Συνεχης ενημερωση

    Παρασκευή, 17-Νοε-2017 08:45

    Μόλις 5,7 δισ. μπορεί να ανακτήσει το Δημόσιο από τα 45,5 δισ. που έδωσε για τις τράπεζες

    • Εκτύπωση
    • Αποθήκευση
    • Αποστολή με email
    • Προσθήκη στη λίστα ανάγνωσης
    • Μεγαλύτερο μέγεθος κειμένου
    • Μικρότερο μέγεθος κειμένου
    Μόλις 5,7 δισ. μπορεί να ανακτήσει το Δημόσιο από τα 45,5 δισ. που έδωσε για τις τράπεζες

    της Νένας Μαλλιάρα


    Κεφάλαια 45,5 δισ. ευρώ έχει επενδύσει το Ελληνικό Δημόσιο στις τράπεζες, εκ των οποίων δυνητικά ανακτήσιμα είναι μόλις τα 5,7 δισ. ευρώ, εκτιμά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στην Έκθεσή του για την αντιμετώπιση της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης μέσω των προγραμμάτων προσαρμογής. 

    Οι επισημάνσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) είναι λίαν καυστικές, τόσο για τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών από το 2013 και εφεξής, όσο και για την εταιρική διακυβέρνηση τραπεζών και ΤΧΣ, καθώς και τους χειρισμούς για την αντιμετώπιση των "κόκκινων" δανείων.

    Είναι αξιοσημείωτο ότι το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επικρίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία αρνήθηκε να μετάσχει στην έρευνα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, μη αναγνωρίζοντας την αρμοδιότητά του. "Οι πληροφορίες που μας παρείχε ήταν ανεπαρκείς ως αποδεικτικά στοιχεία αναγκαία για την εκτέλεση των ελεγκτικών εργασιών μας", αναφέρει χαρακτηριστικά το ΕΕΣ.

    Ανακεφαλαιοποιήσεις 

    Όπως αναφέρει η Έκθεση του ΕΕΣ, το αποτέλεσμα από τις παρεμβάσεις στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο είναι πενιχρό. Έως τον Δεκέμβριο του 2016, το ΤΧΣ είχε διοχετεύσει στον ελληνικό τραπεζικό κλάδο 45,4 δισ. ευρώ, ενώ οι αναμενόμενες ζημίες ανέρχονταν σε 36,4 δισ. ευρώ.

    Συνολικά, μόνο ένα ελάχιστο μέρος των αναμενόμενων ζημιών θα μπορούσε δυνητικά να ανακτηθεί σε βάθος χρόνου από πιθανή αύξηση της τιμής των μετοχών των συστημικών τραπεζών, και τα περισσότερα κεφάλαια του προγράμματος για τις εγχώριες τράπεζες αναμένεται να παραμείνουν μέρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

    Ειδικότερα, το ΤΧΣ διέθεσε 31,9 δισ. ευρώ για τις συστημικές τράπεζες και 13,5 δισ. ευρώ για τις υπό εκκαθάριση τράπεζες (συνολικά 45,4 δισ. ευρώ) εκ των οποίων ανέκτησε μόλις 2,7 δισ. ευρώ από τις συστημικές τράπεζες και 0,5 δισ. ευρώ από τις υπό εκκαθάριση (συνολικά 3,2 δισ. ευρώ).

    Το δυνητικά ανακτήσιμο ποσό εκτιμάται στα 5,7 δισ. ευρώ (3,8 δισ. ευρώ από τις συστημικές τράπεζες, 1,9 δισ. ευρώ από τις υπό εκκαθάριση). Οι αναμενόμενες ζημιές για το Δημόσιο (ΤΧΣ) από τη στήριξη των τραπεζών προσδιορίζονται από το ΕΕΣ στα 36,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 25,4 δισ. ευρώ από τις συστημικές και 11 δισ. ευρώ από τις τράπεζες υπό εκκαθάριση!

    Οι όροι του δεύτερου και του τρίτου προγράμματος επέτρεπαν τη χρήση του ΤΧΣ μόνον ως ύστατη πηγή στήριξης των ανακεφαλαιοποιήσεων του 2014 και του 2015, αναφέρει το ΕΕΣ.

