Συνεχης ενημερωση

    Τετάρτη, 13-Ιαν-2016 00:22

    Άφεση χρέους και Φορολογία

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Του Γιώργου Δαλιάνη,

    με τη συνεργασία της Δήμητρας Δεμιτσόγλου και του Φίλιππου Ζήρα

    To αδιάκοπα μεταβαλλόμενο φορολογικό καθεστώς, επιτείνει το κλίμα αβεβαιότητας και επενδυτικής ξηρασίας αφήνοντάς μας από έτος σε έτος να αναμένουμε την επάνοδο της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης. Η συνακόλουθη οικονομική δυσπραγία αρκετών εκ των επιχειρηματικά συμβαλλόμενων οδήγησε σε συμβιβαστικές επιλογές μιας και η δικαστική διεκδίκηση για τον υγιώς σκεπτόμενο επιχειρηματία είναι η ύστατη διέξοδος. Η λύση με την οποία τα μέρη επιλέγουν να βάλουν τέλος σε μια ιδιωτική οικονομική (συνήθως) εκκρεμότητα μπορεί να  έχει την έννοια του συμβιβασμού η οποία παρέχεται από τον ΑΚ 871 επ. Πρόκειται για σύμβαση με την οποία η μεταξύ δύο προσώπων έριδα ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση αίρεται με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Οι υποχωρήσεις πρέπει να είναι αμοιβαίες. Αν δεν έχουμε αμοιβαίες υποχωρήσεις αλλά έχουμε μια μονομερή εγκατάλειψη βέβαιων αξιώσεων, τότε τα μέρη συμφωνούν σε μια άφεση χρέους(ΕφΑθ 8912/1991).

    Α. Η άφεση χρέους κατά το Δίκαιο

    Τα ιδιωτικά ενοχικά δικαιώματα, στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να διατεθούν ελεύθερα. Αυτό σημαίνει πως ο έχων το εκάστοτε δικαίωμα μπορεί επί παραδείγματι να παραιτηθεί από αυτό. Μια τέτοια παραίτηση ενέχει και η διάταξη του άρθρου 454 του Αστικού Κώδικα περί "άφεσης χρέους". 

    "Όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής."

    Για να γίνουμε κατανοητοί, η ενοχή που αποσβένεται είναι η αξίωση του δανειστή απέναντι στον οφειλέτη να του καταβάλει την οφειλή του (π.χ. ανεξόφλητα τιμολόγια).  Από τη διάταξη αυτή του Αστικού Κώδικα συνάγεται ότι η περί αφέσεως συμφωνία μεταξύ δανειστού και οφειλέτου προϋποθέτει υφιστάμενο χρέος.  Η άφεση του χρέους μπορεί να αφορά και μέρος της αξίωσης. 

    Συμφωνία για άφεση χρέους μπορούμε να έχουμε τόσο σε εμπορικές όσο και σε αστικές συμβάσεις, οι οποίες αποτελούν υποκατηγορίες του Ιδιωτικού Δικαίου. Χάριν της πληρότητας του άρθρου θα αναφέρουμε εδώ παραδείγματα συμβάσεων στα οποία μπορούμε να έχουμε άφεση χρέους στο Ιδιωτικό Δίκαιο. 
    Παραδείγματα Εμπορικών Συμβάσεων: Ανεξόφλητα τιμολόγια, συμβάσεις franchising, leasing, ασφαλιστικές συμβάσεις κ.α.
    Παραδείγματα Αστικών Συμβάσεων (συμβάσεις δηλαδή που δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα με βάση το υποκειμενικό, αντικειμενικό ή τυπικό κριτήριο): Κλασικότερο παράδειγμα όλων είναι οι μισθωτικές συμβάσεις.

    Β. Προβλεπόμενος τύπος για συμφωνία άφεσης χρέους

    Για τη σύναψη της συμφωνίας άφεσης χρέους δεν απαιτείται κάποιος συγκεκριμένος τύπος. Σε κάθε περίπτωση βέβαια αν η άφεση αυτή γίνεται για αιτία για την οποία απαιτείται η τήρηση συστατικού τύπου, τότε και η άφεση χρέους θα έχει τον ίδιο τύπο όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 369 και 842 AK. 

    Η κατάρτιση της σύμβασης παρότι δεν καθίσταται υποχρεωτική κατά τον Αστικό Κώδικα, κρίνεται σκόπιμη η υπογραφή και κατάθεσή της στην αρμόδια οικονομική εφορία.

