Του Δημήτρη Μάρδα

Κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης του πρώτου Μνημονίου ακούστηκε ο όρος «απεχθές χρέος», ένας όρος που αναφέρεται στο δημόσιο εκείνο χρέος, που έγινε με ανήθικο-παράνομο τρόπο και δε χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα ενός κράτους και τις ανάγκες των πολιτών. 
 
Έτσι, σύμφωνα με τους υποστηριχτές αυτής της θέσης, η Ελλάδα δεν έπρεπε να πληρώσει το όποιο παράνομο χρέος, που όφειλε να καταγγείλει μονομερώς. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα στην παγκόσμια ιστορία, που υποστηρίζουν αυτήν την προσέγγιση.
 
Το απεχθές χρέος αναφέρεται λοιπόν σε χώρες που κυβερνώνται από αυταρχικά παράνομα καθεστώτα, κυβερνήσεις λοιπόν με μη δημοκρατική νομιμοποίηση, με αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων που κατακλέβοντας το κράτος, διαθέτουν δισεκατομμύρια δολάρια σε ξένες τράπεζες. Κύρια λοιπόν προϋπόθεση για την ύπαρξη του απεχθούς χρέους είναι η ύπαρξη μιας μη νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης, κάτι που η χώρα έχει να το βιώσει από το 1974. Μια δεύτερη προϋπόθεση είναι η χρήση των δανείων της χώρας για προσωπικούς σκοπούς. 
 
Ως προς την Ελλάδα, γρήγορα διαπιστώθηκε, ότι ο προσδιορισμός του απεχθούς της χρέους (μέσω της δικαστικής οδού) ήταν μια επώδυνη ιστορία. Έτσι, η πρώτη «φούσκα» της σωτηρίας της χώρας μέσω της μη πληρωμής του όποιου απροσδιόριστου –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– απεχθούς χρέους φαίνεται ότι έδωσε τα ηνία σε μια άλλη διαδικασία. Η τελευταία, άρχισε να δίνει έμφαση στους όρους, απαράδεκτους εν πολλοίς, των μνημονιακών συμβάσεων, που διέπουν τα πρόσφατα ελληνικά δημόσια χρέη. 
 
Παράλληλα με τον όρο απεχθές χρέος, χρησιμοποιήθηκε και ένας άλλος όρος το «επονείδιστο χρέος», το λεγόμενο αξιοκατάκριτο ή αισχρό χρέος. Και οι δύο όροι θεωρούνται από πολλούς ως συνώνυμοι, αποδίδοντας την έννοια του αγγλικού όρου Odious dept. Το ελληνικό όμως λεξιλόγιο είναι ιδιαίτερα πλούσιο και ακριβές. Έτσι, κατ’ άλλους οι δυο αυτοί όροι διαφέρουν σε κάποιο βαθμό, άσχετα αν καταλήγουν στο ίδιο σημείο. 
 
Πράγματι, το αξιοκατάκριτο ή αισχρό χρέος (επονείδιστο) λόγω πολλών απαράδεκτων όρων που διέπουν την όποια σχετική με δημόσιο χρέος σύμβαση, δεν είναι απαραίτητα και παράνομο χρέος (απεχθές) ούτε καταλήγει στις τσέπες διεφθαρμένων πολιτικών. 
 
Σύμφωνα λοιπόν με τη δεύτερη προσέγγιση, επονείδιστο θεωρείται το χρέος, το οποίο προκύπτει από όρους υπερβολικούς, ληστρικούς, όντας λοιπόν το προϊόν  μιας λεοντείου συμφωνίας. Αυτή εισάγει λόγου χάρη υψηλά επιτόκια, μικρούς χρόνους αποπληρωμής και γενικά όρους με δυσμενέστατες επιπτώσεις στο δανειζόμενο κράτος, μέσω Μνημονίων κ.λπ., δεν είναι όμως προϊόν μη νόμιμων κυβερνήσεων.
 