    "Αυτό σήμαινε ότι το ΤΧΣ δεν μπορούσε να συμμετάσχει στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών σε περίπτωση ενδιαφέροντος από ιδιώτες επενδυτές, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η περαιτέρω χορήγηση δημόσιων κεφαλαίων. Επομένως, κατά τη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης, ασκήθηκαν σημαντικές πιέσεις στις τιμές των μετοχών, με αποτέλεσμα τη σημαντική ποσοστιαία απομείωση της συμμετοχής του ΤΧΣ, το οποίο ήταν ήδη πλειοψηφικός μέτοχος των τραπεζών μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2013".

    To EEΣ επισημαίνει επίσης ότι οι εκτιμήσεις των κεφαλαιακών αναγκών που προβλέπονταν στα δύο πρώτα προγράμματα δεν βασίζονταν πάντοτε σε αρκούντως συντηρητικές παραδοχές. Παραδείγματος χάριν, ακόμη και το δυσοίωνο σενάριο για την αύξηση του ΑΕΠ, που είχε διατυπωθεί τον Ιανουάριο του 2011, ήταν θετικότερο από τις πραγματικές οικονομικές επιδόσεις κατά 4,6 εκατοστιαίες μονάδες, 7,8 εκατοστιαίες μονάδες και 4,7 εκατοστιαίες μονάδες για τα έτη 2011, 2012 και 2013, αντίστοιχα.

    Εταιρική διακυβέρνηση 

    Περαιτέρω, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του ΕΕΣ, ενώ οι ελληνικές τράπεζες διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα και οι μετοχές τους πέρασαν κατά πλειοψηφία στο κράτος, δεν έγινε αλλαγή των παλαιών μετόχων και των παλαιών διοικήσεων και το ΤΧΣ δεν είχε ουσιαστικά τη δυνατότητα να τοποθετήσει νέα πρόσωπα στις διοικήσεις. 

    Ο όρος για αξιολόγηση των διοικήσεων των τραπεζών ετέθη στο τρίτο πρόγραμμα, με αποτέλεσμα το ΤΧΣ να αξιολογεί πλέον τις επιδόσεις τους, επισημαίνει το ΕΕΣ. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τα κριτήρια που τέθηκαν  για τη συμμετοχή στα διοικητικά συμβούλια των τραπεζών ήταν αρκετά αυστηρά, αποκλείοντας μάλιστα από αυτά στελέχη τα οποία θα μπορούσαν να έχουν μία "πιο σφαιρική αντίληψη" της ελληνικής πραγματικότητας και της κατάστασης στην αγορά.

    Οι μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα δεν επικεντρώθηκαν επαρκώς στη διακυβέρνηση και την εγχώρια εποπτεία των λιγότερο σημαντικών τραπεζών, επισημαίνει επίσης το ΕΕΣ. "Σχεδόν έξι χρόνια μετά τη θέσπιση του πρώτου προγράμματος, επιτόπιος έλεγχος που διενεργήθηκε από την ΤτΕ και τον ΕΕΜ τον Μάρτιο του 2016 ανέδειξε στη μεγαλύτερη εξ αυτών τράπεζα σοβαρές εσωτερικές αδυναμίες όσον αφορά τη διακυβέρνηση, τη διαχείριση των κινδύνων και τις πρακτικές δανεισμού", αναφέρει "φωτογραφίζοντας" την Attica Bank.

    Επικριτικό είναι το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και για τη διακυβέρνηση του ΤΧΣ. Όπως αναφέρει, στο πρώτο πρόγραμμα σχεδιάστηκε η αρχική δομή διακυβέρνησης του ΤΧΣ, η οποία, ωστόσο, δεν εξασφάλιζε αυξημένη ανεξαρτησία από τις αρχές. 