    Όπως κάθε σύμβαση, έτσι και εδώ για τη σύναψή της πρέπει ο οφειλέτης να αποδεχθεί την παραίτηση του δανειστή, και η πρόταση αυτή προς τον οφειλέτη πρέπει να είναι σαφής και αναμφίβολη. Υπάρχει και η δυνατότητα να γίνει άτυπα η πρόταση για άφεση χρέους από τον δανειστή προς τον οφειλέτη. Λόγω της προφανούς ωφελείας που έχει για τον οφειλέτη η σύμβαση αυτή, μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, σιωπή εκ μέρους του οφειλέτη τεκμαίρεται ως αποδοχή της πρότασης άφεσης χρέους (Μον.Πρ.Δραμ. 81/1992).

    Γ. Φορολογική αντιμετώπιση της άφεσης χρέους

    Η σύμβαση αυτή ως αυτοτελής πράξη υπόκειται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Τελών και Χαρτοσήμου σε χαρτόσημο 3% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε αστική σχέση και 2% (πλέον 20% ΟΓΑ χαρτοσήμου) εφόσον αναφέρεται σε εμπορική σχέση.  Η υποχρέωση για την καταβολή του τέλους χαρτοσήμου και το βάρος της δαπάνης αυτού, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας, βαρύνει τον οφειλέτη κατά τον Α.Κ.

    Η ως άνω σύμβαση άφεσης χρέους επηρεάζει τον προσδιορισμό του αποτελέσματος των συναλλασσομένων.  Σκόπιμο θα ήταν λοιπόν στο σημείο αυτό να εξετάσουμε την αντιμετώπιση της προκύπτουσας ζημίας λόγω της παραίτησης της πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη του χρέους , καθώς και  της ωφέλειας που αποκομίζει ο οφειλέτης, ερμηνεύοντας τον Κ.Φ.Ε.

    Για να γίνουμε κατανοητοί, όταν πωλούμε με κάποια προϊόντα ή υπηρεσίες επί πιστώσει, προχωράμε και στην αντίστοιχη εγγραφή στα βιβλία μας τόσο ως προς τα έσοδα όσο και προς τον ΦΠΑ. Μεταφερόμενες απαιτήσεις από έτος σε έτος γίνονται δυσχερείς ως προς την είσπραξή τους (π.χ. επισφάλειες) και με σκοπό να κάνουν κάποιο ξεκαθάρισμα στις οικονομικές τους καταστάσεις ή για επιχειρηματικούς σκοπούς προκειμένου να συνδράμουν τον οφειλέτη, οι επιχειρήσεις διαγράφουν ένα χρέος-απαίτηση. Τι γίνεται όμως με τον οφειλέτη που είχε επωφεληθεί από την αγορά την οποία καταχώρησε στις δαπάνες του και δεν πλήρωσε ποτέ; Τι γίνεται με τον δανειστή-πωλητή ο οποίος εξέδωσε τιμολόγια και δήλωσε έσοδα τα οποία δεν εισέπραξε και για τα οποία πιθανότατα ήδη φορολογήθηκε;

    Γ.1) Προϋποθέσεις υπαγωγής της άφεσης χρέους στις εκπιπτόμενες δαπάνες

    Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 21 του Ν.4172/2013 ως "επιχειρηματική συναλλαγή" θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους.  Στην έννοια του κέρδους βάσει του άρθρου 47 του Κ.Φ.Ε. εμπίπτει και η κεφαλαιοποίηση ή διανομή κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων.

    Εν συνεχεία βάσει του άρθρου 22 του Ν.4172/2013 κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες: 
    α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της, 
    β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση, 
    γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.

    Επιπρόσθετα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 47 του Ν.4172/2013 όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

    Άρα, η δαπάνη η οποία προκύπτει για τον δανειστή-πωλητή από την άφεση χρέους, με την παραίτησή του από την αξίωση για το τίμημα που του οφείλεται, μπορεί να υπαχθεί στις εκπιπτόμενες δαπάνες του εφόσον πρόκειται για παραίτηση από απαίτηση που: 
    -    εμπίπτει στις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές του δανειστή-πωλητή
    -    αντιστοιχεί σε πραγματική συναλλαγή ίσης αξίας με τα φορολογικά της στοιχεία τα οποία επικαλείται στην άφεση χρέους
    -    έχει γραφτεί κανονικά στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης συναλλαγών της αντίστοιχης περιόδου
    Να σημειώσουμε πως η ζημία λόγω άφεσης χρέους δεν εμπίπτει στις περιοριστικά αναφερόμενες μη εκπιπτόμενες δαπάνες του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε..