Ως λύση στο επονείδιστο χρέος (όπως και στο απεχθές) προτείνεται από ορισμένους, η δημιουργία μιας διεθνούς επιτροπής σοφών, που θα προσδιορίσει με τη σειρά της τους απαράδεκτους εκείνους όρους (ή τις παράνομες διαδικασίες), που σκιαγραφούν το πλαίσιο λειτουργίας κάθε μορφής τέτοιου χρέους.
 
Η εν λόγω όμως επιτροπή έχει μια μόνο ηθική αξία, ιδίως στην περίπτωση που το δημόσιο χρέος δε συνάφθηκε από μια παράνομη κυβέρνηση. Η ύπαρξή της από την άλλη, δε μπορεί να υποκαταστήσει αρμοδιότητες δικαστηρίων. Ακόμη και αν συσταθεί λοιπόν μια τέτοια επιτροπή, δεν αφαιρεί το δικαίωμα του οποιουδήποτε θιγόμενου πιστωτή να προσφύγει στα δικαστήρια (εν προκειμένω στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο) και να δικαιωθεί. 
 
Άρα, το στοιχείο εκείνο που θα προσδιορίσει τα όρια του επονείδιστου χρέους της Ελλάδας μετά το πρώτο Μνημόνιο, δε θα είναι σε τελική ανάλυση η οποιαδήποτε επιτροπή σοφών αλλά τα καθ’ ύλην αρμόδια δικαστήρια και το συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. 
 
Η ύπαρξη μιας τέτοιας επιτροπής μπορεί να ηχεί πολιτικά ευχάριστα, στην πράξη όμως ο ρόλος της είναι επουσιώδης, δεδομένης της δομής του διεθνούς συστήματος διαιτησίας, που συνήθως χρησιμοποιείται στην ΕΕ.
 
Στην περίπτωση που καταλήξουμε στα δικαστήρια, τότε θα συμβεί ένα από τα ακόλουθα: Αν δικαιωθούμε, τότε θα ανατραπούν Μνημόνια και Συμβάσεις. Από την άλλη όμως μπορεί να τεθεί θέμα συνέχισης των πιστώσεων, καθώς οι δανειστές μας δε θα είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν άλλους όρους, πλην εκείνων που αρχικά συμφώνησαν. Εδώ βέβαια, υπάρχουν διάφορες λύσεις υποκατάστασης των δανειστών, ιδιαίτερα όμως επώδυνες αν όχι παρακινδυνευμένες στην τρέχουσα χρονική περίοδο.
 
Αν δεν δικαιωθούμε όμως, τότε οι πιστωτές πατώντας στις επίμαχες αποφάσεις των Δικαστηρίων, δε θα έχουν την παραμικρή πρόθεση να συζητήσουν το οποιοδήποτε μελλοντικό κούρεμα ή αναθεώρηση των όρων της Σύμβασης. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή τα περιθώρια ελιγμών εκ μέρους της Ελλάδας στενεύουν για οποιαδήποτε επαναδιαπραγμάτευση του χρέους.
 
Η διαδικασία της συνεννόησης, που οδηγεί σε μια σύμπτωση απόψεων ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη, αν και πολιτικά λιγότερο ελκυστική, φαίνεται ως η πιο προσήκουσα λύση στην περίπτωση μας. Μπορεί να οδηγήσει σε επαναγορά των ομολόγων μας από την ΕΚΤ, στην τιμή που αυτή τα αγόρασε και όχι στην ονομαστική τους τιμή. Μπορεί επίσης να καταλήξει σε ένα δεύτερο κούρεμα κρατικού χρέους αυτήν την φορά, αν και το τελευταίο έχει αποκλειστεί (ως τώρα φυσικά). Όλα ανάγονται λοιπόν στην διαπραγματευτική ικανότητα των συμβαλλομένων μερών.

* Ο κ. Δημήτρης Μάρδας είναι Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