αυτός έβαζε τα θεμέλια για την ίδρυση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία επρόκειτο να λειτουργήσει μερικά χρόνια αργότερα (το 1972) για να ολοκληρωθεί η μορφή και ο σκοπός της πολύ αργότερα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Λίγο αργότερα με το Ν.Δ. 608/1970 έγινε και στη χώρα μας η εισαγωγή του θεσμού των Αμοιβαίων Κεφαλαίων και των Εταιρειών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου.

    Λόγω της ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας αλλά και της θετικής πορείας των διεθνών χρηματιστηρίων, η περίοδος αυτή υπήρξε μία από τις πιο δυναμικές όλων των εποχών.

    Κατά τα τέλη του 1966 στο Χρηματιστήριο Αθηνών διαπραγματεύονταν οι μετοχές 76 εταιρειών, αριθμός αυτός είχε αυξηθεί σε 82 στα τέλη του 1970, σε 89 στα τέλη του 1972, σε 115 στα τέλη του 1973 και σε 124 στα τέλη του 1974.

    Μετά το τέλος του 1973 έκλεισε μία σημαντική περίοδος για το ελληνικό Χρηματιστήριο αφού ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που το χρηματιστήριο γινόταν ένας φορέας μαζικού ενδιαφέροντος, όπου συναλλάσσονταν δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων και άρχισαν να αναπτύσσονται και να διαδίδονται σε μαζική πλέον κλίμακα, απόψεις και θεωρίες γύρω από τον τομέα των μετοχικών επενδύσεων. Αυτό όμως που πρέπει να σταθούμε είναι ότι μετά από δεκαετίες απραξίας η αρχή είχε πραγματοποιηθεί και η χρηματιστηριακή αγορά έπαιζε πλέον το ρόλο της ως το μέρος όπου οι εταιρείες μπορούσαν να αντλούν κεφάλαια από το ευρύτερο επενδυτικό κοινό.

    Κατά τα επόμενα χρόνια πολλές εξελίξεις σε εθνικό και οικονομικό επίπεδο (η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το ξέσπασμα πετρελαϊκής κρίσης το 1979) είχαν αντίκτυπο στην πορεία της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς.

    Στις περιόδους κερδοσκοπικών εξάρσεων , όπως αυτή που είχε δημιουργηθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών από το καλοκαίρι έως τον Οκτώβριο του 1987, όταν οι τιμές φθάνουν πλέον σε τόσο υψηλά επίπεδα που δύσκολα μπορούν να πιστέψουν οι παλαιότεροι της αγοράς και που παράλληλα προσελκύουν ένα εντελώς νέο κοινό που – κυρίως λόγω άγνοιας και φόβου- έως τότε παρέμενε έξω από την αγορά, αρκεί ένα τυχαίο γεγονός για να αντιστρέψει την κατάσταση και να ανατρέψει δραματικά την ψυχολογία του επενδυτικού κοινού. Αυτό συνέβη πολλές φορές στην ελληνική αγορά.


    Η τελευταία συνεδρίαση στην ιστορική αίθουσα του Χρηματιστηρίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε στις 30 Μαρτίου 2001.

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων