Του Μιχάλη Γκλεζάκου

Η φορολογία αποτελεί μια αναγκαία διαδικασία μεταφοράς πόρων στο κράτος, για να μπορεί να χρηματοδοτήσει τις λειτουργίες του. Εδώ όμως αρχίζουν και τα κρίσιμα ερωτήματα: Που πρέπει να σταματά η κρατική δραστηριότητα και πόσους πόρους επιτρέπεται να απορροφά; Με τι κριτήρια πρέπει να επιμερίζεται το φορολογικό βάρος στους πολίτες;  

Οι απαντήσεις είναι απλές: Το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα, τη δημοκρατική λειτουργία και την έννομη τάξη. Επίσης να δημιουργεί τις αναγκαίες υποδομές και να διαμορφώνει ευνοϊκό περιβάλλον για τις (νόμιμες) δραστηριότητες που συμβάλλουν στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της οικονομίας και μέσω αυτής στην ευημερία της κοινωνίας. Από εκεί και πέρα, πρέπει να περιορίζεται στον εποπτικό και ρυθμιστικό του ρόλο: Να διαμορφώνει το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, να διασφαλίζει τη σωστή λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος και της αγοράς εργασίας, να εποπτεύει τις αγορές κεφαλαίου, υλικών αγαθών, υπηρεσιών, να προστατεύει το περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά και τους οικονομικά ασθενέστερους.   Για όλα αυτά χρειάζεται να συγκροτήσει μια δημόσια διοίκηση που θα διακρίνεται για τη λειτουργική αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια της. Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθεί σε δραστηριότητες που μπορούν να αναλάβουν οι ιδιώτες. Πρέπει να τους αφήνει το πεδίο ελεύθερο και απλά να ελέγχει τη συμμόρφωση τους με τους κανόνες που εκείνο έχει θέσει. Έτσι, θα χρειάζεται λιγότερους πόρους και θα επιβαρύνει λιγότερο τους πολίτες.

Από εκεί και πέρα, ο καταμερισμός των βαρών θα έπρεπε να γίνεται με βάση το εισόδημα που αποκτά ο καθένας μας, αλλά απ ότι φαίνεται κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικά εφικτό σε παγκόσμια κλίμακα. Έτσι, επιβάλλεται φόρος και στη δαπάνη (π.χ. ΦΠΑ) που είναι μεν άδικος για τους φτωχότερους, αλλά τουλάχιστον σε επιβαρύνει όταν έχεις να ξοδέψεις. 

Το μεγάλο πρόβλημα και η μεγάλη αδικία προκύπτουν από τη συνδυασμένη υπερφορολόγηση του εισοδήματος και της περιουσίας και την ουσιαστική αποδέσμευση του επιβαλλόμενου φόρου από τη φοροδοτική σου ικανότητα, σε ένα περιβάλλον ανεργίας και δραματικής μείωσης μισθών και συντάξεων. Σε αυτή την περίπτωση, ο επιβαλλόμενος φόρος δεν μπορεί να πληρωθεί από το εισόδημα, με αποτέλεσμα να καλείσαι να εκποιήσεις μέρος της περιουσίας σου, την οποία απέκτησες  με τις αποταμιεύσεις σου για τις οποίες έχεις ήδη φορολογηθεί. Ας πάρουμε την περίπτωση των τεκμηρίων και του ΕΝΦΙΑ. Όταν σου λένε ότι πρέπει να καταβάλεις φόρο π.χ. 5.000 ευρώ (επειδή έχεις σπίτι στην Αθήνα, πατρικό στο χωριό και αυτοκίνητο), ενώ στα πραγματικά εισοδήματα σου αντιστοιχεί φόρος 2.000 ευρώ, στην ουσία σε καλούν να πληρώσεις τη διαφορά από την κινητή και ακίνητη περιουσία σου. Όταν σου επιβάλουν ΕΝΦΙΑ π.χ. 1.500 ευρώ για το σπίτι που μένεις ή το γιαπί ή το οικόπεδο ή το ξενοίκιαστο διαμέρισμα σου, που δεν σου φέρνουν εισοδήματα, πάλι το ίδιο ισχύει. Αν δεν διαθέτεις αυτό το ποσό όμως τι γίνεται; Σε αυτή την περίπτωση καλείσαι να εκχωρήσεις ένα μέρος της περιουσίας σου στο κράτος, για μόνο το λόγο ότι αυτό απεφάσισε να σου επιβάλλει φόρο που δεν συνδέεται με το εισόδημα και τη ρευστότητα σου. 