    Γ.2) Λόγοι απόρριψης της εκπιπτόμενης δαπάνης από την Φορολ. Διοίκηση (εδώ της άφεσης χρέους)

    Απαραίτητη προϋπόθεση για να έχουν εφαρμογή τα ανωτέρω είναι οι επιχειρηματικές συναλλαγές να γίνονται στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών της εκάστοτε εταιρείας και να μην στερούνται οικονομικής ή εμπορικής ουσίας καθώς σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν.4174/2013 κατά τον προσδιορισμό φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Στην περίπτωσή μας, ως διευθέτηση μπορούμε να εννοήσουμε και την συμφωνία για άφεση χρέους. Οι δαπάνες οι οποίες απορρίπτονται από τον έλεγχο χαρακτηρίζονται και ως μη παραγωγικές.
    Λογιστικές διαφορές είναι τα έξοδα ή το μέρος των εξόδων τα οποία, ενώ έχουν καταχωρισθεί στα τηρούμενα βιβλία, με επάρκεια και ακρίβεια και συγκεντρώνουν όλες τις λοιπές προϋποθέσεις ως προς τη νομιμότητά τους, δεν αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενα από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Η μη αναγνώρισή τους οφείλεται κυρίως σε λόγους που, κατά την άποψη του νομοθέτη, συνδέονται με την μη παραγωγικότητα της δαπάνης.

    Για τον καθορισμό του τεχνητού ή μη χαρακτήρα μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει εάν αυτές αφορούν μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες καταστάσεις: 

    α) ο νομικός χαρακτηρισμός των μεμονωμένων σταδίων από τα οποία αποτελείται μια διευθέτηση είναι ασυμβίβαστος με τη νομική υπόσταση της διευθέτησης στο σύνολό της (όταν χρησιμοποιείται δηλαδή διαδικασία μη προβλεπόμενη από το νόμο). Αν για παράδειγμα γίνεται μια άφεση χρέους ή ένας διακανονισμός με ιδιωτικό συμφωνητικό ενώ απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη, αυτή η άφεση χρέους δεν θα εκπέσει (π.χ. άφεση χρέους κληρονομιάς).
    β) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων εφαρμόζεται κατά τρόπο που δεν συνάδει με μια συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά
    γ) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων περιλαμβάνει στοιχεία που έχουν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους (υπάρχουν δηλαδή αντιφάσεις, στην περίπτωσή μας, μεταξύ της άφεσης χρέους και άλλων συναλλαγών)  
     δ) η σύναψη συναλλαγών είναι κυκλικού χαρακτήρα (δηλαδή επαναλαμβάνονται συστηματικά και είναι προφανώς εγγραφές εικονικών συναλλαγών)
     ε) η διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οδηγεί σε σημαντικό φορολογικό πλεονέκτημα αλλά αυτό δεν αντανακλάται στους επιχειρηματικούς κινδύνους, τους οποίους αναλαμβάνει ο φορολογούμενος ή στις ταμειακές ροές του
    στ) το αναμενόμενο περιθώριο κέρδους πριν από το φόρο είναι σημαντικό σε σύγκριση με το ύψος του αναμενόμενου φορολογικού πλεονεκτήματος. Με άλλα λόγια το φορολογητέο κέρδος μειώνεται χαρακτηριστικά λόγω κάποιων, πιθανώς, τεχνητών δαπανών τις οποίες για τον λόγο αυτό δεν αναγνωρίζει ο έλεγχος. 

    Γ.3) Ωφέλεια και υποχρεώσεις άφεσης χρέους για οφειλέτη και δανειστή

    Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, από την μεν πλευρά του οφειλέτη η ωφέλεια της άφεσης του χρέους, ως κέρδος, βαρύνει τα αποτελέσματα της διαχειριστικής χρήσης στην οποία συνάφθηκε η σύμβαση άφεσης χρέους και συναθροίζεται με τα λοιπά έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Έτσι το ακαθάριστο φορολογητέο εισόδημα αυξάνεται.  

    Από την δε πλευρά του πιστωτή, η προκύπτουσα ζημιά της άφεσης του χρέους που έγινε μέσα στα πλαίσια της ασκούμενης εμπορικής του δραστηριότητας, εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά του ως δαπάνη, και αναγνωρίζεται φορολογικά για τον προσδιορισμό τους κέρδους του, μειώνοντας έτσι το ακαθάριστο εισόδημά του.

