Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 31-Αυγ-2018 13:32

    Alpha Bank: Εμποδίζει την ανάπτυξη ο φοροκεντρικός χαρακτήρας της δημοσιονομικής προσαρμογής

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου

    Η διαμόρφωση του πρωτογενούς πλεονάσματος του Κρατικού Προϋπολογισμού σε επίπεδο υψηλότερο του στόχου που είχε τεθεί για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018, αντανακλά την καλή πορεία εκτελέσεως του εφετινού προϋπολογισμού και επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβερνήσεως θα κινηθεί εντός του στόχου για το 2018, ήτοι 3,5%, επισημαίνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.

    Σημειώνει, ωστόσο, πως η δημοσιονομική προσαρμογή που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια των τριών μνημονίων και ιδιαίτερα κατά το τρίτο πρόγραμμα στηρίχθηκε πρωτίστως στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών αλλά και στη συγκράτηση ή αναβολή των πρωτογενών δαπανών. 

    Το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2018 διαμορφώθηκε στα €2,046 δισ., δηλαδή υψηλότερα κατά € 1,1 δισ. έναντι του στόχου που είχε τεθεί και χαμηλότερα κατά €978 εκατ. έναντι του επταμήνου του 2017.

    Η υπεραπόδοση στο επτάμηνο σε σχέση με τον στόχο αποδίδεται στην (ι) καλύτερη επίδοση των καθαρών εσόδων του τακτικού προϋπολογισμού που ήταν αυξημένα κατά € 508 εκατ. σε σχέση με τον στόχο, (ιι) στις χαμηλότερες επιστροφές φόρων από αυτές που είχαν προϋπολογισθεί, κατά € 333 εκατ., (ιιι) στη χαμηλότερη εκτέλεση των δαπανών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων κατά € 757 εκατ. σε σχέση με τον στόχο και (ιv) στην υστέρηση των πρωτογενών δαπανών κατά €  47 εκατ. σε σχέση με τον στόχο,

    Δημοσιονομική προσαρμογή: Κλίμακα, Μίγμα και Προσήλωση

    Σύμφωνα με την Alpha Bank, η δημοσιονομική προσαρμογή που εφαρμόσθηκε κατά τη διάρκεια των τριών μνημονίων οδήγησε στην εξάλειψη των μεγάλων ελλειμμάτων της Γενικής Κυβερνήσεως, με αποτέλεσμα το  πρωτογενές αποτέλεσμα (δηλαδή χωρίς την συμπερίληψη των τόκων) να μετατραπεί από έλλειμμα ύψους 10,3% του ΑΕΠ το 2009, σε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,0% του ΑΕΠ το 2017. Το πρωτογενές αποτέλεσμα, είναι σταθερά πλεονασματικό ήδη από το 2013  και υπερέβη το 2017 τον στόχο για τρίτο συνεχές έτος. Η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων στη Γενική Κυβέρνηση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του τρίτου προγράμματος προσαρμογής στηρίχθηκε πρωτίστως στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών αλλά και στη συγκράτηση ή αναβολή των πρωτογενών δαπανών. Ειδικότερα, τα έσοδα της Γενικής Κυβερνήσεως ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν κατά 2,2 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (από 46,6% το 2014 σε 48,8% το 2017), ενώ οι πρωτογενείς δαπάνες μειώθηκαν κατά 1,4 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (από 46,2% το 2014 σε 44,8% το 2017). 

    Η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν συνυπολογισθεί η επίπτωση του οικονομικού κύκλου. Αυτό απεικονίζεται με την συσχέτιση του πρωτογενούς αποτελέσματος προσαρμοσμένο στον οικονομικό κύκλο (ως ποσοστό του δυνητικού προϊόντος) και το παραγωγικό κενό (που ορίζεται ως διαφορά του πραγματικού από το δυνητικό ΑΕΠ ως ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ). Το πρωτογενές ισοζύγιο προσαρμοσμένο στον οικονομικό κύκλο αποτελεί ένα μέτρο του προσανατολισμού της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς διορθώνει την επίδραση του οικονομικού κύκλου στα φορολογικά έσοδα ή/και τις δημόσιες δαπάνες. 