Με άλλα λόγια, το κράτος προβαίνει μονομερώς σε δήμευση την περιουσίας σου. Δεν έχει σημασία που τα δίνεις λίγα-λίγα. Σε βάθος  χρόνου, η περιουσία σου περνά σε αυτό. Στη σημερινή πραγματικότητα, μάλιστα, που οι τιμές των ακινήτων έχουν καταρρεύσει, αν δεν έχεις να πληρώσεις, θα πουλήσεις μισοτιμής και η πώληση θα ισοδυναμεί με διανομή ενός μέρους  της περιουσίας σου στο κράτος  και ενός άλλου  μέρους της στον αγοραστή. Και αυτό γιατί το κράτος ουσιαστικά σε εξαναγκάζει να εκχωρήσεις αξία 2Χ του ακινήτου σου σε έναν τρίτο για να εισπράξεις Χ που αντιστοιχεί στο φόρο που αυθαίρετα σου φόρτωσε. Αν δεν το κάνεις, σε περιμένει ο θεσμοθετημένος πλέον, πλειστηριασμός που θα σε οδηγήσει στα ίδια ή και χειρότερα αποτελέσματα. Υπάρχει μια ακόμη παγίδα: Αν κληρονομήσεις π.χ. το σπίτι του πατέρα σου αλλά δεν έχεις τα χρήματα που χρειάζονται για φόρους, συμβολαιογραφικά, κτηματολόγιο, υποθηκοφυλακείο κλπ ή αν χρωστάς στο μεταξύ στην εφορία (οπότε δεν μπορείς να πάρεις φορολογική ενημερότητα), θα αναγκαστείς να χαρίσεις το σπίτι στο κράτος. Είναι πολύ πιθανό μάλιστα, αυτό το σπίτι να έχει αποκτηθεί και με δικά σου λεφτά (από εισοδήματα για τα οποία έχεις φορολογηθεί) και να μένεις ήδη εκεί, οπότε θα βρεθείς στο δρόμο.  

Για να καταλάβουμε τι σημαίνουν όλα αυτά, θα πρέπει να δούμε τη ροή των φόρων από νοικοκυριά και επιχειρήσεις προς το κράτος, αλλά και πέρα από αυτό: Οι φορολογούμενοι καταβάλλουν τους (αυθαίρετα οριζόμενους) φόρους επί της περιουσίας τους, οι οποίοι πηγαίνουν στα δημόσια ταμεία και από εκεί βγαίνουν για να καλύψουν δαπάνες της δημόσιας διοίκησης και για να πληρωθούν τοκοχρεολύσια των κρατικών δανείων. Αυτό που συμβαίνει δηλαδή είναι ότι το κράτος, αφού καταβρόχθισε τους φόρους επί του εισοδήματος σου, αφού πήρε και ξόδεψε εκατοντάδες δις δανεικά, τώρα σου ζητά να πληρώσεις "τα σπασμένα" δίνοντας και μέρος της περιουσίας σου, που την απόκτησες αφήνοντας ακάλυπτες ανάγκες και αποταμιεύοντας από τα φορολογημένα εισοδήματα σου.  

* Μιχάλης Γκλεζάκος, καθηγητής Χρηματοοικονομικής