    Διευκρινίζεται, ότι αν η επωφελούμενη επιχείρηση από τη ρύθμιση (ο οφειλέτης) έχει ζημίες εντός του φορολογικού έτους, η υπόψη ωφέλεια συμψηφίζεται µε τη ζημία και το θετικό αποτέλεσμα που προκύπτει ενδεχόμενα υπόκειται σε φορολογία. Σε αντίθετη περίπτωση, αν προκύπτει ζημία, αυτή μεταφέρεται για συμψηφισμό διαδοχικά στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Κ.Φ.Ε. Η ζημία του προγενέστερου έτους συμψηφίζεται κατά προτεραιότητα έναντι της ζημίας μεταγενέστερου έτους.

    Γ.4) Συνδυασμός άφεσης χρέους με αναγνώριση χρέους.

    Στην πράξη η πιο συνηθισμένη περίπτωση άφεσης χρέους είναι αυτή της μερικής άφεσης χρέους από ανεξόφλητα τιμολόγια, η οποία συνδυάζεται με ένα διακανονισμό για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό.

    Π.χ. Ο Α οφείλει στον Β 20.000 ευρώ από αγορές εμπορευμάτων και υπηρεσιών για τιμολόγια που εκδόθηκαν προ 4 ετών. Προκειμένου να μην επέλθει ρήξη και άσκοπες δικαστικές διεκδικήσεις αλλά και λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών, τα δύο μέρη έρχονται σε έναν συμβιβασμό.
    Ο Α διαγράφει τα 10.000 ευρώ της οφειλής του Β και διακανονίζει σε δόσεις τα υπόλοιπα. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε μια αμοιβαία επικερδή συμφωνία για τα μέρη με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ο μεν Α θα εκπέσει από τις δαπάνες του την ζημία από τα διαγραμμένα 10.000 ευρώ αλλά θα έχει ταυτόχρονα στα χέρια του και μια αναγνώριση της υπόλοιπης οφειλής οπότε ανανεώνεται ο χρόνος παραγραφής της απαίτησής του. Ο Β θα καταβάλει το φόρο εισοδήματος επί της ωφέλειας και για τα υπόλοιπα θα καταβάλει σε δόσεις σε βάθος χρόνου.

    Γ.5) Διαφορά άφεσης χρέους και δωρεάς

    Δεν πρέπει να συγχέεται η ωφέλεια η οποία αποκομίζεται από τον οφειλέτη λόγω της άφεσης χρέους με τη δωρεά χρημάτων καθώς αποτελούν εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Στην μεν άφεση χρέους ο παραιτούμενος της απαίτησης έχει ωφέλεια με την έκπτωση από το ακαθάριστο εισόδημα της επιχείρησης, στην δε δωρεά δεν υφίσταται τέτοια ξεκάθαρη ωφέλεια, πρέπει δε να καλύπτει την δωρεά βάσει της φορολογικής του δήλωσης. Επίσης, ο συντελεστής φορολογίας είναι διαφορετικός ανάλογα την περίπτωση.

    Να σημειώσουμε πως η άφεση χρέους απαιτεί προγενέστερη σύμβαση από την οποία πηγάζει η απαίτηση, μπορεί δε να γίνει οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον. Η δωρεά από την άλλη πρέπει μόνο να δηλωθεί στο οικείο έτος στο οποίο συντελέστηκε.

    Βλέπουμε εδώ πως αυτή η διμερής ωφέλεια για τους συμβαλλόμενους υφίσταται στην άφεση χρέους, ενώ η περίπτωση της δωρεάς γεννά φοροδοτικές υποχρεώσεις μόνο για τον δωρεοδόχο (με την προϋπόθεση πως ο δωρητής καλύπτει με ανάλωση κεφαλαίου ή άλλο μέσο την δωρεά). 

    πιν

     

    Δ. Πρόταση σταδιακής φορολόγησης της ωφέλειας για τον οφειλέτη
     

    Οφείλουμε να δεχτούμε πως οι επιχειρήσεις οι οποίες προβαίνουν σε τέτοιες λύσεις-ρυθμίσεις όπως αυτή της διαγραφής χρέους, πιθανότατα έχουν ήδη εξαντλήσει τις περισσότερες διαθέσιμες οδούς οι οποίες θα είχαν πιθανότητα να φέρουν αποτέλεσμα. Σίγουρα ο πιστωτής-δανειστής για να αποδέχεται να μην έχει αξίωση στα χρήματα που του οφείλονται, έχει σιγουρευτεί πως κατά πάσα βεβαιότητα ο οφειλέτης είναι σε πραγματική αδυναμία να αποπληρώσει και είναι μάταιο να διατηρεί την αξίωση αυτή, η οποία με το πέρασμα των ετών είναι δυνατόν και να παραγραφεί. Απλά αναφέρουμε εδώ πως ο γενικός κανόνας της παραγραφής των εμπορικών αξιώσεων είναι η πενταετία (αρ. 250 ΑΚ).