    Παρά τον όρο που περιλαμβανόταν στο δεύτερο πρόγραμμα, βάσει του οποίου το ΤΧΣ έπρεπε να έχει διοικητική δομή δύο επιπέδων (απαρτιζόμενη από το Γενικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή), τα προβλήματα ανεξαρτησίας δεν επιλύθηκαν. Της αδυναμίας αυτής επελήφθη το τρίτο πρόγραμμα, με την έμφαση που δόθηκε για πρώτη φορά στη διαδικασία επιλογής των ανώτατων στελεχών του ΤΧΣ.

    Ωστόσο, οι λύσεις που προτείνονταν στο δεύτερο και το τρίτο πρόγραμμα δεν διασφάλιζαν επαρκώς την αποδοτική διάκριση αρμοδιοτήτων και εξουσιών μεταξύ των δύο οργάνων λήψης αποφάσεων. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων του ΤΧΣ ήγειρε επίσης σοβαρές ανησυχίες ως προς τη διαφάνειά της.

    "Παραδείγματος χάριν, το 2013, το ΤΧΣ ενέκρινε την πώληση πλειοψηφικής συμμετοχής σε θυγατρική τράπεζας, παρότι η συναλλαγή δεν βασίστηκε σε ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών με περισσότερους συμμετέχοντες", αναφέρει "φωτογραφίζοντας" την περίπτωση της "Πανγαία" της Εθνικής Τράπεζας επί διοίκησης Τουρκολιά.

    "Κόκκινα" δάνεια

    Σύμφωνα με την Έκθεση του ΕΕΣ, οι μεταρρυθμίσεις που συντελέστηκαν στο χρηματοπιστωτικό τομέα διασφάλισαν τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα του κλάδου, αλλά ορισμένες διαρθρωτικές αδυναμίες δεν αντιμετωπίστηκαν κατά τρόπο διεξοδικό ή περιελήφθησαν στο πρόγραμμα με καθυστέρηση (π.χ. η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η εταιρική διακυβέρνηση). 

    Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως αναφέρεται, το δεύτερο πρόγραμμα προέβλεπε όρο κατάρτισης σχεδίου υλοποίησης για τη βελτίωση της είσπραξης των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων και τον καθορισμό σχετικών τιμών-στόχου στις υπό εκκαθάριση τράπεζες έως το τέλος του Ιουλίου του 2013. Ο όρος αυτός αποτέλεσε αντικείμενο διαφόρων ερμηνειών με αποτέλεσμα να σημειωθεί σημαντική καθυστέρηση στην υλοποίησή του. 

    ‘Όπως αναφέρεται δηκτικά απέναντι στην ΕΚΤ, ως επόπτη των τραπεζών, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο "μόλις τον Απρίλιο του 2014 θεσπίστηκε όρος, στο δεύτερο πρόγραμμα, που προέβλεπε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος όφειλε να θεσπίσει βασικούς δείκτες επιδόσεων για την παρακολούθηση της προόδου των τραπεζών ως προς τον περιορισμό των ιδιαίτερα υψηλών χαρτοφυλακίων ΜΕΔ. Επιπλέον, στον τομέα αυτό, η Επιτροπή δεν έκανε πλήρη χρήση της ιδιότητάς της ως παρατηρητή στα όργανα λήψης αποφάσεων του ΤΧΣ, η οποία της παρείχε την πρόσθετη δυνατότητα να διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τους όρους των προγραμμάτων".

    Όπως επισημαίνεται σε άλλο σημείο της Έκθεσης, όταν το 2012 η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας προεξοφλήθηκε πλήρως και προέκυψε η κεφαλαιακή ανεπάρκεια των τραπεζών, δεν αξιολογήθηκε ο τρόπος με τον οποίο τα δημοσιονομικά μέτρα θα επηρέαζαν περαιτέρω τη φερεγγυότητα των οφειλετών των τραπεζών και, κατ’ επέκταση, την αγοραία αξία των δανείων τους. Παραδείγματος χάριν, δεν αναλύθηκε ο βαθμός στον οποίο οι υψηλότεροι περιοδικοί φόροι επί της ακίνητης περιουσίας θα έπλητταν τις τιμές των ακινήτων και τα στεγαστικά δάνεια.

