Της Νένας Μαλλιάρα

Εκτός ελέγχου παραμένει η κατάσταση στα "κόκκινα" επιχειρηματικά δάνεια, με τις τράπεζες να εμφανίζονται αδύναμες να ελέγξουν τη ροή δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Η κατάσταση δημιουργεί ανησυχία, προβληματισμό και εκνευρισμό στις τράπεζες, οι οποίες διαβλέπουν "ουρά" σε νέα "κόκκινα" επιχειρηματικά δάνεια και παράλληλα φοβούνται ότι σχέδια αναδιαρθρώσεων  που δουλεύονται εντατικά το τελευταίο διάστημα, με κορυφαίο αυτό του ομίλου Μαρινόπουλου, κινδυνεύουν με αποτυχία.  

Σε αντίθεση με την ομαλοποίηση που καταγράφουν σταδιακά τα χαρτοφυλάκια λιανικής τραπεζικής, όπου παρατηρείται μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ως αποτέλεσμα επιτυχών ρυθμίσεων και διαγραφών, οι τράπεζες είναι απαισιόδοξες για τα επιχειρηματικά δάνεια. Η δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων όχι μόνο δεν αποκλιμακώνεται, αλλά αντιθέτως εντείνεται. Οι τράπεζες θεωρούν δεδομένο ότι υπάρχει "ουρά" για δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μέχρι τα τέλη του έτους, ενώ προϋπόθεση για να ανακοπεί η αρνητική αυτή τάση από το νέο έτος είναι να υπάρξει ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τους τραπεζίτες, η καθυστέρηση στην ανάκαμψη της Οικονομίας σε συνδυασμό με δύο σημαντικές ελλείψεις στο νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση των "κόκκινων" επιχειρηματικών δανείων, ευθύνονται για την αδυναμία ελέγχου της "πυρκαγιάς" των "κόκκινων" επιχειρηματικών δανείων. 

Πρόκειται για την απουσία νομικής κάλυψης για αστικές και ποινικές ευθύνες στα στελέχη που έχουν το βάρος της υπογραφής σχεδίων αναδιάρθρωσης και για την αδυναμία άμεσης μετοχοποίησης χρεών υπερχρεωμένων επιχειρήσεων και αποπομπής ακατάλληλων και μη συνεργάσιμων διοικήσεων.

Η έλλειψη της τελευταίας, ως δυνατότητα των πιστωτών μιας υπερχρεωμένης επιχείρησης να αναλαμβάνουν τη διοίκησή της από τη στιγμή που αναλαμβάνουν και το κόστος για τη διάσωσή της, έχει συντηρήσει πολλές μη βιώσιμες επιχειρήσεις εις βάρος υγιών. Και προφανώς, συνεχίζει να αποτελεί μέγα πρόβλημα στις προσπάθειες αναδιάρθρωσης επιχειρηματικών δανείων από τις τράπεζες.

Δεν είναι τυχαία στην παρούσα φάση, η παρέμβαση του προέδρου της Eurobank, Ν. Καραμούζη, ο οποίος σχολίασε ότι αποτελούν "πρόκληση οι εύποροι μέτοχοι που επιρρίπτουν σε τρίτους τα βάρη εξυγίανσης των εταιριών τους, υπονομεύουν την αναδιάρθρωση και απαιτούν να διοικούν". Συμπλήρωσε δε ότι αν οι μέτοχοι των επιχειρήσεων δεν συνεργάζονται και δεν συμμετέχουν στο κόστος διάσωσης των επιχειρήσεών τους, τότε οι πιστωτές πρέπει να αποκτούν τον έλεγχο και τη διοίκηση της υπό αναδιάρθρωση επιχείρησης.

Από τη στάση αυτή πολλών υπερχρεωμένων επιχειρηματιών, έχει ζημιωθεί και το Δημόσιο, αφού το κράτος βρίσκεται σήμερα "συνεταίρος" με επιχειρηματίες που δεν χρωστούν μόνο στις τράπεζες, αλλά χρωστούν επίσης ΦΠΑ, φόρους, εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία, ηλεκτρικό ρεύμα, μισθώματα, ενώ άφηναν επίσης απλήρωτους προμηθευτές και εργαζόμενους. Και όλα αυτά όταν οι ίδιοι επιχειρηματίες έβγαζαν τα λεφτά τους στο εξωτερικό, αποσυνδέοντας εντελώς την ατομική τους περιουσία από τις επιχειρηματικές τους ευθύνες ή αστοχίες. 

Όπως τονίζουν οι τραπεζίτες, η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί και να υπάρχουν πλούσιοι επιχειρηματίες με πτωχευμένες εταιρίες. Συνιστά άκρα στρέβλωση του ανταγωνισμού που αν δεν διορθωθεί, καμία επιχείρηση δεν θα αναλάβει το ρίσκο να επενδύσει.

Μέχρι σήμερα, όπως αναφέρουν, οι υγιείς εταιρίες που ήταν συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους σε Δημόσιο, τράπεζες και εργαζόμενους και κατάφερναν με πολλές δυσκολίες να ανταπεξέρχονται στην κρίση, βαρύνονταν με υψηλότερα επιτόκια δανεισμού ακριβώς επειδή οι τράπεζες συντηρούσαν υπερχρεωμένες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, με μετόχους που δεν έβαζαν το χέρι στην τσέπη για τις επιχειρήσεις που ήθελαν να διοικούν. Στο "ράφι", τα προϊόντα υγιών επιχειρήσεων συναγωνίζονταν με άνισους όρους τα προϊόντα προβληματικών επιχειρήσεων. Ο ανταγωνισμός στην αγορά είχε πλήρως στρεβλωθεί και επιπλέον καμία υγιής επιχείρηση δεν ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει σε επενδύσεις που θα χάνονταν στη χοάνη ενός σαθρού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Στην κατάσταση αυτή δεν έχει ακόμη μπει φρένο και είναι η αιτία της συνεχιζόμενης δημιουργίας μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών ανοιγμάτων στις τράπεζες.