    Με βάση το υπάρχον πλαίσιο η φορολόγηση της πιο πάνω ωφέλειας για τον οφειλέτη σε μία (1) χρήση δημιουργεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις επωφελούμενες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αντίθετων από των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Επειδή πολλές από τις ως άνω επιχειρήσεις είναι σε δυσμενή οικονομική κατάσταση θα πρέπει στο σημείο αυτό να πάρει θέση η  Διοίκηση τροποποιώντας τη νομοθεσία ώστε να καταστεί δικαιότερη και αναλογικότερη των πραγματικών οικονομικών δυνατοτήτων των οφειλετών, δίνοντας τη δυνατότητα ρυθμίσεων που θα συνδράμουν στην επιβίωσή τους και όχι απλά στο να αλλάξουν πιστωτή και από τον ιδιώτη να περάσουν στο Δημόσιο. 

    Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ωφέλεια που προκύπτει από την άφεση χρέους θα πρέπει να φορολογηθεί εφάπαξ στο έτος που συνάφθηκε η σύμβαση και όχι ισόποσα π.χ. σε πέντε (5) συνεχείς χρήσεις ή και περισσότερες εφόσον το ποσό της άφεσης χρέους υπερβαίνει ένα ποσό που θα ορίσει η Διοίκηση , αρχής γενομένης από τη χρήση μέσα στην οποία προκύπτει η ωφέλεια από την άφεση του χρέους.

    Ε. Ειδικές περιπτώσεις

    Ε1) Άφεση χρέους στην εξυγίανση του άρθρου 99.

    Αξίζει να αναφέρουμε ότι τυγχάνει ειδικής φορολογικής μεταχείρισης η ωφέλεια που προκύπτει από τη διαγραφή υποχρεώσεων των επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του Πτωχευτικού Κώδικα.

    Σχετικές οδηγίες είχαν δοθεί με την ΠΟΛ 1150/20.06.2013, σύμφωνα με την οποία το ποσό το οποίο ωφελείται εταιρία από τη μείωση των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών στα πλαίσια συμφωνίας πτωχευτικού συμβιβασμού με βάση τις διατάξεις των άρθρων 600 έως 609 του Εμπορικού Νόμου, δεν αποτελεί φορολογητέο εισόδημα διότι δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εισοδήματος το οποίο προκύπτει από άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και περαιτέρω, δεν εμπίπτει στις διατάξεις της περίπτωση ι΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του Ν.2238/1994, καθόσον ο πτωχευτικός συμβιβασμός δεν θεωρείται ως παραίτηση της πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξης χρέους μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους συνεργασίας (σχετικό  έγγραφο αριθ.1043963/10531/Β0012/17.7.2007). Με το  ποσό της ωφέλειας , η ωφελούμενη επιχείρηση θα σχηματίσει αφορολόγητο αποθεματικό. 

    Ε2) Πρόταση έκδοσης ενιαίας εγκυκλίου

    Σήμερα, και ενώ οι επιχειρήσεις που κατάφεραν να επιβιώσουν συνεχίζουν να παλεύουν με το κράτος περισσότερο να δρα εχθρικά απέναντί τους παρά υποστηρικτικά, πιστωτές και οφειλέτες καθημερινά προχωρούν σε ρυθμίσεις και διαγραφές παλαιότερων εκκρεμοτήτων. Είναι λοιπόν άμεσης προτεραιότητας η ανάγκη έκδοσης μια νέας εγκυκλίου η οποία θα ρυθμίζει όλες τις περιπτώσεις φορολογικής μεταχείρισης της άφεσης χρέους ώστε νομοθετήματα που έπεσαν σε αχρηστία κατά τα προηγούμενα χρόνια να γίνουν εργαλεία στα χέρια των επιχειρήσεων και της ανασυγκρότησής τους, όπως για παράδειγμα ο ν.4307/2014 περί εξωδικαστικού συμβιβασμού (νόμος Δένδια). Πρέπει να λάβει τέλος η έκδοση εγκυκλίων για την μεταχείριση συγκεκριμένων περιπτώσεων ανά νόμο και άρθρο και οι εγκύκλιοι να αποκτούν τη δομή και χρηστικότητα κωδικοποιήσεων.

    * Ο κ. Γιώργος Δαλιάνης είναι διευθύνων σύμβουλος της Artion AE, η κα Δήμητρα Δεμιτσόγλου Senior Accountant και ο κ. Φίλιππος Ζήρας δικηγόρος της ίδιας εταιρείας

    www.artion.gr

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