    Όπως παρατηρείται στο Γράφημα 2, η Ελληνική οικονομία βρισκόταν στο κάτω και δεξιά τεταρτημόριο κατά τα έτη πριν την έναρξη της οικονομικής κρίσεως (2004-2009), καταγράφοντας υψηλό έλλειμμα στο κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές ισοζύγιο και θετικό παραγωγικό κενό, δηλαδή η οικονομία λειτουργούσε πάνω από τις δυνατότητές της. Αντιθέτως, την περίοδο εφαρμογής των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, η Ελληνική οικονομία βρίσκεται στο άνω και αριστερά τεταρτημόριο, το οποίο αντιστοιχεί σε αρνητικό παραγωγικό κενό που προήλθε από την παρατεταμένη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η ένταση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην περίοδο αυτή φαίνεται από τη διαμόρφωση πλεονάσματος στο πρωτογενές ισοζύγιο προσαρμοσμένο ως προς τον οικονομικό κύκλο επί σειρά ετών. Η χώρα ανέλαβε, συνεπώς, το έργο μιας άνευ προηγουμένου δημοσιονομικής προσαρμογής μετά - και όχι πριν - την έλευση της οικονομικής κρίσεως σε ένα δυσχερές υφεσιακό περιβάλλον. Ως αποτέλεσμα, η αναγκαία πολιτική σταθεροποιήσεως των δημοσίων οικονομικών είχε έντονα προκυκλικά χαρακτηριστικά επιτείνοντας έτι περαιτέρω την ύφεση. Η διαγραφή σημαντικού μέρους του δημοσίου χρέους (ανταλλαγή ομολόγων PSI) η οποία έλαβε χώρα την περίοδο εκείνη, δεν συνοδεύθηκε από τη προσδοκώμενη μείωση των αβεβαιοτήτων για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων ώστε να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις της υφέσεως.

    Δημοσιονομική σταθεροποίηση: Πολλαπλασιαστής Εμπιστοσύνης και Μίγμα φιλικό στην Ανάπτυξη

    Α. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για τα έτη 2018 και 2019, εκτιμάται μεσοπρόθεσμα η περαιτέρω συρρίκνωση του αρνητικού παραγωγικού κενού παράλληλα με τον στόχο επιτεύξεως υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι παρά τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αναμένεται να επιτευχθούν θετικοί ρυθμοί μεγεθύνσεως της οικονομικής δραστηριότητος. Η σιωπηρή υπόθεση γύρω από αυτήν την πρόβλεψη είναι ότι η επίτευξη των στόχων που έχουν συμφωνηθεί για τα πρωτογενή πλεονάσματα βελτιώνουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και το ευρύτερο επενδυτικό και επιχειρηματικό κλίμα. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης με την σειρά της δύναται να οδηγήσει προοδευτικά σε αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και των επενδύσεων και επομένως σε μείωση του αρνητικού παραγωγικού κενού. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε δεύτερο χρόνο αναμένεται να τονώσει την ιδιωτική κατανάλωση ενεργοποιώντας έναν ενάρετο κύκλο αξιοπιστίας - ενεργού ζητήσεως - οικονομικής δραστηριότητος. Το κρίσιμο στοιχείο σε αυτήν την αλληλουχία σχετίζεται με το κατά πόσο τα κέρδη αξιοπιστίας από την προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν θα περιορισθούν από εξωτερικούς κινδύνους στο διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον ή την κόπωση στην εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

    Μία αναθεώρηση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα της Γενικής Κυβερνήσεως (ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022) σε συμφωνία με τους εταίρους είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσει σημαντικά την εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία και θα προσφέρει ζωτικό δημοσιονομικό χώρο για ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητος. 
     
    Β. Η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα έτη, είναι ανάγκη να συνοδευθεί από αλλαγή του μίγματος πολιτικής που εφαρμόσθηκε έως σήμερα, και να κατευθυνθεί προς δημοσιονομικά ουδέτερες και φιλικές προς την ανάπτυξη πολιτικές. Συγκεκριμένα, ο φοροκεντρικός χαρακτήρας της δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω πολύ υψηλών φορολογικών συντελεστών σε πολλές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, υπέρμετρης φορολογήσεως φυσικών και νομικών προσώπων, αλλά και της περιουσίας, αποτελεί πολιτική που συγκρατεί την αναπτυξιακή δυναμική. Αρνητικό αποτέλεσμα στην οικονομία έχει και η συγκράτηση των δαπανών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων καθώς και το υπερβολικό ύψος των ασφαλιστικών εισφορών που μειώνει τα κίνητρα για εργασία, εντείνει το φαινόμενο του brain drain και αυξάνει το μη μισθολογικό κόστος παραγωγής των ελληνικών επιχειρήσεων. Τέλος η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να κατευθυνθεί προς την ενίσχυση δαπανών που έχουν πολλαπλασιαστικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Παράλληλα, η εντατικοποίηση των μεταρρυθμίσεων που εκκρεμούν, σε συνδυασμό με την εφαρμογή του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων θα ενισχύσει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας επιτρέποντας ταυτόχρονα δημοσιονομική ισορροπία.
     

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

    Δειτε τα πρωτοσελιδα ολων των εφημεριδων