    Στο πλαίσιο των δύο πρώτων προγραμμάτων, αναφέρει το ΕΕΣ, δόθηκε έμφαση στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και την παροχή ρευστότητας, αλλά δεν ακολούθησαν αποτελεσματικά μέτρα για τη διαχείριση των ΜΕΔ (π.χ. το πρώτο πρόγραμμα προέβλεπε μόνο δέσμευση για την αξιολόγηση της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας). Στο δεύτερο πρόγραμμα το πρόβλημα των ΜΕΔ επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί κυρίως μέσω της εσωτερικής διαχείρισής τους από τις τράπεζες, η οποία, αν και αναγκαία, αποδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματική.

    Το ΕΕΣ επισημαίνει επίσης ότι η δημιουργία εταιρείας κατοχής και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (asset management company, AMC) που είναι μια από τις πλέον διαδεδομένες λύσεις διεθνώς, δεν χρησιμοποιήθηκε στα ελληνικά προγράμματα, λόγω χρηματοδοτικών περιορισμών και άλλων παραγόντων (όπως η διαφοροποίηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, ζητήματα διακυβέρνησης και επιφυλάξεις σχετικά με τη νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ). 

    Το πλαίσιο αφερεγγυότητας

    Ειδική μνεία γίνεται στην πολυπλοκότητα του πλαισίου αφερεγγυότητας που "παρέτεινε μάλλον επ’ αόριστον το πρόβλημα των ΜΕΔ, αντί να συμβάλει στην αντιμετώπισή του με βάση ένα συνεκτικό, κεντρικό στρατηγικό πλαίσιο με σαφείς πολιτικές προτεραιότητες". Όπως αναφέρεται, ο σχεδιασμός του πλαισίου δεν έλαβε επίσης υπόψη την περιορισμένη ικανότητα της δικαιοσύνης να χειριστεί αποτελεσματικά μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Όλα αυτά τα προβλήματα πολυπλοκότητας και ικανότητας από κοινού προκάλεσαν καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα η στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων και ο ηθικός κίνδυνος να διαδοθούν σε ολόκληρο το σύστημα.

    Το νομικό πλαίσιο για την αφερεγγυότητα των φυσικών προσώπων είχε ως αποτέλεσμα να κατακλυστεί η δικαιοσύνη από περίπου 200.000 αιτήσεις νομικής προστασίας και να παρασχεθεί στους δανειολήπτες αναστολή πληρωμών λόγω της τεράστιας συσσώρευσης υποθέσεων, η εξέταση των οποίων αναμένεται να διαρκέσει έως και 15 χρόνια.

    Το πρόβλημα επιδεινώθηκε λόγω της ανεπαρκούς παροχής καθοδήγησης στους δικαστές και των προβλημάτων σχεδιασμού που προηγήθηκαν του νόμου του 2015 (όρου του τρίτου προγράμματος), όπως η δυνατότητα μηδενικής ή ελάχιστης καταβολής από τους δανειολήπτες έως την εξέταση της υπόθεσής τους.

    Συνεπώς, το πλαίσιο δεν ήταν καλά στοχοθετημένο, καθώς μη επιλέξιμοι δανειολήπτες υπέβαλλαν ούτως ή άλλως αίτηση υπαγωγής τους στο καθεστώς αφερεγγυότητας, προκειμένου να αποφύγουν τυχόν εις βάρος τους ενέργειες των πιστωτών τους έως την εξέταση της υπόθεσής τους. Οι μη στοχοθετημένοι κανόνες για την αφερεγγυότητα των νοικοκυριών συνέβαλαν επίσης στην υπονόμευση της νοοτροπίας πληρωμών των δανειοληπτών.

    Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι εγχώριες τράπεζες εκτιμούν ότι το ένα έκτο των επιχειρήσεων και τουλάχιστον το ένα τέταρτο των νοικοκυριών είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές. Μόνο στο τρίτο πρόγραμμα περιελήφθη όρος που προέβλεπε τη δημιουργία ενεργού δευτερογενούς αγοράς για τη διαχείριση και πώληση ΜΕΔ.

    Ωστόσο, αρκετά βασικά εμπόδια δεν ήρθησαν ούτε από τον νόμο που ψηφίστηκε στα τέλη του 2015 ούτε από τις δύο περαιτέρω τροποποιήσεις του το 2016 (οι οποίες περιελάμβαναν και τα εξυπηρετούμενα δάνεια), και το νομικό πλαίσιο παρέμεινε γραφειοκρατικό.

    Η ενίσχυση των χρηματοδοτήσεων

    Μολονότι τα προγράμματα θέσπισαν όρους για τη βελτίωση της πρόσβασης των ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, - αναφέρει το ΕΕΣ - οι μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα προέβλεπαν μόνο τη σύσταση του Institute for Growth (Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο).

    Επιπλέον, το ποσό που χορηγήθηκε για τον σκοπό αυτό (περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ) ήταν χαμηλό σε σχέση με τις χρηματοδοτικές ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων.  Οι περιορισμοί στη διαθεσιμότητα πιστώσεων υπονόμευσαν τις προσπάθειες αποκατάστασης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι εγχώριες ΜΜΕ αντιμετώπισαν σημαντικές δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

    Ρευστότητα

    Ήδη από το πρώτο πρόγραμμα, ζητήθηκε από τις ελληνικές τράπεζες να μειώσουν την εξάρτησή τους από τον δανεισμό της κεντρικής τράπεζας (ήτοι το Ευρωσύστημα), καθώς η ρευστότητά τους βρισκόταν ήδη υπό πίεση. Υπό αυτές τις συνθήκες, το πρώτο πρόγραμμα δεν κατάφερε να μειώσει την εξάρτηση από τον δανεισμό της κεντρικής τράπεζας, κάτι που επετεύχθη στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου.

    Παρ’ όλα αυτά, το 2016 οι ελληνικές τράπεζες συνέχισαν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της περιορισμένης ρευστότητας, καθώς η εξάρτησή τους από τον δανεισμό της κεντρικής τράπεζας υπερέβαινε κατά πολύ το επίπεδο του 2009,  καίτοι χαμηλότερη σε σχέση με την κορύφωσή της στα μέσα του 2015 (150 δισεκατομμύρια ευρώ). 

    Όσον αφορά τις συνήθεις πηγές ρευστότητας, το 2016 δεν υπήρχε καμία ένδειξη σταθερής επιστροφής των καταθέσεων (μειωμένες κατά σχεδόν το ήμισυ σε σύγκριση με το 2009, από 238 δισ. ευρώ σε 121 δισ. ευρώ) και η πρόσβαση των εγχώριων τραπεζών σε άλλες πηγές χρηματοδότησης εξακολουθούσε να είναι περιορισμένη. 

    Κερδοφορία 

    Με τις πολιτικές που θεσπίστηκαν από τα προγράμματα επιχειρήθηκε η βελτίωση της κερδοφορίας των τραπεζών μέσω συγχωνεύσεων και εκ βάθρων αναδιαρθρώσεων. Μειώνοντας σημαντικά το προσωπικό και τα καταστήματά τους, οι εγχώριες τράπεζες βελτίωσαν σημαντικά τον δείκτη κόστους/εσόδων (51,9 %, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του 65,7% στην ΕΕ το 2016) και τις λειτουργικές δαπάνες τους. Ωστόσο, σε ενοποιημένη βάση, εξακολούθησαν να καταγράφουν ζημίες στο μεγαλύτερο μέρος της ως άνω περιόδου και οι επιδόσεις τους ως προς μια σειρά δεικτών κερδοφορίας συνέχισαν να συγκαταλέγονται στις χειρότερες της ΕΕ.

    Συνολικά, τα προγράμματα δεν κατάφεραν να αποτρέψουν τη ραγδαία επιδείνωση των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών, πρωτίστως λόγω των δυσμενών μακροοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων. Ο διαμεσολαβητικός ρόλος των τραπεζών υπονομεύθηκε και η χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας όχι μόνο περιορίστηκε, αλλά κατέστη και ακριβότερη.

    Διαβάστε ακόμα για:

    ΣΑΣ ΑΡΕΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ;

    ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